Tag Archives: Ποίηση

Συντριβή – Ναπολέων Λαπαθιώτης

Ἔτσι μὲ σύντριψε τὸ Φῶς, γιατὶ εἶδα πρὸς τὸ Φῶς
καὶ γιατὶ μέθυσ᾿ ἀπὸ Ζωή, μ᾿ ἔχει συντρίψει ἡ Ζωή.
Ἐπειδὴ στράφηκα κι ἐγώ, μ᾿ ὅλη μου τὴ πνοὴ
στὴ Μελῳδία, μὲ σύντριψε ἡ Μελῳδία: Κουφός!

Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε ἡ Χαρὰ
κι οὔτ᾿ ἕνα τί κι οὔτ᾿ ἕνας ποιὸς καὶ δὲ μὲ θέν᾿ τὰ Ὕψη!
Γιατὶ μιλῶ πλατιά, σὰ Θεός, μὲ φθόνεσε καὶ ὁ Θεός.
Καὶ γιατὶ πῆγα στὴ Χαρά, μὲ σύντριψε κι ἡ Θλίψη…

Advertisements

φτιάχνε ταξικά σουβενίρ να ξανάρθουν οι μεγάλοι

1. Μια παραμορφωμένη πινελιά οδύνης

σε τσουχτερές αμοιβάδες

φτιάχνε ταξικά σουβενίρ

να ξανάρθουν οι μεγάλοι

ν’ αγοράσουνε κτήματα και δρόμους.

 

2. Έχουν τα σωθικά μας στερέψει από δημιουργία. Ζούμε σ’ ένα κλειστό κύκλωμα αισχρής παραγωγής και σε μια μανιακή αποβλάκωση καταναλωτικής δυστυχίας.

 

3. Θρονιασμένη θανατοπνοή ανάσες τρισκατάρατες

με σε φιλιά πνιγμένη ζωής

δεν αρέσει η ορθοστασία πάντα

ο εργάτης απειλείται από χρόνιες φοβίες.

 

4. Θανατικό προλεταριάτο

κέντησε τα βάσανα

μπροστάρικη ωραία επανάσταση

γιατί δεν μπορεί κι αλλιώς

ουδεμία σωτηρία τελική μορφή πυγμής

βρικολακιασμάτων σκεπτική

ουδεμία τέλος ψυκτικό πιάσιμο – η υπνωτική περάτωση.

 

5. Πλουταρχικά άσματα πολυφωνικού ρέκβιεμ

σε σαλόνια νεκρών μηχανών

υπερασπίζω τα σύνορα

ουραγών ζώων

φυτοφάγα τέρατα

δυόσμος και νερό

απέραντοι δεινοί

οδηγοί ευτυχισμένοι πρόσκοποι

φως σε οδοστρωτήρες

εργάτες με χειροπέδες

μεγάλης ποιότητας σχεδόν άσπρες

πολιτικές απειρότητες

συμπαντικού τέλους

και μια χρονική περιβάλλοντος – πιθήκου σκέψη.

Α. Πενέρης

Για να μπορείς να μιλάς μάθε να σιωπάς

Οκτάβιο Πας

Υπάρχει ελπίδα;

«Το είπα και στην αρχή. Η μόνη ελπίδα μας είναι να βγάλουμε την ψυχή μας από το “μπαούλο”. Μόνο έτσι θα μπει φρένο στο τρεχαλητό του μυαλού μας. Το μυαλό είναι ένα σκυλί που αν δεν το δέσεις από την ψυχή ικανοποιεί τις επιθυμίες του όπως τα ζώα. Αρα οδηγεί τον άνθρωπο με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον θαυμαστό κόσμο των ζώων. Με ρωτήσατε αν υπάρχει ελπίδα… Ναι, υπάρχει ελπίδα, αρκεί να πονέσουμε ξανά»!

Οκτάβιο Πας

Ώρα να πηγαίνω δεν έχω άλλο στήθος

01. Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος 00:00
02. Πέρ’ απ’ την κατανάλωση 01:07
03. Η άποψη της ηρεμίας 01:48
04. Ρομαντικός επίλογος 02:42
05. Ομορφαίνω τη μοίρα 04:17
06. Ο έρωτας 04:56
07. Λένιν και Μαχάτμα 05:46
08. Πώς να ονομάσω αυτό το γράψιμο 06:07
09. Σκάβοντας με την αξίνα του εφήμερου 07:25

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Νήσος 1, Άνοιξη 1983

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα.

…βρίσκουμε τη φλέβα που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, Χαμογελάμε.

 

Χαμογελάμε γιατί βρίσκουμε τη φλέβα που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης.

Χαμογελάμε γιατί βρίσκουμε τη φλέβα που έχετε χτυπήσει και αιμορραγεί.

Χαμογελάμε γιατί ξέρουμε ξεκάθαρα ποιοί είναι αυτοί που έχουν χτυπήσει την φλέβα.

Χαμογελάμε γιατί αγωνιζόμαστε να μπαλώσουμε την τρύπα της φλέβας.

Χαμογελάμε γιατί αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορούμε και τα διακρίνουμε.

 

Όποιος δεν διακρίνει αυτά τα σημάδια στους τοίχους, που μπορεί να ‘ναι κι από αίμα, είναι γιατί μπορεί να είναι είτε ο νόμινος αίτιος είτε ο καλοκάγαθος αδιάφορος.

Όποιος και να ‘ναι, είναι σίγουρο, ότι δεν χαμογελάει.

 

Guevara

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

 

Ἤτανε ντάλα μεσημέρι κι ἔδειξε μεσάνυχτα.
Ἔλεγε ἡ μάνα τοῦ παιδιοῦ: «Καμάρι μου, κοιμήσου».
Ὅμως τὰ μάτια μείνανε τοῦ καθενὸς ὀρθάνοιχτα
τότε ποὺ ἡ ὥρα ζύγιαζε μὲ ἀτσάλι τὸ κορμί σου.

Λεφούσι ὁ ἄσπρος μέρμηγκας, σύννεφο ἡ μαύρη ἀκρίδα.
Ὅμοια μὲ τὶς Μανιάτισσες μοιρολογοῦν οἱ Σχόλες.
Λάκισε ὁ φίλος, ὁ ἀδερφός. Ποῦ μ᾿ εἶδες καὶ ποῦ σ᾿ εἶδα;
Φυλάει τὸ ἁλώνι ὁ Σφακιανὸς κι ὁ Ἀρίδα τὴν κορίδα.

Ποιὸς τό ῾λεγε, ποιὸς τό ῾λπιζε καὶ ποιὸς νὰ τὸ βαστάξει.
Ἀλάργα φεύγουν τὰ πουλιὰ καὶ χάσαν τὴ λαλιά τους.
Θερίζουν τοῦ προσώπου σου τὸ ἐβένινο μετάξι
νεράιδες καὶ τὸ ὑφαίνουνε νὰ δέσουν τὰ μαλλιά τους.

Πάνθηρας ἀκουρμάζεται, θωράει καὶ κοντοστέκει.
Γλείφει τὰ ρόδα ἀπ᾿ τὶς πληγές, μεθάει καὶ δυναμώνει.
Ξέρασε ἡ γῆ τὰ σπλάχνα της καὶ πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρὶ βαράει μὲ δύναμη, μένει βουβὸ τὸ ἀμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στὰ μάτια τ᾿ ἀνοιχτά.
Στ᾿ ὄμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ἕνας γρύλος.
Πέφτει ἀπ᾿ τὰ χείλη σου, ποὺ ἀκόμα εἶναι ζεστά,
ἕνα σβησμένο cigarillos.

Τ᾿ ὄνειρο πάει μὲ τὸν καπνὸ στὸν οὐρανό,
ἔσμιξε πιὰ μὲ τὸ καράβι τοῦ συννέφου.
Τὸ φῶς γεννιέται ἀπὸ παντοῦ μὰ εἶναι ἀχαμνὸ
καὶ τὰ σκοτάδια τὸ ξεγνέθουν καὶ σοῦ γνέφουν.

Χοσὲ Μαρτί, (Κόνδορας πάει καὶ χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμᾶται.
Μὲ τὰ φτερά του θὰ σκοτείνιαζ᾿ ἕνα ἁλώνι.)
ἀπόψε οἱ δύο συντροφιαστοὶ θὰ πιεῖτε μᾶτε.

Φτάνει ὁ Μπολίβαρ καβαλώντας τὸ σαϊτάρι.
Παραμονεύει ὀρθὴ κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει ἡ Περουβάνα σὲ μορτάρι
καὶ μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Τοῦ Λόρκα ἡ κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ᾿ αὐτὸς μπλεγμένος στὰ μετάξινα δεσμά του.
Μακρὺ κιβούρι μὲ τὸν πέτρινο κασμᾶ του
σενιάρει ὁ Φίλος καὶ στὸ μπόι σου τὸ μετράει.

Γέροντας ναύτης μὲ τὰ μοῦτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει μὲ τὴν πιὸ φτηνὴ πραμάτεια.
Ἔχει τὰ χέρια ἀπὸ καιρὸ ψηλὰ κομμένα.
Κι ἤθελε τόσο νὰ σοῦ σφάλαγε τὰ μάτια.

Νίκος Καββαδίας Ἔφεσος 1972

 

Η φλυαρία του Πανάγαθου

Φοβέκσταση της απειλής,
Φοβέκσταση της απειλής

Δως μου δύο να τα κάνω τέσσερα ψεύτικα…
Και τάχα αγωνίζομαι
Το θάρρος δεν είναι κοφτερό
Και η δειλία μια κολυμβήθρα από ζαχαρωτά
Πέφτεις…
Μοναδικά

Περιμένεις… Περιμένεις…
Τίποτα. Μόνο το δέντρο.

Μια αποστομωτική απάντηση της αποκλειστικότητας αδυνατεί να μην υπάρχει.

Αυτό το αιώνιο είναι μια πλάκα των φιλοσόφων.

Μην ακούσει για σιωπή η σιωπή, τρελαίνεται.

Η τρέλα της είναι ο κόσμος, όχι ως μεταφυσική μυθολογία, αλλά…

Εργασία, η περιφρόνητικη θανάτου, της θανατοποιητικής αποξένωσης.

Δεν υπάρχουν περιθώρια, το γέλιο είναι που θα αποδεσμεύσει τον κόσμο από την λαίλαπα του δράματος, ενός δράματος που καθαρίζει κάθε φορά όποια βρωμιά… Η βρωμιά του γέλιου είναι η προέκταση μιας επαναστατικής διαδικασίας που περιφρονεί τον θάνατο.

Αχ, η χρονικότητα της υστερίας χασμουρητά, η βαρεμάρα του κλειστού παραθύρου.

Η γλώσσα δεν γεννήθηκε στα σαλόνια, αλλά μπορεί να τελειώσει σ’ αυτά.