Category Archives: Stéphane Mallarmé

Stéphane Mallarmé: Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ

Κάποιοι στίχοι από το ποίημα “Το απόγευμα ενός φαύνου” (L’ apres midi d’ un faune, 1865-1876):

  • Όταν το φως των σταφυλιών ρουφήξω…
    Τ’ άδειο τσαμπί στο θερινό ουρανό με γέλια θα υψώσω…
  • Μήπως αγάπησα ένα όνειρο;
  • Μόνος χαιρόμουν το ιδανικό παράπτωμα των ρόδων…
  • Τρέχω να δω τον ίσκιο που ‘χεις γίνει…
  • Τα χέρια μου αδύναμα από ασαφείς θανάτους
  • Και τούτη η λεία η αχάριστη πάντοτε μου ξεφεύγει…
  • Είναι καιρός να κοιμηθώ…
Manet_faune

Frontispiece for “L’après-midi d’un faune”, drawing by Édouard Manet.

https://i2.wp.com/www3.artflakes.com/artwork/products/291237/poster/f620249fbadac0ae409d6cdca0f4d511.jpg

Οι 4 εικονογραφίες του Édouard Manet στην έκδοση του 1876

Το Prélude à l’après-midi d’un faune του Claude Debussy (1894) εμπνευσμένο από το ποίημα του Stéphane Mallarmé όπως και χορογραφία του Βασλάβ Νιζίνσκι το 1912.

Το 1972 ο Νουρέγιεφ παρουσιάζει στο Λονδίνο τη δικιά του χορογραφία, με παρτεναίρ-νύμφη τη Τζένιφερ Πένυ (δείτε περισσότερα):

 

Ποιήματα του Μαλλαρμέ από την Ανδρονίκη Δημητριάδου:

Ανησυχία

Δεν έρχομαι να κατακτήσω απόψε το σώμα σου, θηρίο
Όπου ενός λαού οι αμαρτίες φτάνουν, ούτε να σκάψω
Καταιγίδα θλιβερή στα βρώμικα μαλλιά σου
Με του φιλιού μου την ανίατη πλήξη:

Ύπνο στο λίκνο σου βαρύ και δίχως όνειρα γυρεύω
Κάτω από πέπλα τριγυρνώ που δεν τα αγγίζουν τύψεις,
Ενώ εσύ από απάτες σκοτεινές μετά απολαμβάνεις,
Εσύ που ανύπαρκτη καλύτερα απ΄ τους νεκρούς γνωρίζεις.

Γιατί η Κακία, την έμφυτη ευγένεια ροκανίζει
Και όπως εσένα με στειρότητα με έχει σημαδέψει,
Μα ενώ στο πέτρινό σου στήθος κατοικεί

Καρδιά που αμαρτία καμιά δεν το πληγώνει,
Φεύγω ηττημένος και χλωμός, σάβανο με στοιχειώνει,
Φοβάμαι μην αφανιστώ, αφού κοιμάμαι μόνος.


Θλίψη του καλοκαιριού

Ήλιος, πάνω στην άμμο, κοιμωμένη ατίθαση,
Στων μαλλιών το χρυσάφι χαύνο λουτρό,
Σε παγωμένο μάγουλο θυμίαμα ανάβει
Κι ανακατεύει δάκρυα με φίλτρο ερωτικό.

Άφθαρτης ανακωχής λάμψη λευκή
Φιλιά μου ντροπαλά, θλιμμένα είπες,
“Ποτέ δεν θα γίνουμε μια μούμια απλά
Απ’ την αρχαία έρημο κάτω και τους ξένοιαστους φοίνικες! ”

Αλλά η κόμη ποτάμι ζεστό,
Την ψυχή που μας στοιχειώνει ατρόμητα πνίγει
Και βρίσκει για σένα Ανυπαρξία ανείδωτη.

Απ’ τα δακρυσμένα σου βλέφαρα τη σκιά θα γευτώ,
Για να μάθω αν θα δώσει στην καρδιά που τραυμάτισες
τη σκληρότητα του ουρανού και των βράχων.


Ο καταραμένος γελωτοποιός

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.


Το κάστρο της ελπίδας

Χλωμή κυματίζει η κώμη σου
Μέσα από του κορμιού τα αρώματα
Παιχνιδιάρικη σημαία λευκή
Που το μετάξι της ξανθαίνει στον ήλιο.

Κουρασμένη από τη μάχη των θρήνων
Η ανάσα ενός τυμπάνου το νερό παγιδεύει,
Το παρελθόν της αρνείται η καρδιά μου
Και την πλεξούδα σου λύνει σε κύματα,

Επιτίθεται, ιππεύει – ή κυλά μεθυσμένη
Μέσα από αιμάτινα έλη, για να
Φυτέψει σημαία ολόχρυση
Στο σκοτεινό αυτό χάλκινο κάστρο

– Όπου, από αδιαφορία δακρύζει,
Την πλάτη η Ελπίδα γυρίζει και χαϊδεύει
Χωρίς κανένα αστέρι χλωμό να προβάλει
Τη σκοτεινή σαν κατάμαυρη γάτα Νυχτιά.

Αναστεναγμός

Στο μέτωπό σου η καρδιά μου όπου ονειρεύεται, γαλήνια αδελφή,
Ένα φθινόπωρο σπαρμένο φακίδες,
Και στα ουράνια όπου το αγγελικό σου βλέμμα πλανιέται
Υψώνεται, όπως σε κήπο περίλυπο,
Πιστή, ένα λευκό σιντριβάνι νερού προς το Γαλάζιο ανασαίνει!
– Προς το τρυφερό Γαλάζιο του χλωμού και καθάριου Οκτώβρη
Που αντανακλά στις μεγάλες δεξαμενές την άπειρη χαύνωση
Και αφήνει, στο πεθαμένο νερό όπου η πυρόξανθη αγωνία
Των φύλλων πλανιέται στον άνεμο και ένα κρύο αυλάκι σκαλίζει,
Να σέρνεται  ο κίτρινος ήλιος από μια ακτίνα ατέλειωτη.

 

Το “Σονέτο του 1885” μεταφράζει ο Στρατής Πασχάλης.

Αγνή, γενναία κι όμορφη η μέρα η τωρινή
μ’ ενός φτερού ολομέθυστου ριπή θα μας ξεσκίσει
λίμνη σκληρή της λησμονίας στην πάχνη που ‘ χει ορίσει
το κρυσταλλένιο πέταγμα στοιχειού χωρίς φυγή!

Κύκνος παλιός πως είναι αυτός στο νου του ανακαλεί
εξαίσιος μα κι άπελπις λυτρώνεται στη φύση,
που άφησε ατραγούδιστη, κι ας έχει εντός της ζήσει,
σαν ήρθε η πλήξη του άγονου χειμώνα η λαμπερή.

Θ’ αποτινάξει ο λαιμός απόγνωση λευκή
που την αρνιέται το πτηνό, του χώρου αυτού ποινή,
μα όχι τη φρίκη απ’ τα φτερά ως άγγιξαν τη γη.

Άσπίλο φάσμα ολόγυρα λαμποκοπάει σαν λύχνος,
φορά το κρύο τ’ όνειρο κι όλο περιφρονεί
ακίνητος κι ανώφελα στην εξορία ο Κύκνος.

 

Δύο ποιήματα από απόδοση Γ. Σ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΑ (δες εδώ για περισσότερα):

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ

Η σάρκα εθλίβη , άλλοι ! και διάβασα όλα τα βιβλία .
Να φύγω ! εκεί να φύγω ! νιώθω με πόση γοητεία
Μεθούν τα πουλιά ανάμεσα σε αφρούς και σε ουρανό !
Τίποτα , ούτε αρχαίοι κήποι σε ματιών κατοπτρισμό ,
Δεν σταματά την καρδιά αυτή που η θάλασσα διαβρέχει ,
Νύκτες ! ούτε το έρημο φως της λάμπας μου που αντέχει
Πάνω στο χαρτί τ’ άδειο , λευκότητα αμυντική
Κι ούτε η νεαρή γυναίκα η θηλάζουσα το παιδί .
Θα φύγω ! πλοίο , έχοντας την εξάρτιση λικνίσει ,
Την άγκυρα σου σήκωσε για ξωτική μια φύση !
Μια ανία , συντριμμένη απ’ των ελπίδων τον δαρμό ,
Στων μαντηλιών πιστεύει τον στερνό χαιρετισμό
Ακόμα ! κ’ ίσως οι ιστοί που καλούν τις τρικυμίες
Είναι απ’ αυτούς που ο άνεμος γέρνει σε ναυάγιων λείες ,
Χωρίς ιστούς , χωρίς ιστούς ούτε εύφορα νησιά …
Μα , το άσμα των ναυτών άκου , ω φευγάτη μου καρδιά !

ΑΤΙΤΛΟ

Γυναίκα
Χωρίς υπερδιέγερση ειδικού φλογμού
Το ρόδο που αμείλικτο ή από τραύμα εξαντλημένο
Όμοια απ’ το ντύμα το λευκό ή το πορφυρό λυμένο
Για να νιώσει μες τη σάρκα του δάκρυο διαμαντιού

Ναι χωρίς την δροσιά την κρίση αυτή η κίνηση αβρού
Τρόπου κι ούτε αύρα αν και, μαζί , διάβα ουρανού οργισμένο
Ζηλότυπο φέρνοντας διάστημα από εμέ αγνοημένο
Σε απλή μέρα τρισαλήθεια μέρα του παλμού ,

Δεν σου ειν’ αισθητό αυτό , ας λέμε , παρά σε κάθε χρόνο
Όταν η αυθόρμητη του χάρη αναγεννιέται δώρο
Στην ειδή σου να φτάνει ως θέλει μια έκφανση κ’ εγώ

Σαν θαλερό ριπίδι μες το δώμα ενώ εκθαμβώνει
Ορθώνοντας με αρμόζοντα εδώ λίγο τρανταγμό
Την όλη μας φιλία που θλίβουν οι έμφυτοι ίδιοι τόνοι .

 

*Το πορτρέτο του Stéphane Mallarmé στην φωτογραφία είναι από τον Pierre-Auguste Renoir 1892.