Category Archives: Paul Celan

“Φούγκα θανάτου”: Celan, Bach και Adorno

ΜΕΤΑΓΡAΦΟΝΤΑΣ Ἢ AΠΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤOΝ JOHANN SEBASTIAN BACH

“Δομικὸ καὶ αἰσθητικὸ πρότυπο τοῦ ποιήματος εἶναι ἡ μουσικὴ σύνθεση τῆς φούγκας: δύο μουσικὰ θέματα, ἕνα κύριο (Hauptthema) κι ἕνα δευτερεῦον ἢ θέμα-ἀντί, ἀντίθεμα (Gegenthema), τοποθετοῦνται τὸ ἕνα ἀπέναντι στὸ ἄλλο καὶ ἀναπτύσσονται σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς ἀντίστιξης (contra- punctum). Ἡ φούγκα ξεκινᾶ μονοφωνικὰ μὲ τὴν ἔκθεση τοῦ θέματος στὴν βασικὴ μουσικὴ κλίμακα (Dux). Ακολούθως, μία δεύτερη φωνὴ εἰσάγει τὸ θέμα, ἐλαφρῶς παραλλαγμένο, ὡς ἕνα εἶδος ‘ἀπάντησης’ (Comes), ἐνῶ ἡ πρώτη φωνὴ ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τῆς ἀντίστιξης. Tὸ σύμπλεγμα τῆς θεματικῆς ἔκθεσης καὶ τῆς ‘ἀπάντησης’ συνιστοῦν τὸ δομικὸ ὑλικὸ τῆς φούγκας, τὴν δομική της ἐκτέλεση (Exposition) ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ διαδοχικὰ ἢ καὶ ἐπάλληλα μέρη ὄχι κατ’ ἀνάγκην ὅμοια μεταξύ τους, διευρυμένα ἢ συντομευμένα, ἐνίοτε διπλασιασμένα, ἀντεστραμμένα σὰν σὲ καθρέφτη (καθρέφτισμα / Spiegelung) ἢ κίνηση καρκινική. Αὐτὲς οἱ ἀντιστικτικὲς παραλλαγὲς ἐξυπηρετοῦν τὴν δυναμικὴ ἀναβίβαση στὴν πολυφωνικὴ ἐξέλιξη. Ἀκόμη, ἡ τεχνικὴ ‘στρέττο’, ἡ στενὴ συμπόρευση τῶν δύο φωνῶν, Duc καὶ Comes, καὶ ἡ γρήγορη ἐκδίπλωσή τους ἐντείνουν ἐσωτερικὰ καὶ κορυφώνουν τὸν ρυθμὸ τῆς φούγκας. Τὸ τέλος δίνεται μὲ τὴν ἑνοποίησή τους, γνωστὴν ὡς Coda (“Fischerlexikon”, 1957, 55, 56).

Ὁ Meister τῆς φούγκας εἶναι ὁ Johann Sebastian Bach (1685- 1750). Ἄρχισε νὰ γράφει τὸ “Kunst der Fuge” («Τέχνη τῆς φούγκας»), 21 ἀντιστίξεις καὶ κανόνες, τὸ 1736, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι τὸ ἔργο, ἂν καὶ παραδομένο ἡμιτελές, θὰ τὸν ἀπασχολήσει ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Στὴν τελευταία ἀντίστιξη, τῆς ὁποίας τὰ τέσσερα μέρη ἔχουν κατανεμηθεῖ στοὺς τέσσερις φθόγγους τοῦ ὀνόματός του, Β-Α-C-H, λείπουν ἑπτὰ μουσικὰ μέτρα. Αὐτὰ τὰ ἐλλείποντα μέτρα καλοῦνται νὰ καλύψουν συμβολικὰ οἱ μουσικοὶ τῆς αὐτοσχέδιας ὀρχήστρας τοῦ Auschwitz (Fénelon, 1980). Ὁ ἐπιζήσας ἑβραῖος ποιητὴς ἐπιχείρησε κάτι περισσότερο: νὰ μεταγράψει τὴν φούγκα τοῦ Bach σὲ ποιητικὴ παρτιτούρα καὶ νὰ στηλιτεύσει τὴν φενακισμένη συνείδηση τοῦ μέσου γερμανοῦ, τοῦ κοινότοπου κακοῦ, ποὺ μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία νὰ συγκινεῖται ἀκούγοντας μουσικὴ δωματίου καὶ νὰ στέλνει παιδιὰ στοὺς θαλάμους ἀερίων.
Στὸ ποίημα τοῦ Celan καταγράφεται ὁ ραφιναρισμένος σαδισμὸς καὶ ἡ ἀνερμάτιστη βαρβαρότητα τοῦ γερμανοῦ δήμιου ὡς ἐκτροχιασμός, χωρὶς παλινόρθωση, τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Στὴν πρώτη δημοσίευση τοῦ ποιήματος, σὲ ρουμανικὴ μετάφραση ἀπὸ τὸν Petre Solomon καὶ μὲ τὸν τίτλο “Todestango“, διαβάζουμε τὸ συνοδευτικὸ σημείωμα: «Τὸ ποίημα […] ἀναφέρεται σὲ πραγματικὰ γεγονότα. Στὸ Lublin [Λούμπλιν] καὶ ἄλλα ναζιστικὰ στρατόπεδα θανάτου ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς καταδικασμένους ὑποχρεώνονταν νὰ παίζουν μουσική, τὴν ὥρα ποὺ ἄλλοι ἔσκαβαν τάφους» (περ. Contemporanul, Bukarest, Νr. 42, 2 Μαΐου 1947). Tὸ ποίημα στὴν γερμανικὴ ἐκδοχή του περιλαμβάνεται στὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ “Der Sand aus den Urnen” («Ἡ ἄμμος ἀπὸ τὶς ὑδρίες», 1948, μὲ δύο λιθογραφίες τοῦ Edgar Jené, ἐκδ. A. Sexl, Bιέννη). Τὸ ‘ταγκὸ’ ἔχει δώσει τὴν θέση του στὴν ‘φούγκα’. Ποιοί λόγοι ὑπαγόρευσαν αὐτὴν τὴν πολλῶν παραδηλώσεων ἀλλαγή;
Ὁ Celan δὲν θέλει ἕνα ποίημα-μαρτυρία ̇ δὲν θέλει τὸν αὐτόπτη μάρτυρα, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ μάρτυρας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Ἀντιθέτως, ἡ φούγκα ὁρίζει τὴν ἀναζήτηση μιᾶς φωνῆς (θέμα καὶ θέμα-ἀντί’), ἔστω καταδικασμένης νὰ μὴν ἠχήσει. Τὸ σπουδαιότερο, τὸ ποίημα ἀκολουθεῖ πιστὰ τὴν δομικὴ ἐξέλιξη τῆς φούγκας τοῦ Bach, τοῦ (Kapell-) Meister τῆς Γερμανίας. Τί ἀκριβῶς σημαίνει ἡ λέξη; Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας (πρωτο-) μάστορας. Ἡ λέξη προσδιορίζει τοὺς πάντες, ἀπὸ τὸν Θεὸ μέχρι τὸν μικροϊδιοκτήτη. Ὁ John Felstiner, ὁ βιογράφος τοῦ Celan, θεωρεῖ τὸν Bach τὸν κατ’ ἐξοχὴν Meister aus Deutschland (2008, 63). Τὸ ποίημα τοποθετεῖ ἀπέναντί του (Gegenthema) ἕναν ἀντίπαλο μυημένον στὴν μαγγανεία τῆς τέχνης, ἕναν μείζονα εἴρωνα τῆς μουσικῆς λειτουργίας. (…)

«Ἡ Φούγκα θανάτου δίνει πίσω στὸν κόσμο τὰ στρατόπεδα ἐξόντωσης καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ ἐπιστρέφει διαρκῶς σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους» (Jakob, 1993, σ. 146). Δὲν εἶναι memento mori οὔτε θρῆνος. Δὲν εἶναι προσευχὴ οὔτε ψαλμός. Ὁ Celan γράφει στὴν I. Bachmann: «Εἶναι ἕνα ἐπιτύμβιο κι ἕνας τάφος […]. Καὶ ἡ μάνα μου ἔχει μόνο αὐτὸν τὸν τάφο» (12.11.1959). Ὁ ποιητὴς κυριολεκτεῖ: Δὲν ὑπάρχουν μεταφορὲς καὶ ἀλληγορίες (ἀπάντηση στὸν W. Jens, 19.5.61). Tὸ «μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς», οἱ «τάφοι στὸν ἀέρα» δὲν ἀποτελοῦν ποιητικὲς εἰκόνες καὶ ὀξύμωρα. Ἡ μητρικὴ γλώσσα θὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο της τὸ σκοτάδι, τὴν γλώσσα τῶν δολοφόνων, γιὰ νὰ βγεῖ στὸ φῶς. Στὸν V. Lohniský ὁ Celan δηλώνει: «Στὸ ποίημα αὐτὸ προσπάθησα νὰ φέρω στὴν γλώσσα τὴν τερατωδία τῶν θαλάμων ἀερίων» (7.6.1960). Καὶ στὴν ὁμιλία του, κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ βραβείου Büchner, τονίζει: «Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς: Δὲν εἶναι καμιὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς μεταφορὲς σὲ πτώση γενική, ὅπως παρουσιάζονται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους κριτικούς μας, γιὰ νὰ μὴν μποροῦμε πιὰ νὰ προχωρήσουμε στὸ ποίημα ̇ δὲν πρόκειται πλέον γιὰ κανένα σχῆμα λόγου […], εἶναι πραγματικότητα […]» (“Der Meridian”, 22 Ὀκτ. 1960).”

AΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤῸΝ AΡΝΗΤΙΚO AΦΟΡΙΣΜO ΤΟΥ ADORNO

“Ὁ Adorno ἀπαντᾶ, στὴν διάλεξη μὲ τίτλο “Engagement oder künstlerische Autonomie” («Στράτευση ἢ καλλιτεχνικὴ αὐτονομία»), καὶ διευκρινίζει ἐπιμένοντας στὴν θέση του: «Τὴν πρόταση, πὼς εἶναι βαρβαρότητα νὰ γράφεις ποίηση μετὰ τὸ Auschwitz, δὲν θέλω νὰ τὴν μετριάσω ̇ […] Ἀλλὰ διατηρεῖ τὴν ἀλήθεια της καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Enzensberger, πὼς ἡ ποίη- ση πρέπει ἴσα ἴσα νὰ ἀντισταθεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόφανση, δηλαδὴ νὰ μὴν παραδοθεῖ στὸν κυνισμὸ μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ὕπαρξή της μετὰ τὸ Auschwitz […]. Ἡ ὑπερβολὴ στὸν πραγματικό, βιωμένο πόνο δὲν ἀντέχει κανενὸς εἴδους λήθη ̇ ἡ θεολογικὴ ρήση τοῦ Pascal ‘Δὲν ἔχουμε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ κοιμόμαστε’, πρέπει νὰ ἐκκοσμικευθεῖ»9. Οἱ ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν ἀναπαράσταση μιᾶς γενοκτονίας, τὴν παρουσίαση τοῦ Ὁλοκαυτώματος ποὺ «ἔκοψε τὴν ἀνάσα καὶ τὴν λέξη», διατηροῦνται.

Ὅταν, ὅμως, διαβάσει τὴν «Φούγκα…» καὶ γνωρίσει καλύτερα τὴν ποίηση τοῦ Celan, θὰ ἀναθεωρήσει τὴν ἄποψή του καί, ὁρισμένως, θὰ συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ποίησης. Γράφει στὸ Paralipomenon γιὰ τὸν Celan: «[…] Αὐτὴ ἡ ποίηση εἶναι διαποτισμένη ἀπὸ τὴν ντροπὴ τῆς τέχνης μπροστὰ στὸν πόνο ποὺ εἶναι πάνω τόσο ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ὅσο καὶ τὸν ἐξευγενισμό [Sublimierung]. Τὰ ποιήματα τοῦ Celan θέλουν νὰ μιλήσουν, μέσα ἀπ’ τὴν ἀποσιώπηση, γιὰ τὴν ἀπόλυτη φρίκη. Τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς ἀλήθειας τους γίνεται ἕνα Ἀρνητικό. Μιμοῦνται μιὰ γλώσσα κάτω ἀπὸ τὴν ἀβοήθητη γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου […], αὐτὴν τοῦ νεκροῦ ἀπὸ πέτρα καὶ ἄστρο». Συνηγορία τῆς ποίησης τοῦ Ὁλοκαυτώματος μὲ τὴν ἀπαίτηση γιὰ ἕνα ὑψηλὸ καλλιτεχνικὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ μαθητεία στὸν χασσιδισμὸ ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἄφωνη κραυγή, τὴν σιωπή, ὡς τὴν μόνη κατάλληλη ἀντίδραση στὴν βία καὶ τὴν τρομοκρατία (Martin Buber). Ὁ Adorno βλέπει στὸν Celan τὸν σπουδαιότερο ἐκπρόσωπο τῆς ἑρμητικῆς ποίησης νὰ ἀντιστρέφει μὲ τὴν οὐσία τῆς ἐμπειρίας τὴν ἔννοια τοῦ ἑρμητικοῦ. Τὸ 1966, στὴν «Ἀρνητικὴ διαλεκτική», κλείνει τὸν κύκλο τοῦ παράξενου ἀφορισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ἡ φιλοσοφία ἀναμετρήθηκε μὲ τὴν ποίηση ἐπάνω στὴ ζεστὴ ἀκόμη τέφρα τῆς Shoah σὲ μιὰ κρίση συνείδησης γιὰ τὸ κακὸ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ἀποτρέψει: «Ὁ διαιωνιζόμενος πόνος ἔχει τὸ ἴδιο δικαίωμα στὴν ἔκφραση ὅσο ὁ βασανιζόμενος νὰ οὐρλιάζει ̇ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἴσως ἦταν σφάλμα νὰ μὴν ἐπιτρέπεται νὰ γράφονται πιὰ ποιήματα μετὰ τὸ Auschwitz»

Πηγή: Περιοδικό Οροπέδιο #10 Άνοιξη 2011

 

Paul Celan: Φούγκα θανάτου

Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς τὸ πίνουμε τὸ βράδυ

τὸ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ τὸ πίνουμε τὴ νύχτα πίνουμε καὶ πίνουμε

σκάβουμε τάφους ψηλὰ στὸν ἀέρα ἐκεῖ ξαπλώνουμε ἁπλόχωρα

5 Ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια ποὺ γράφει

γράφει ὅταν σκοτεινιάζει στὴ Γερμανία τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

τὸ γράφει καὶ βγαίνει ἀπ’ τὸ σπίτι κι ἀστράφτουν τ’ ἀστέρια σφυρίζει κοντά του τὰ σκυλιά

σφυρίζει ἔξω τοὺς Ἑβραίους του νὰ σκάψουν ἕνα τάφο στὴ γῆ

μᾶς διατάζει ἐμπρὸς παῖξτε τώρα γιὰ χορό

10 Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὸ βράδυ

σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ σὲ πίνουμε τὴ νύχτα πίνουμε καὶ πίνουμε

Ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια ποὺ γράφει

γράφει ὅταν σκοτεινιάζει στὴ Γερμανία τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

15 Στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη σκάβουμε τάφους ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἐκεῖ ξαπλώνουμε ἁπλόχωρα

Φωνάζει χτυπᾶτε πιὸ βαθειὰ στὸ χῶμα ἐσεῖς ἐδῶ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι τραγουδᾶτε καὶ παίζετε

πιάνει στὴ ζώνη τὸ σιδερικὸ τὸ ἀνεμίζει τὰ μάτια του εἶναι γαλανά

χτυπᾶτε πιὸ βαθειὰ τὰ φτυάρια ἐσεῖς ἐδῶ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι παίζετε κι ἄλλο γιὰ χορό

20 Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὸ βράδυ σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ σὲ πίνουμε τὴ νύχτα

πίνουμε καὶ πίνουμε

ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια

Φωνάζει παῖξτε πιὸ γλυκὰ τὸν θάνατο ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

25 φωνάζει χτυπᾶτε τὰ βιολιὰ πιὸ σκοτεινὰ κι ἀνεβεῖτε μετὰ σὰν καπνὸς

στὸν ἀέρα θά ̓χετε τότε ἕνα τάφο στὰ σύννεφα νὰ ξαπλώνετε ἁπλόχωρα

Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὴ νύχτα

σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

σὲ πίνουμε βράδυ καὶ πρωὶ πίνουμε καὶ πίνουμε

30 ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία τὸ μάτι του εἶναι γαλανό

σὲ πετυχαίνει μὲ μολυβένια σφαίρα σὲ πετυχαίνει ἀκριβῶς

ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

ἀμολάει τὰ σκυλιά του ἐπάνω μας τάφους μᾶς δωρίζει στὸν ἀέρα

παίζει μὲ τὰ φίδια καὶ ὀνειρεύεται ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

35 τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη

 

 

Advertisements

Πού;

 

Τη νύχτα στον πέτρινο όγκο που γκρεμίζεται.

Στα πετραδάκια και τα χαλίκια της αναταραχής,
στον πιο αργό σάλο,
ο λάκκος της σοφίας που ονομάζεται Ποτέ.

Υδάτινες βελόνες
μπαλώνουν τη σκισμένη
σκιά – εκείνη πολεμάει να ξεφύγει
βαθύτερα
ελεύθερη.

Paul Celan

“… Εκεί που με ξέχασα μέσα σου, έγινες σκέψη,…” Paul Celan

Paul Celan

Όταν δεν ξέρω , δεν ξέρω ,
χωρίς εσένα , χωρίς εσένα , χωρίς Εσύ,

έρχονται τότε όλοι αυτοί ,
οι
αυτοαποκεφαλισμένοι , που
ισόβια ανεγκέφαλοι τη φυλή
των Χωρίς – Εσύ
υμνούσαν :

Αshrej ,

μια λέξη δίχως νόημα ,
μεταθηβετιανή ,
της Εβραίας
Αθηνάς
Παλλάδας
στις κρανοφόρες
ωοθήκες πιτσιλισμένη ,

κι όταν αυτός ,

αυτός ,

έμβρυο ,

δενδεν των Καρπαθίων αρπίζει ,

τότε στο κοπανέλι
δαντέλα πλέκει
η Αλλεμάντα

το αθάνατο
τραγούδι
που ξερνοβολά.

Σχόλια
1. [Αshrej ] , Εβραϊκά : ‘’σωτηρία ‘’. Λέξη με την οποία ξεκινούν πολλοί βιβλικοί ψαλμοί . Η γερμανική εκδοχή ‘’ Heil ‘’ απευθύνονταν στον Χίτλερ.
2. [των Καρπαθίων ]. Η Μπουκοβίνα , ιδιαίτερη πατρίδα του Celan στο βορειοανατολικό άκρο των Καρπαθίων , έπαψε να υπάρχει μετά την μετεγκατάσταση του γερμανικού και την θανάτωση του εβραϊκού πληθυσμού της.
3. [Αλλεμάντα ] . Γαλλικά : η Γερμανίδα ( Αllemande ).
4. Ο Celan δεν έχει σε όλο του το έργο αποκαλέσει ονομαστικά την Γερμανία ή τους κατοίκους της , εκτός από δυο φορές ΄ η μια από αυτές είναι στη “Φούγκα του Θανάτου’ ο στίχος ‘ ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία “.

*

Των γλάρων οι νεοσσοί , ασημόχρωμοι ,
εκλιπαρώντας επαιτούν απ ΄ το ενήλικο πουλί :
την κόκκινη βούλα στο κάτω
ράμφος , που είναι κίτρινη.

Μαύρο – μια απομίμηση
κεφαλιού σ ΄ το επιδεικνύει –
θα ήταν ένα ισχυρότερο θέλγητρο . Μα και το μπλε
είναι αποτελεσματικό , όμως δεν
κάνει την διαφορά το χρώμα :
πρέπει να είναι μια
γοητευτική μορφή , μια ακέραια ,
πλήρως
διαρθρωμένη ,
με μια κληρονομιά καθορισμένη.

……………………………………………………

Φίλε ,
περιχυμένε πίσσα κοπρίτη , εσύ ,
κι εδώ , σε τούτη
την ακτή , καταλήγεις
και στων δυο , χρόνου κι αιωνιότητας , τον
λάθος
λαιμό.

*
ΕΝΑΣ ΚΟΚΚΟΣ ΑΜΜΟΥ

Πέτρα , απ ΄ όπου σε πελέκησα ,
όταν η νύχτα τα δάση της αφάνιζε :
μορφή δέντρου σού έδωσα
και σε κάλυψα
με το καστανό τού ασθενέστερου λόγου μου
όπως μέσα σε φλούδα –

Ένα πουλί ,
ξεγλιστρώντας από το πιο στρόγγυλο δάκρυ ,
σαν τα φύλλα κινείται από πάνω σου:

μπορείς να περιμένεις ,
μέχρι να αχνοφέξει ανάμεσα σ ΄ όλα τα μάτια για χάρη σου
ένας κόκκος άμμου ,
αυτός που με βοήθησε να ονειρευτώ
όταν καταβυθίστηκα , για να σε βρω –

παρασύρεσαι προς τη ρίζα του
που σου δίνει φτερά , όταν το χώμα από θάνατο πυρώνει ,
τεντώνεσαι μπροστά ,
κι εγώ αιωρούμαι εμπρός σου όπως φύλλο
που ξέρει πού ανοίγουν οι πύλες.

*
ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ

Και τα ωραία που τράβηξες , και τα μαλλιά
που τραβάς :
ποιό χτένι
θα τα καλοχτενίσει πάλι , τα ωραία μαλλιά ;
Ποιό χτένι
σε τίνος το χέρι ;

Και οι πέτρες που σώριασες ,
αυτές που σωριάζεις :
τις σκιές πού θα ρίξουν ,
και πόσο μακριά ;

Κι ο αέρας που από πάνω περνά ,
κι ο αέρας :
θα αρπάξει μια πέτρα απ ΄ αυτές ,
να την αποδώσει σε σένα ;

*
ΜATI TOY ΧΡΟΝΟΥ

Αυτό είναι το μάτι του χρόνου :
λοξοκοιτάζει
κάτω από επτάχρωμο φρύδι .
γλύφουν φωτιές το βλέφαρο του,
το δάκρυ του είναι ατμός .

Τυφλό το αστέρι πλησιάζει πετώντας
και λιώνει πάνω στις καυτές βλεφαρίδες του :
ζεσταίνει στον κόσμο ,
και οι νεκροί
πετούν μπουμπούκια και ανθίζουν.

*

Εκεί που με ξέχασα μέσα σου ,
έγινες σκέψη,

κάτι
διαπερνά και τους δυο μας
βουίζοντας :
του κόσμου η πρώτη
από τις τελευταίες
φτερούγες,

καλύπτει τρίχωμα
το τρικυμισμένο μου
στόμα ,

εσύ
δεν
συν –
έρχεσαι.

*
ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ

Έτσι στέκομαι , πετρωμένος , πλάι
στην απόσταση , αυτήν που σ’ οδήγησα :

Σκαμμένες
από σύννεφα άμμου οι δυο
εσοχές στο κάτω άκρο του μετώπου.
Σκοτάδι μέσα τους ,
προϊόν παρατήρησης.

Ολόκληρο πάλλεται
από σιωπηλά σφυριά στον αέρα
το σημείο ,
αυτό που μ’ ακούμπησε το φτερωτό μάτι .

Πίσω του ,
στον τοίχο παράμερα,
το σκαλοπάτι
που οκλάζει ,
ό, τι έχει ανέλθει στη μνήμη.

Και εδώ
μια φωνή διαρρέει ,δωρολήπτης της νύχτας ,
απ’ όπου τη μέθη αντλείς.

*
TENEBRAE

Πλησίον είμαστε ,Κύριε ,
πλησίον και απτοί.

Ειλημμένοι ,Κύριε , ήδη ,
με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι , σα να ΄ τανε
το σώμα καθενός μας
σώμα σου ,Κύριε.

Δεήσου , Κύριε ,
δεήσου υπέρ ημών ΄
είμαστε κοντά .

Σκεβροί από τον αέρα βαδίζαμε ,
πηγαίναμε στη λακκούβα να σκύψουμε ,
στη γούβα με το νερό .

Στην ποτίστρα πηγαίναμε ,Κύριε.

Ήταν αίμα , ήταν ,
αυτό που μέσα της έριξες , Κύριε .

Έλαμπε.

Στα μάτια την εικόνα σου μας εκτίναξε , Κύριε .
Μάτια και στόμα μένουν ορθάνοικτα και άδεια , Κύριε .
Ήπιαμε , Κύριε .
Το αίμα και την εικόνα που ήταν στο αίμα , Κύριε.

Δεήσου , Κύριε .
Είμαστε κοντά.

1. [ TENEBRAE ] : Λατινικά . Το σκοτάδι , το έρεβος , η άβυσσος.
2. [ με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι ], ineinander verkrallt , στο πρωτότυπο. Το ρήμα «verkrallen »( γαντζώνομαι ) ετυμολογείται από το ουσιαστικό « Kralle» : το νύχι (του ζώου)

*
ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΛΕΓΜΑ

Οφθαλμοσφαιρικό εν μέσω ράβδων .

Παλίνδρομο ζώο το βλέφαρο
λάμνει προς τα πάνω,
ελευθερώνει ένα βλέμμα.

Ίρις , κολυμβήτρια , στερημένη ονείρων και θολή :
ο ουρανός , καρδιόφαιος , είναι μάλλον κοντά.

Διαγωνίως , εντός στομίου σιδηρού ,
πριονίδι αναδίδον καπνό .
Μέσω της αισθήσεως του φωτός
εικάζεις την ψυχή.

(Αν ήμουν όπως εσύ . Αν ήσουν όπως εγώ.
Δεν θα βρισκόμασταν
κάτω απ ΄ τον ίδιο αληγή άνεμο ;
Είμαστε ξένοι. )

Τα πλακίδια . Επί τούτων ,
εις πυκνή μεταξύ των διάταξη , οι δυο
καρδιόφαιοι λάκκοι :
δυο
σιωπές μεγέθους στόματος πλήρους .

1. [οφθαλμοσφαιρικό ], augenrund ,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός. Σύνθετο επίθετο από: Αuge (το μάτι ) + n + rund ( στρογγυλός , σφαιρικός ): σφαιρικός σαν μάτι. Στο στίχο έχει ουσιαστικοποιηθεί και έχει θέση υποκειμένου : (κάτι ) σφαιρικό σαν μάτι.
2.[παλίνδρομο ζώο] , Flimmertier , στο πρωτότυπο. Σύνθετο ουσιαστικό : flimmern (αχνοφέγγω – στην βασική του έννοια- ) + Τier ( ζώο). Ωστόσο το ρήμα προσδιορίζει και την ακούσια κίνηση οργάνων ή λειτουργιών (Flimmerbewegung) , όπως των ματιών , της αναπνοής ή του τριχώματος των ζώων. Η δεύτερη αυτή μεταφραστική άποψη που επιλέχθηκε εδώ , φαίνεται να ενισχύεται και από τον στίχο «λάμνει προς τα πάνω » που ακολουθεί.
3. [καρδιόφαιος], herzgrau,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός.

Ο Μ. Ηeidegger στο Τοdtnauberg, έξω από την αλπική καλύβα με την πηγή , στην οποία αναφέρεται το ποίημα του P. Celan.

*

TODTNAUBERG

Άρνικα , Ευφρασία, η
πόση από την πηγή με το
τετράγωνο αστέρι από πάνω ,

στην αλπική
καλύβα ,

η εγγραφή
-τίνος το όνομα είχε γραφτεί
πριν το δικό μου ; –
η αράδα στο βιβλίο
για την προσδοκία, σήμερα ,
μιας λέξης ενός στοχαστή
που θα ΄ ρθει
στην καρδιά,

δασικές καμπύλες , ανισόπεδες ,
ορχιδέα και ορχιδέα , μεμονωμένες ,

χοντροκουβέντες , κατά τη διαδρομή ,
σαφώς ,

αυτός που μας οδηγεί , ο άνθρωπος ,
που τις ακούει κι αυτός ,

τα μισο –
πατημένα ξυλό –
σκαλα στο τυρφώδες χώμα ,

υγρασία ,
πολλή.

1.Ο Celan βρέθηκε στη Γερμανία μεταξύ 22. 7 και 2 .8. 1967. Στις 25. 7. Επισκέφθηκε τον Μ. Heidegger στον Μέλανα Δρυμό ,όπου ο δεύτερος διατηρούσε μια αλπική καλύβα.
2.[Todtnauberg ]. Τοπωνύμιο. «Το βουνό του θανάτου». Αξίζει να σημειωθεί η ηχητική ομοιότητα της λέξης με την επωνυμία της εταιρίας χωματουργικών εργασιών ‘’ Τodt ‘’ , στην οποία εργάζονταν αιχμάλωτοι Εβραίοι . Στην ίδια εταιρία είχαν εργαστεί και οι γονείς του
του Celan ως αιχμάλωτοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης.
3.[ Άρνικα , Ευφρασία]. Ονόματα θεραπευτικών φυτών.
4. [με το τετράγωνο αστέρι ]. Στην αυλή της αλπικής καλύβας υπάρχει πηγή πόσιμου νερού
με τη διακόσμηση ενός τετράγωνου ξύλινου αστεριού.

Paul Celan, Δέκα ποιήματα (μτφρ-σχόλια-επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης)

Πηγή: poiein