Category Archives: Φιλοσοφία

 Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)

Η αντικειμενική βάση τής φιλοϊμπεριαλιστικής τάσης μέσα στο μαρξισμό [οφείλεται] στην ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Στο θεωρητικό πεδίο, η τάση αυτή εκδηλώνεται με τη διαρκή προσπάθεια εξάλειψης τού ζητήματος τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης και κατανομής τής υπεραξίας. Αυτή η τάση οδηγεί σε αποτελέσματα που συμφωνούν, σε όλα τα πεδία, με τις απαιτήσεις τής προοπτικής τής κρατικιστικής έκβασης.

rodchenko-black-on-black

Πράγματι, η εξάλειψη τού συγκεκριμένου ζητήματος βάζει τέλος στον προλεταριακό διεθνισμό που στην εποχή μας δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην αντι-ιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς τής περιφέρειας. Επιπλέον συμβάλλει στη διατήρηση τής οικονομιστικής ιδεολογίας των εμπορευματικών σχέσεων στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογεί επίσης τη διαιώνιση τόσο τής εσωτερικής εκμετάλλευσης (ανανεώνοντας τα οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με την ουδετερότητα τής τεχνολογίας, τον καταμερισμό τής εργασίας, τις διαφορές τής παραγωγικότητας κ.λπ.) όσο και τής εξωτερικής (διαφορές παραγωγικότητας σε παγκόσμια κλίμακα) […]

[Αξίζει να επισημάνουμε ότι] όποιες και να είναι οι σχολές ή οι κατευθύνσεις έρευνας [τού δυτικού «μαρξισμού»], τα επιχειρήματα που δίνονται ενάντια στις αναλύσεις που παίρνουν θέση στο πεδίο των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα είναι πάντα τα ίδια: […] η δογματική επιβεβαίωση για ένα αποκλειστικό [και υποκριτικότατο] ενδιαφέρον για τις σχέσεις παραγωγής (περιορισμένες στην πραγματικότητα στα πλαίσια τής στοιχειώδους καπιταλιστικής μονάδας στον αναπτυγμένο καπιταλισμό), πράγμα που επιτρέπει να αποφεύγεται, με το πρόσχημα τού «αντι-κυκλοφορισμού» [Μηλιός και Σια], η ανάλυση τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης τής υπεραξίας. Αλλά πίσω από τον θεωρητικό δογματισμό κρύβεται συνήθως η αντίδραση, πράγμα γνωστό από τον καιρό τού Κάουτσκι και τής σοβιετικής Ακαδημίας, Οι «κριτικοί» μας έχουν ξεχάσει το αλφαβητάρι τού μαρξισμού: η αξία δεν είναι μια κατηγορία τής διαδικασίας τής παραγωγής, αλλά τής συνολικής διαδικασίας τής παραγωγής και τής κυκλοφορίας. Ο δογματισμός αυτός κρύβει έναν ουσιώδη οικονομισμό: όλα τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενάντια στην ανάλυση των ταξικών σχέσεων μέσα σε ένα σύστημα που χωρίζεται σε κέντρα και περιφέρειες [η «θεωρία» τής ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας», για «παράδειγμα»] είναι ιδεολογικές δικαιολογίες τής υπερεκμετάλλευσης τής περιφέρειας που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό με τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τις διαφορές των μισθών στην επιχείρηση ανάλογα με τις διαφορές τής παραγωγικότητας, τής κατάρτισης, τής ευθύνης κ.λπ.

Η θεωρητική και πρακτική στειρότητα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος στον μαρξισμό αναγνωρίστηκε τελευταία από ένα θύμα αυτού τού ρεύματος, τον Πέρι Άντερσον. Αυτός χαρακτηρίζει ως «δυτικό μαρξισμό» το σύνολο των ρευμάτων που ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι «βγαλμένα από την ήττα τού εργατικού κινήματος» […] Αλλά ξεχνά, πολύ περίεργα, να εξηγήσει τους λόγους τής σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας μέσα στις εργατικές τάξεις των προηγμένων κέντρων. […] Όταν ο [ίδιος] συγγραφέας περιγράφει τα ρεύματα τού «μη δυτικού» μαρξισμού, επεκτείνεται στον τροτσκισμό [ο κούκος στη φωλιά τού «μη δυτικού» μαρξισμού], αλλά ξεχνά την Κίνα και τον μαοϊσμό. […] [Ο Άντερσον δεν διστάζει] να τοποθετήσει τον «δυτικό μαρξισμό» στον χώρο τής θεωρίας [ή ακόμα και τού ακαδημαϊσμού]. […] Η πρακτική στειρότητα τού εν λόγω «μαρξισμού» είναι ακόμα πιο έκδηλη από τη θεωρητική του στειρότητα. Ποιο είναι οι λόγοι αυτής τής πρακτικής στειρότητας; Μπορούμε να ξεχάσουμε εδώ την ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων; Πού στοχεύουν οι επαναστατικές προσπάθειες; Γιατί υπάρχει όντως ένα επαναστατικό ρεύμα, έστω και μειοψηφικό, που εκφράζεται σε όλη τη νότια Ευρώπη. Ο περιορισμός τού ρεύματος αυτού, προς το παρόν τουλάχιστον, στην Πορτογαλία ή στην Ιταλία, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία σύλληψης μιας κοινωνίας έξω από το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεν είναι μόνο οι απαιτήσεις τής Ατλαντικής Συμμαχίας που [λειτουργούν ως ανασταλτικός παράγοντας]. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα τής ατλαντικής και ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων που έχει παγιδεύσει τους λαούς τής Δύσης επιβάλλοντάς τους μιαν αλληλεγγύη ενάντια στον τρίτο κόσμο, που δεν εκδηλώνεται μόνο με τον χυδαίο φασισμό [«σύγκρουση “εθνικισμών”=φασισμών στην Ουκρανία»]: ο αντικινεζικός φανατισμός τού αναρχισμού και τού τροτσκισμού, η «θεωρία» τού ασιατικού τρόπου παραγωγής και οι αντιτριτοκοσμικές διαμαρτυρίες, έστω και αν εκφράζονται σε αριστερίστικη γλώσσα, αποτελούν επίσης μέρος της. Ο τροτσκισμός νομίζει ότι απαντά στο πρόβλημα ξεφεύγοντας προς τα μπρος με λόγια που απαλλάσσουν από τη δράση: «η επανάσταση θα είναι παγκόσμια». Εν τω μεταξύ, όμως, η επανάσταση δεν είναι παγκόσμια και ο κινητήρας τής Ιστορίας [εξακολουθεί να είναι] η πάλη των τάξεων που στην περιφέρεια τού συστήματος έχει ως πλαίσιο τον εθνικο-απελευθερωτικό αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα. […] Αρνούμενος να δει την εθνική απελευθέρωση σαν μέρος τής κρίσης τού καπιταλισμού και τής μετάβασης στο σοσιαλισμό και όχι τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού, ο δυτικός μαρξισμός εκφράζει έτσι την φιλοϊμπεριαλιστική του τάση. […] Η οργάνωση τής εργατικής τάξης [στα ιμπεριαλιστικά κέντρα] κάτω από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία ενσωματώνει τους εργαζομένους στο αστικό έθνος και τους κάνει αλληλέγγυους με την αστική τους τάξη στον εξωτερικό ανταγωνισμό. […] Αυτή είναι η καθημερινή έκφραση των κυρίαρχων εργατικών, σοσιαλδημοκρατικών και ρεβιζιονιστικών «κυβερνητικών προγραμμάτων».

Αλλά και στον τομέα τής θεωρίας, τα παραδείγματα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος δεν είναι λιγότερο συχνά. […] Πρώτο παράδειγμα: η επιστροφή στην αστική θεωρία των σταδίων ανάπτυξης που αντικαθιστά τη λενινιστική θεωρία τού ιμπεριαλισμού και τής άνισης ανάπτυξης. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα μας προσφέρει ο άγγλος τροτσκιστής Τζέφρι Κέι, που «αποδείχνει» ότι οι υπανάπτυχτες χώρες είναι τέτοιες όχι γιατί τις υπερεκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, αλλά γιατί δεν τις υπερεκμεταλλεύεται αρκετά. [Πρόκειται για «μαρξισμό»] «σύμφωνα με τις αρχές τού Σέσιλ Ρόουντς» […]

Δεύτερο παράδειγμα: η αντικατάσταση τού ιστορικού υλισμού με την πολιτική οικονομία των πολυεθνικών. […] Το συγκεκριμένο ρεύμα αρνείται να θεωρήσει την κρίση [τού 1971] έτσι όπως αυτή είναι: μια κρίση στις εθνικές και διεθνείς ταξικές συμμαχίες που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που συνδέονται με τους ταξικούς αγώνες σε παγκόσμια κλίμακα, [… δηλ.] μια κρίση τού διεθνούς καταμερισμού τής εργασίας. Έχοντας απορρίψει αυτόν τον προσανατολισμό, οι συγγραφείς [τού συγκεκριμένου ρεύματος] γυρεύουν [μάταια] τα αίτια τής κρίσης στο εσωτερικό των οικονομιών τού κέντρου [«τα ποσοστά τού κέρδους» που … πέφτουν … και …πέφτουν ….] στις ΗΠΑ, αλλά δεν μας προσφέρουν περισσότερα από ό,τι οι αναρίθμητοι αστοί αναλυτές τού φαινομένου.

Τρίτοι παράδειγμα: [οι «μαρξολόγοι»] που αποτελούν τον κύριο όγκο τής τροτσκιστικής φάλαγγας, καθώς και οι ρεβιζιονιστές ακαδημαϊκοί. Στους συγγραφείς αυτούς, η ανάλυση τού ιμπεριαλισμού παίρνει τη θέση ενός επιφαινομένου. [Για παράδειγμα] η έκθεση τού Βαλιέ για τον ιμπεριαλισμό ξεχνά την πολιτική πλευρά τού ζητήματος (σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία) για να θυμηθεί μόνο την τεχνική του πλευρά (τα μονοπώλια). Ο εργατισμός που χαρακτηρίζει αυτό το ρεύμα συνοδεύεται πάντα απο μια ανέκκλητη καταδίκη των εθνικο-απελευθερωτικών, «αγροτικών» και «αστικών» αγώνων, που εννοείται δεν παρουσιάζουν κανένα «ενδιαφέρον».

Τέταρτο παράδειγμα: η [μαρξο-φεμινιστική] «εθνογραφία» που «συμπληρώνει» τους τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην ταξική εκμετάλλευση με ένα λεγόμενο «οικιακό» τρόπο παραγωγής υπεριστορικού χαρακτήρα, χώρο τής «αιώνιας» εκμετάλλευσης τής γυναίκας από τον άντρα. Έτσι ο Μ. Σάλινς και άλλοι έκριναν ότι μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ανάλυση των προκαπιταλιστικών αγροτικών τρόπων παραγωγής με τον οικιακό τρόπο και να σβήσουν έτσι τον τρόπο λειτουργίας τής ειδικής εκμετάλλευσης που ο ιμπεριαλισμός επιβάλλει στους δυναστευόμενους αγρότες τής περιφέρειας. [Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση τού Ρέι,] πίσω από κάθε υπερεκμεταλλευόμενο προλετάριο τής πειρφέρειας, υπάρχουν δέκα αγρότες στην ίδια κατάσταση. Η εκμετάλλευση εκδηλώνεται με την προμήθεια τού γεωργικού πλεονάσματος που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης τού προλετάριου σε συνθήκες όπου τα αγαθά που παράγονται, μέσα σε πλαίσια μη καπιταλιστικά, πουλιούνται πάντοτε κάτω από την αξία τους [τυπική υπαγωγή]. Υπάρχει εδώ μια θεωρητική βάση για την επαναστατική εργατοαγροτική συμμαχία, που αποδείχνει ότι ο μαρξισμός είναι πάντα επαναστατικός.

Πέμπτο παράδειγμα: η ιστοριογραφία τού «ευρωπαϊκού θαύματος» [εμφάνιση τού καπιταλισμού] και η αναντίρρητη βεβαίωση ότι όλες οι μη ευρωπαϊκές προκαπιταλιστικές κοινωνίες ήταν ανέκκλητα καταδικασμένες σε στασιμότητα. Ο Τόκεϊ και οι μαθητές του έκαμαν έτσι τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» ένα όπλο αντι-μαοϊκής πολεμικής με κάποια μούχλα φασισμού. Κατόπιν, η θέση αυτή αποδείχτηκε ότι ήταν ο Δούρειος Ίππος μέσω τού οποίου οι «νέοι φιλόσοφοι» τού «αντι-ολοκληρωτισμού» εισήγαγαν λαθραία [στην «δυτικό μαρξισμό»] την ιδεαλιστική κοινωνιολογία τού Βέμπερ […], θέτοντάς την στην υπηρεσία τής πολιτικής τής αστικής τάξης.

5. Η διαλεκτική ανάμεσα στους ταξικούς αγώνες και την οικονομική βάση, η οποία αποτελεί την ουσία τού ιστορικού υλισμού, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν τοποθετήσουμε καθένα από τους όρους της στο αληθινό του πλαίσιο, που είναι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. [Εδώ] εντοπίζεται η τομή ανάμεσα στον προ-λενινιστικό μαρξισμό και τον μαρξισμό-λενινισμό-μαοϊσμό. […] Όπως και ο μαρξισμός τού Μαρξ, ο λενινισμός δεν μπορεί να νοηθεί σαν ένα κλειστό δόγμα, μια θρησκεία εξ αποκαλύψεως. […] Είναι αξιοσημείωτο ότι η συζήτηση στη Δύση για τον λενινισμό στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον Λένιν τού «Τι να κάνουμε;», δηλ. γύρω από το ζήτημα τής οργάνωσης τής εργατικής τάξης και τής πρωτοπορίας της. Αντίθετα, […] η σημασία τού «Ιμπεριαλισμού» τού Λένιν ευνουχίζεται. Εμείς καταλαβαίνουμε τον λενινισμό εντελώς διαφορετικά. Ο «Ιμπεριαλισμός» προσδιορίζει τις νέες συνθήκες των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα: […] η ιστορική φάση των αστικών επαναστάσεων έχει τελειώσει, αρχίζει πλέον η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, η σοσιαλδημοκρατία στο κέντρο έχει σαν αντικειμενική βάση την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα αποτελεί στο εξής αναπόσπαστο μέρος τής ανερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι πια τής αστικής επανάστασης. […] Ωστόσο, ο Λένιν εισάγει την στρατηγική τής αδιάκοπης επανάστασης κατά στάδια, βασισμένη στην ηγεμονία τού προλεταριάτου στην αστική φάση τής επανάστασης. […] Στην περιφέρεια, όμως, η αστική δημοκρατία δεν υπάρχει (υπάρχει στο κέντρο μόνο δια μέσου και χάρη στον κυρίαρχο ιμπεριαλισμό και την ενσωμάτωση τής εργατικής τάξης). Στην περιφέρεια, το προλεταριάτο είναι μειοψηφία. Μπορεί και οφείλει να παρασύρει μεγάλες αγροτικές μάζες που δεν μπορούν να οργανωθούν σαν την εργατική τάξη. Η διανόηση, που στο κέντρο είναι στην υπηρεσία τού κεφαλαίου, στην περιφέρεια είναι στο στρατόπεδο τής επανάστασης κ.λπ. […] [Ο ιμπεριαλισμός] δεν σημαίνει απλώς τον «καπιταλισμό των μονοπωλίων», αλλά επιπλέον τον καπιταλισμό των μονοπωλίων που αποσπούν ένα αυξανόμενο μέρος υπερεργασίας από την εκμετάλλευση των λαών τής περιφέρειας. Η αναπαραγωγή τής σοσιαλδημοκρατικής τάξης πραγμάτων στο κέντρο συνεπάγεται υποχρεωτικά την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης στην περιφέρεια.

Χωρίς αμφιβολία μπορεί κανείς να συζητήσει ή και να απορρίψει την λενινιστική θέση. Αυτή ήταν η περίπτωση των σοσιαλδημοκρατών που αρνούνταν να παραδεχτούν ότι η εποχή τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού [στις περιφέρειες] είχε περάσει, γιατί σαν δυτικοκεντρικοί κοροϊδεύανε τον υπόλοιπο κόσμο και γίνονταν ανοιχτά οι συνένοχοι τής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Ήταν όμως και η περίπτωση πολλών δυτικών επαναστατών. [Ορισμένοι από αυτούς] είχαν προαισθανθεί ορισμένες ανεπάρκειες τής ρωσικής επανάστασης. Υπήρξαν έτσι μερικοί διάλογοι, είτε σαφείς είτε με υπονοούμενα, ανάμεσα στον Λένιν, τη Λούξεμπουργκ, τον Γκράμσι, τον Πάνεκουκ, τον Άντλερ κ.ά. και τους «κομμουνιστές των συμβουλίων», τους «αριστεριστές» κ.ο.κ. […] Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση η σύγχρονη κριτική τού λενινισμού είναι δεξιά. Ο τροτσκισμός, που κι αυτός ισχυρίζεται ότι είναι λενινιστικός, δεν είναι καθόλου τέτοιος: η αυστηρά δυτικοκεντρική του θεώρηση τον υποχρεώνει να τελματώνεται στη δογματική εξήγηση. […] Αντίθετα, η αριστερή κριτική τού λενινισμού, η λύση στα πρακτικά προβλήματα που αυτός έθεσε, αποτελεί τη συνεισφορά τού μαοϊσμού. […] Η πρακτική και η θεωρία τής πάλης των τάξεων στη φάση τής σοσιαλιστικής μεταβατικής περιόδου […] αναπτύχθηκαν από τον μαοϊσμό πάνω στη βάση τού λενινισμού και στα πλαίσια ενός μαρξισμού που παραμένει ο μαρξισμός τής εποχής τού ιμπεριαλισμού και τής κρίσης του.

 

Νόμος τής Αξίας και ιστορικός υλισμός (1977/80, σελ.128 και επ.), Μετάφρ. Μ. Κρητικού

Πηγή:  Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)

Advertisements

Λένιν: το Κράτος ως μη-σκέψη

Η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική δεν έγκειται στην εκ των υστέρων αμερόληπτη κριτική διαδικασία ούτε στην ακαδημαϊκή της μεταφυσικοποίηση της πραγματικότητας.

Η φιλοσοφία αντιθέτως εκφράζει, παραφράζοντας τον Badiou, την διαλεκτική διαδικασία της σκέψης της τυπολογίας των πολιτικών εγχειρημάτων. Η φιλοσοφία όμως μέχρι και σήμερα δεν κατάφερε να αποτινάξει απο πάνω της την σισύφεια πραγματολογική έννοια της δημοκρατίας ως μορφή του Κράτους.   Ο Badiou ισχυρίζεται οτι “ακόμα και στη φιλοσοφία η “δημοκρατία” φαίνεται να λειτουργεί ως όνομα για μια μορφή του Κράτους ‘η οποία’ αντιτίθεται σε άλλες μορφές όπως η τυραννία, η αριστοκρατία…”

Αν η φιλοσοφία δεν κατάφερε να αποτινάξει αυτό τον ζυγό της δημοκρατίας έγκειται μόνο επειδή δεν καταφέρνει να αποδεσμευτεί από την κρατικιστική της διαχειριστική σκέψη.

Ο Λένιν κατάφερε να μας διαφωτίσει με την εισαγωγή του μαρασμού του Κράτους και να βάλει τα θεμέλια της αποδόμησης των πολιτικών φιλοσοφιών που δεν αντέχουν να αυτοπροσδιορίζονται χωρίς την κρατική τους οντολογική ύπαρξη. Ο λενινιστικός μαρασμός του Κράτους προϋποθέτει λοιπόν την επαναστατική φιλοσοφική σκέψη η οποία καταφέρνει να τυπολογεί τις πολιτικές φιλοσοφίες μέσα από την βάσανο της διαλεκτικής άρνησης καταρρίπτοντας το  περιεχόμενο της κρατικιστικής σκέψης κάθε μορφής.

Αν λοιπόν φιλοσοφία σημαίνει σκέψη τότε το Κράτος ως δημοκρατική μορφή, ή όποια άλλη μορφή, τοποθετεί τα όρια του εκάστοτε εφικτού και διαχειριστικού τρόπου πολιτικής και σκέψης με βάση την κρατική κυριαρχία.

Ο Λένιν με τον μαρασμό του Κράτους αφήνει το διευρυμένο περιθώριο, σ’ αυτό που η φιλοσοφία ξέρει πολύ καλά να κάνει: να σκέφτεται. Ως εκ τούτου, όσο υπάρχει κράτος τόσο η φιλοσοφία δεν σκέφτεται και τόσο η πολιτική δεν χειραφετείται.

“Φούγκα θανάτου”: Celan, Bach και Adorno

ΜΕΤΑΓΡAΦΟΝΤΑΣ Ἢ AΠΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤOΝ JOHANN SEBASTIAN BACH

“Δομικὸ καὶ αἰσθητικὸ πρότυπο τοῦ ποιήματος εἶναι ἡ μουσικὴ σύνθεση τῆς φούγκας: δύο μουσικὰ θέματα, ἕνα κύριο (Hauptthema) κι ἕνα δευτερεῦον ἢ θέμα-ἀντί, ἀντίθεμα (Gegenthema), τοποθετοῦνται τὸ ἕνα ἀπέναντι στὸ ἄλλο καὶ ἀναπτύσσονται σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τῆς ἀντίστιξης (contra- punctum). Ἡ φούγκα ξεκινᾶ μονοφωνικὰ μὲ τὴν ἔκθεση τοῦ θέματος στὴν βασικὴ μουσικὴ κλίμακα (Dux). Ακολούθως, μία δεύτερη φωνὴ εἰσάγει τὸ θέμα, ἐλαφρῶς παραλλαγμένο, ὡς ἕνα εἶδος ‘ἀπάντησης’ (Comes), ἐνῶ ἡ πρώτη φωνὴ ἀναλαμβάνει τὸν ρόλο τῆς ἀντίστιξης. Tὸ σύμπλεγμα τῆς θεματικῆς ἔκθεσης καὶ τῆς ‘ἀπάντησης’ συνιστοῦν τὸ δομικὸ ὑλικὸ τῆς φούγκας, τὴν δομική της ἐκτέλεση (Exposition) ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ διαδοχικὰ ἢ καὶ ἐπάλληλα μέρη ὄχι κατ’ ἀνάγκην ὅμοια μεταξύ τους, διευρυμένα ἢ συντομευμένα, ἐνίοτε διπλασιασμένα, ἀντεστραμμένα σὰν σὲ καθρέφτη (καθρέφτισμα / Spiegelung) ἢ κίνηση καρκινική. Αὐτὲς οἱ ἀντιστικτικὲς παραλλαγὲς ἐξυπηρετοῦν τὴν δυναμικὴ ἀναβίβαση στὴν πολυφωνικὴ ἐξέλιξη. Ἀκόμη, ἡ τεχνικὴ ‘στρέττο’, ἡ στενὴ συμπόρευση τῶν δύο φωνῶν, Duc καὶ Comes, καὶ ἡ γρήγορη ἐκδίπλωσή τους ἐντείνουν ἐσωτερικὰ καὶ κορυφώνουν τὸν ρυθμὸ τῆς φούγκας. Τὸ τέλος δίνεται μὲ τὴν ἑνοποίησή τους, γνωστὴν ὡς Coda (“Fischerlexikon”, 1957, 55, 56).

Ὁ Meister τῆς φούγκας εἶναι ὁ Johann Sebastian Bach (1685- 1750). Ἄρχισε νὰ γράφει τὸ “Kunst der Fuge” («Τέχνη τῆς φούγκας»), 21 ἀντιστίξεις καὶ κανόνες, τὸ 1736, χωρὶς νὰ ὑποπτεύεται ὅτι τὸ ἔργο, ἂν καὶ παραδομένο ἡμιτελές, θὰ τὸν ἀπασχολήσει ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Στὴν τελευταία ἀντίστιξη, τῆς ὁποίας τὰ τέσσερα μέρη ἔχουν κατανεμηθεῖ στοὺς τέσσερις φθόγγους τοῦ ὀνόματός του, Β-Α-C-H, λείπουν ἑπτὰ μουσικὰ μέτρα. Αὐτὰ τὰ ἐλλείποντα μέτρα καλοῦνται νὰ καλύψουν συμβολικὰ οἱ μουσικοὶ τῆς αὐτοσχέδιας ὀρχήστρας τοῦ Auschwitz (Fénelon, 1980). Ὁ ἐπιζήσας ἑβραῖος ποιητὴς ἐπιχείρησε κάτι περισσότερο: νὰ μεταγράψει τὴν φούγκα τοῦ Bach σὲ ποιητικὴ παρτιτούρα καὶ νὰ στηλιτεύσει τὴν φενακισμένη συνείδηση τοῦ μέσου γερμανοῦ, τοῦ κοινότοπου κακοῦ, ποὺ μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια εὐκολία νὰ συγκινεῖται ἀκούγοντας μουσικὴ δωματίου καὶ νὰ στέλνει παιδιὰ στοὺς θαλάμους ἀερίων.
Στὸ ποίημα τοῦ Celan καταγράφεται ὁ ραφιναρισμένος σαδισμὸς καὶ ἡ ἀνερμάτιστη βαρβαρότητα τοῦ γερμανοῦ δήμιου ὡς ἐκτροχιασμός, χωρὶς παλινόρθωση, τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Στὴν πρώτη δημοσίευση τοῦ ποιήματος, σὲ ρουμανικὴ μετάφραση ἀπὸ τὸν Petre Solomon καὶ μὲ τὸν τίτλο “Todestango“, διαβάζουμε τὸ συνοδευτικὸ σημείωμα: «Τὸ ποίημα […] ἀναφέρεται σὲ πραγματικὰ γεγονότα. Στὸ Lublin [Λούμπλιν] καὶ ἄλλα ναζιστικὰ στρατόπεδα θανάτου ὁρισμένοι ἀπὸ τοὺς καταδικασμένους ὑποχρεώνονταν νὰ παίζουν μουσική, τὴν ὥρα ποὺ ἄλλοι ἔσκαβαν τάφους» (περ. Contemporanul, Bukarest, Νr. 42, 2 Μαΐου 1947). Tὸ ποίημα στὴν γερμανικὴ ἐκδοχή του περιλαμβάνεται στὴν πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ “Der Sand aus den Urnen” («Ἡ ἄμμος ἀπὸ τὶς ὑδρίες», 1948, μὲ δύο λιθογραφίες τοῦ Edgar Jené, ἐκδ. A. Sexl, Bιέννη). Τὸ ‘ταγκὸ’ ἔχει δώσει τὴν θέση του στὴν ‘φούγκα’. Ποιοί λόγοι ὑπαγόρευσαν αὐτὴν τὴν πολλῶν παραδηλώσεων ἀλλαγή;
Ὁ Celan δὲν θέλει ἕνα ποίημα-μαρτυρία ̇ δὲν θέλει τὸν αὐτόπτη μάρτυρα, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ μάρτυρας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει. Ἀντιθέτως, ἡ φούγκα ὁρίζει τὴν ἀναζήτηση μιᾶς φωνῆς (θέμα καὶ θέμα-ἀντί’), ἔστω καταδικασμένης νὰ μὴν ἠχήσει. Τὸ σπουδαιότερο, τὸ ποίημα ἀκολουθεῖ πιστὰ τὴν δομικὴ ἐξέλιξη τῆς φούγκας τοῦ Bach, τοῦ (Kapell-) Meister τῆς Γερμανίας. Τί ἀκριβῶς σημαίνει ἡ λέξη; Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας (πρωτο-) μάστορας. Ἡ λέξη προσδιορίζει τοὺς πάντες, ἀπὸ τὸν Θεὸ μέχρι τὸν μικροϊδιοκτήτη. Ὁ John Felstiner, ὁ βιογράφος τοῦ Celan, θεωρεῖ τὸν Bach τὸν κατ’ ἐξοχὴν Meister aus Deutschland (2008, 63). Τὸ ποίημα τοποθετεῖ ἀπέναντί του (Gegenthema) ἕναν ἀντίπαλο μυημένον στὴν μαγγανεία τῆς τέχνης, ἕναν μείζονα εἴρωνα τῆς μουσικῆς λειτουργίας. (…)

«Ἡ Φούγκα θανάτου δίνει πίσω στὸν κόσμο τὰ στρατόπεδα ἐξόντωσης καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ ἐπιστρέφει διαρκῶς σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους» (Jakob, 1993, σ. 146). Δὲν εἶναι memento mori οὔτε θρῆνος. Δὲν εἶναι προσευχὴ οὔτε ψαλμός. Ὁ Celan γράφει στὴν I. Bachmann: «Εἶναι ἕνα ἐπιτύμβιο κι ἕνας τάφος […]. Καὶ ἡ μάνα μου ἔχει μόνο αὐτὸν τὸν τάφο» (12.11.1959). Ὁ ποιητὴς κυριολεκτεῖ: Δὲν ὑπάρχουν μεταφορὲς καὶ ἀλληγορίες (ἀπάντηση στὸν W. Jens, 19.5.61). Tὸ «μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς», οἱ «τάφοι στὸν ἀέρα» δὲν ἀποτελοῦν ποιητικὲς εἰκόνες καὶ ὀξύμωρα. Ἡ μητρικὴ γλώσσα θὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὸ ἴδιο της τὸ σκοτάδι, τὴν γλώσσα τῶν δολοφόνων, γιὰ νὰ βγεῖ στὸ φῶς. Στὸν V. Lohniský ὁ Celan δηλώνει: «Στὸ ποίημα αὐτὸ προσπάθησα νὰ φέρω στὴν γλώσσα τὴν τερατωδία τῶν θαλάμων ἀερίων» (7.6.1960). Καὶ στὴν ὁμιλία του, κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ βραβείου Büchner, τονίζει: «Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς: Δὲν εἶναι καμιὰ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς μεταφορὲς σὲ πτώση γενική, ὅπως παρουσιάζονται ἀπὸ τοὺς λεγόμενους κριτικούς μας, γιὰ νὰ μὴν μποροῦμε πιὰ νὰ προχωρήσουμε στὸ ποίημα ̇ δὲν πρόκειται πλέον γιὰ κανένα σχῆμα λόγου […], εἶναι πραγματικότητα […]» (“Der Meridian”, 22 Ὀκτ. 1960).”

AΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤῸΝ AΡΝΗΤΙΚO AΦΟΡΙΣΜO ΤΟΥ ADORNO

“Ὁ Adorno ἀπαντᾶ, στὴν διάλεξη μὲ τίτλο “Engagement oder künstlerische Autonomie” («Στράτευση ἢ καλλιτεχνικὴ αὐτονομία»), καὶ διευκρινίζει ἐπιμένοντας στὴν θέση του: «Τὴν πρόταση, πὼς εἶναι βαρβαρότητα νὰ γράφεις ποίηση μετὰ τὸ Auschwitz, δὲν θέλω νὰ τὴν μετριάσω ̇ […] Ἀλλὰ διατηρεῖ τὴν ἀλήθεια της καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ Enzensberger, πὼς ἡ ποίη- ση πρέπει ἴσα ἴσα νὰ ἀντισταθεῖ σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόφανση, δηλαδὴ νὰ μὴν παραδοθεῖ στὸν κυνισμὸ μέσα ἀπὸ τὴν ἁπλῆ ὕπαρξή της μετὰ τὸ Auschwitz […]. Ἡ ὑπερβολὴ στὸν πραγματικό, βιωμένο πόνο δὲν ἀντέχει κανενὸς εἴδους λήθη ̇ ἡ θεολογικὴ ρήση τοῦ Pascal ‘Δὲν ἔχουμε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ κοιμόμαστε’, πρέπει νὰ ἐκκοσμικευθεῖ»9. Οἱ ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν ἀναπαράσταση μιᾶς γενοκτονίας, τὴν παρουσίαση τοῦ Ὁλοκαυτώματος ποὺ «ἔκοψε τὴν ἀνάσα καὶ τὴν λέξη», διατηροῦνται.

Ὅταν, ὅμως, διαβάσει τὴν «Φούγκα…» καὶ γνωρίσει καλύτερα τὴν ποίηση τοῦ Celan, θὰ ἀναθεωρήσει τὴν ἄποψή του καί, ὁρισμένως, θὰ συνηγορήσει ὑπὲρ τῆς ποίησης. Γράφει στὸ Paralipomenon γιὰ τὸν Celan: «[…] Αὐτὴ ἡ ποίηση εἶναι διαποτισμένη ἀπὸ τὴν ντροπὴ τῆς τέχνης μπροστὰ στὸν πόνο ποὺ εἶναι πάνω τόσο ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ὅσο καὶ τὸν ἐξευγενισμό [Sublimierung]. Τὰ ποιήματα τοῦ Celan θέλουν νὰ μιλήσουν, μέσα ἀπ’ τὴν ἀποσιώπηση, γιὰ τὴν ἀπόλυτη φρίκη. Τὸ ἴδιο τὸ περιεχόμενο τῆς ἀλήθειας τους γίνεται ἕνα Ἀρνητικό. Μιμοῦνται μιὰ γλώσσα κάτω ἀπὸ τὴν ἀβοήθητη γλώσσα τοῦ ἀνθρώπου […], αὐτὴν τοῦ νεκροῦ ἀπὸ πέτρα καὶ ἄστρο». Συνηγορία τῆς ποίησης τοῦ Ὁλοκαυτώματος μὲ τὴν ἀπαίτηση γιὰ ἕνα ὑψηλὸ καλλιτεχνικὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ καὶ μαθητεία στὸν χασσιδισμὸ ποὺ ἐπιβάλλει τὴν ἄφωνη κραυγή, τὴν σιωπή, ὡς τὴν μόνη κατάλληλη ἀντίδραση στὴν βία καὶ τὴν τρομοκρατία (Martin Buber). Ὁ Adorno βλέπει στὸν Celan τὸν σπουδαιότερο ἐκπρόσωπο τῆς ἑρμητικῆς ποίησης νὰ ἀντιστρέφει μὲ τὴν οὐσία τῆς ἐμπειρίας τὴν ἔννοια τοῦ ἑρμητικοῦ. Τὸ 1966, στὴν «Ἀρνητικὴ διαλεκτική», κλείνει τὸν κύκλο τοῦ παράξενου ἀφορισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο ἡ φιλοσοφία ἀναμετρήθηκε μὲ τὴν ποίηση ἐπάνω στὴ ζεστὴ ἀκόμη τέφρα τῆς Shoah σὲ μιὰ κρίση συνείδησης γιὰ τὸ κακὸ ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ ἀποτρέψει: «Ὁ διαιωνιζόμενος πόνος ἔχει τὸ ἴδιο δικαίωμα στὴν ἔκφραση ὅσο ὁ βασανιζόμενος νὰ οὐρλιάζει ̇ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἴσως ἦταν σφάλμα νὰ μὴν ἐπιτρέπεται νὰ γράφονται πιὰ ποιήματα μετὰ τὸ Auschwitz»

Πηγή: Περιοδικό Οροπέδιο #10 Άνοιξη 2011

 

Paul Celan: Φούγκα θανάτου

Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς τὸ πίνουμε τὸ βράδυ

τὸ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ τὸ πίνουμε τὴ νύχτα πίνουμε καὶ πίνουμε

σκάβουμε τάφους ψηλὰ στὸν ἀέρα ἐκεῖ ξαπλώνουμε ἁπλόχωρα

5 Ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια ποὺ γράφει

γράφει ὅταν σκοτεινιάζει στὴ Γερμανία τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

τὸ γράφει καὶ βγαίνει ἀπ’ τὸ σπίτι κι ἀστράφτουν τ’ ἀστέρια σφυρίζει κοντά του τὰ σκυλιά

σφυρίζει ἔξω τοὺς Ἑβραίους του νὰ σκάψουν ἕνα τάφο στὴ γῆ

μᾶς διατάζει ἐμπρὸς παῖξτε τώρα γιὰ χορό

10 Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὸ βράδυ

σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ σὲ πίνουμε τὴ νύχτα πίνουμε καὶ πίνουμε

Ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια ποὺ γράφει

γράφει ὅταν σκοτεινιάζει στὴ Γερμανία τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

15 Στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη σκάβουμε τάφους ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἐκεῖ ξαπλώνουμε ἁπλόχωρα

Φωνάζει χτυπᾶτε πιὸ βαθειὰ στὸ χῶμα ἐσεῖς ἐδῶ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι τραγουδᾶτε καὶ παίζετε

πιάνει στὴ ζώνη τὸ σιδερικὸ τὸ ἀνεμίζει τὰ μάτια του εἶναι γαλανά

χτυπᾶτε πιὸ βαθειὰ τὰ φτυάρια ἐσεῖς ἐδῶ ἐσεῖς οἱ ἄλλοι παίζετε κι ἄλλο γιὰ χορό

20 Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὸ βράδυ σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι καὶ πρωὶ σὲ πίνουμε τὴ νύχτα

πίνουμε καὶ πίνουμε

ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη ποὺ παίζει μὲ τὰ φίδια

Φωνάζει παῖξτε πιὸ γλυκὰ τὸν θάνατο ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

25 φωνάζει χτυπᾶτε τὰ βιολιὰ πιὸ σκοτεινὰ κι ἀνεβεῖτε μετὰ σὰν καπνὸς

στὸν ἀέρα θά ̓χετε τότε ἕνα τάφο στὰ σύννεφα νὰ ξαπλώνετε ἁπλόχωρα

Μαῦρο γάλα τῆς αὐγῆς σὲ πίνουμε τὴ νύχτα

σὲ πίνουμε τὸ μεσημέρι ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

σὲ πίνουμε βράδυ καὶ πρωὶ πίνουμε καὶ πίνουμε

30 ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία τὸ μάτι του εἶναι γαλανό

σὲ πετυχαίνει μὲ μολυβένια σφαίρα σὲ πετυχαίνει ἀκριβῶς

ἕνας ἄντρας εἶναι στὸ σπίτι τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα

ἀμολάει τὰ σκυλιά του ἐπάνω μας τάφους μᾶς δωρίζει στὸν ἀέρα

παίζει μὲ τὰ φίδια καὶ ὀνειρεύεται ὁ θάνατος εἶν’ ἕνας μάστορας ἀπὸ τὴ Γερμανία

35 τὰ χρυσαφένια σου μαλλιὰ Μαργαρίτα στάχτη τὰ μαλλιά σου Σουλαμίτη

 

 

Ο Λένιν και η πορνογραφία του ιμπεριαλισμού

Η φιλοσοφία μαζί με τους πιστούς αιώνιους ακάματους εργάτες της σκέψης συνεχίζουν να φιλοσοφούν σαν να δεν συμβαίνει τίποτα αμέσως μετά από κάθε φρίκη. Μια απ’ τα ίδια λοιπόν και στο δικό μας οπτικό πεδίο, μετά την απόλυτη φρίκη της ιστορίας του ανθρώπου, την φρίκη του ‘Άουσβιτς, συνέχισαν να φιλοσοφούν σαν να δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Το ίδιο και ποιητές μας, συνέχισαν να γράφονται ποιήματα για την αγάπη και τον έρωτα, για την ελευθερία και την χειραφέτηση σαν να δεν συνέβη τίποτα.

Η φιλοσοφία δεν βρήκε ποτέ την αξιοπρεπή αφετηρία να σταθεί αντιμέτωπη στην φρίκη και στην εκμετάλλευση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Η φιλοσοφία κλείνει το μάτι και στην φρίκη όσο και στην εκμετάλλευση όπου τις βρίσκει κανείς ως αποκρυστάλλωμα στα κοινοβούλια και στα συμβούλια της Ε.Ε. μέχρι στα ταχύτατα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ όσο και στις αίθουσες διδασκαλίας της ακαδημίας. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι για την φιλοσοφία το κινητήριο υλικό – τα καύσιμα – για να έχει την δυνατότητα να σκέφτεται χαρούμενα ως επιστήμη το κάθε φορά τέλος της εποχής της. Το κάθε φορά τέλος μιας ιστορικής εποχής ή η κάθε φορά νιτσεϊκή λήθη της ιστορίας της ζωής, το κάθε τέλος της μεταφυσικής και της τέχνης όσο και της επιστήμης και της δύναμης γίνεται το καθαρτικό της απόγνωσης και του αδιεξόδου που βρίσκεται η φιλοσοφία από τότε, από μια νύχτα που γεννήθηκε.

Ο ρομαντισμός έγινε η αντιδραστική απάντηση ενός διαφωτισμού που ξεγύμνωσε την φρίκη και την έντυσε με τα μπουρζουά κοστούμια τοποθετώντας την εκμετάλλευση στην κορυφή για να μην την βλέπει κανείς. Σήμερα ο ρομαντισμός υποτροπίασε από τα πάμπολλα dasein και την μέριμνα, την έκσταση του χρόνου και την γεγονικότητα. Ο ρομαντισμός που ξέπεσε μεταφράζεται ως θέληση για δύναμη ή ως ένας “άβανγκαρντισμός χωρίς πρωτοπορία” για να το πούμε ακριβώς όπως το χρησιμοποιεί ο Badiou (1).

Ο ρομαντισμός που ξέπεσε γίνεται ο σύγχρονος αναρχο-φασισμός, δηλαδή η επίσημη κουλτούρα του δυτικού πολιτισμού. Η κουλτούρα η οποία αραδιάζεται μπροστά στα έδρανα και τις βιβλιοθήκες της ακαδημίας ως επιστημονικός πια όρος: μεταμοντερνισμός. Ο ακαδημαϊσμός του μεταμοντέρνου προτείνει την φρίκη και το χάος, την παραξενιά και την επιτήδευση ακόμα και ως μια κινηματογραφική πρόταση που φέρνει το τέλος της ποίησης στον κινηματογράφο. Ότι έχει σκηνοθετήσει ο Ταρκόφσκι και ο Αγγελόπουλος έχει τελειώσει, ήταν αρκετό για την μεταμοντέρνα μορφή ζωής. “Φτάνει πια!”, φωνάζει παραληρώντας το μεταμοντέρνο, για ότι έχει να κάνει με την πολιτισμική επιβράδυνση. Σήμερα κυριαρχεί η ταχύτητα και η έκρηξη. Η κυριαρχία του χολιγουντιανού κινηματογράφου, του μεταμοντέρνου κτιρίου αλλά και του αποσπασματικού ιστορικού χρόνου γίνεται ο αέρας που αναπνέει ο εργαζόμενος σε κάθε εργοτάξιο, σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε δρόμο και σε κάθε χωριό.

Ο μεταμοντέρνος δυτικός κορεσμένος ρομαντισμός εκφέρεται πολιτικά με δύο τρόπους: α) με την πένθιμη έννοια του τέλους ως μια φροϋδικής φύσεως οιδιπόδειου συμπλέγματος σε σχέση με τον θάνατο. Αυτό στην πράξη διακρίνεται σήμερα ως η παθητική στάση αρχίζοντας από το εργατικό λαϊκό κίνημα όσο και την κενή περιεχομένου αριστερή πρωτοπορία που αναμένει μια σωτηριολογική πολιτική λόγω μιας ντροπιασμένης ήττας. β) από την άλλη εκφέρεται με μια είδους περήφανη ήττα, γιορταστικού τύπου με πυροτεχνήματα, αφού το τέλος της ανθρωπότητας θα τελειώσει λέει ο ποιητής μ’ ένα πάταγο αλλά θα ξεκινήσει ως κοινωνικά ταξικός αυτοματισμός με την σοσιαλιστική επανάσταση.

Ο κόσμος της δημοκρατίας της δύσης δεν είναι δημοκρατικός αλλά ένας ιμπεριαλιστικός πολιτικός δημοκρατισμός με μια έξοχη δημοκρατική φρασεολογία που χρησιμοποιούν οι φασίστες μέχρι και οι αριστεροί.

Ο στρατός της δύσης γίνεται ο μόνος εφικτός πολιτικός λόγος επί της παγκόσμιας σκηνής. Η ασφάλεια του δυτικού πολιτισμού, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κοινοβουλίων των Βρυξελλών, χρειάζεται το όπλο του ιμπεριαλιστικού στρατού της. Η τρομοκρατία της δύσης είναι το ίδιο το ιμπεριαλιστικό όπλο της. Όπου και να στρέψει το όπλο ο μόνος στόχος είναι ο λαός. Η αδυναμία της επαναστατικής εργατικής τάξης αλλά και η αδυναμία οργάνωσης του λαϊκού κινήματος αφήνει την καλλιέργεια του πολιτισμού να κυριαρχείται από την μισθοφορική λογική του φόνου που καμιά δικαιοσύνη δεν μπορεί να την δικάσει αλλά απεναντίας είναι συνταγματικό χρέος της να την παρασημοφορεί.

Ο ιμπεριαλιστικός πολιτισμός ως ο κορεσμένος ρομαντισμός αποδυναμώνει κάθε μορφή κριτικής πολιτικής σκέψης και εισάγει το θύμα του στην μυστικιστική πανδαισία του ωραίου και της τέχνης. Ένα ωραίο και μια τέχνη που έχουν αποκηρύξει την αλήθεια και το περιεχόμενο διατηρώντας το μεταμοντέρνο φορμαλισμό ως την πηγή των σύγχρονων καλλιτεχνικών τερατογενέσεων. Από την άλλη, ο πολιτικός ιμπεριαλιστικός πολιτισμός συνοδεύει τον μυστικισμό του από την χυδαία πορνογραφία διατηρώντας την απόλυτη συντηρητική υποκρισία του σεμνού πολιτισμένου δυτικού. Ο Λένιν είχε άριστα “παρατηρήσει ότι σε περιόδους που η επαναστατική και κριτική πολιτική δραστηριότητα είναι πολύ αδύναμη, αυτό που η θλιβερή αλαζονεία των ιμπεριαλισμών παράγει είναι ένας συνδυασμός μυστικισμού και πορνογραφίας.” (2)

 

Αναφορές:

(1) Α. Badiou, “Περιστάσεις 1 και 2”, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2005, (σελ: 192).

(2) Α. Badiou, “Περιστάσεις 1 και 2”, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2005, (σελ: 198).

Αρχική εικόνα της ανάρτησης: Yanagawa Shigenobu
A European couple in flagrante from a set Yanagi no arashi, “Storm of Willows” Japan (c. 1832)

Ο Μάρξ ακόμα μας ζαλίζει

Η “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου” γράφτηκε από τα τέλη του 1843 μέχρι το Γενάρη 1844. Ο Μαρξ θέτει τις βάσεις της κριτικής της καθαρής πολιτικής διαλεκτικής του δικαίου. Όπως ακριβώς ο Καντ συμβάλλει με την φιλοσοφική του κοπερνίκεια επανάσταση την ιδέα του υποκειμένου ως το κέντρο της δόμησης της πραγματικότητας έτσι και ο Μάρξ συμβάλλει στην χειραφέτησή του.

Ακόμα και ο Καντ όπως και ο Hegel και η δυτική σκέψη στο σύνολό της διαλογίστηκε στα όρια της αφαίρεσης. Η κατάκτηση της ελευθερίας, η επιβολή του Λόγου, η προσπάθεια άρσης της αντίθεσης ουσίας και ύπαρξης, η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τη φύση. Όλη η θεωρητική προσπάθεια της δυτικής σκέψης συνέβαλε στο να αφαιρετικοποιηθεί το υποκείμενο και να εκφραστεί στον Χέγκελ ως μια “φανταστική ιδιαιτερότητα” στην “απλή πραγματικότητα” του κράτους. Ο Μάρξ κατάφερε ακριβώς την χειραφετιτική “κοπερνίκεια επανάσταση”, την στροφή δηλαδή από την φανταστική ιδιαιτερότητα” στην “αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη” 75 και από την “απλή πραγματικότητα” του κράτους στην υποχρεωτική θεώρηση του κράτους ως “αποτελεσματικής δραστηριότητας” 48.

Διαβάζουμε το σχετικό απόσπασμα στην “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας”: “(…) ο αφηρημένος και υπερβατικός αυτός τρόπος στοχασμού πάνω στο σύγχρονο κράτος, του όποιου η πραγματικότητα παραμένει ένα «επέκεινα»… αντίθετα όμως, η γερμανική αντίληψη για το σύγχρονο Κράτος, που κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου, δεν ήταν δυνατή παρά επειδή και στο βαθμό που το ίδιο το σύγχρονο Κράτος κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου ή πού δεν ικανοποιεί τον ολοκληρωμένο άνθρωπο παρά με φανταστικό τρόπο.” 24

Ο Ένγκελς έλεγε: “Το κόμμα μας πρέπει να δείξει ότι ή όλες οι φιλοσοφικές προσπάθειες του γερμανικού έθνους από τον Καντ ως τον Χέγκελ οδηγούν στον κομμουνισμό ή στάθηκαν ανώφελες· οι Γερμανοί θα πρέπει ή να απορρίψουν όλους τους μεγάλους φιλόσοφους που θεωρούν δόξα τού έθνους τους ή να αποδεχθούν τον κομμουνισμό.” Ο Ένγκελς αναγνωρίζει την Μαρξική κριτική της κριτικής του πολιτικού υποκειμένου και του κράτους.

Ο Μαρξ με την κριτική αυτή γεννάει το προλεταριάτο αλλά μαζί με αυτό δημιουργεί την επαναστατική φιλοσοφία. Με άλλα λόγια φέρνει στο κόσμο το εργαλείο της χειραφέτησης αλλά και το υλικό στοιχείο της: “Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα, κι αμέσως μόλις η αστραπή της σκέψης θα χτυπήσει κατάκαρδα το παρθένο τούτο λαϊκό έδαφος, θα συντελεστεί ή χειραφέτηση (…). Η κεφαλή της χειραφέτησης αυτής είναι η φιλοσοφία, καρδιά της το προλεταριάτο. Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει τη φιλοσοφία.” 30, 31

Με την στροφή αυτή ο Μαρξ γυρίζει τον κόσμο ανάποδα. Ακόμα και σήμερα ο κόσμος είναι ζαλισμένος: “Στόχος της ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της αλήθειας, να καθιερώσει την αλήθεια τον Ενθάδε. Κατ’ αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτο-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική τής θρησκείας σε κριτική τον δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής.” 18

 

Οι αναφορές και τα αποσπάσματα από το: Κ. Μάρξ, “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου”, 1843-44, Εκδόσεις Παπαζήση, ΣΕΙΡΑ: “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ”.

Ο Adorno για την γυναίκα

Ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική θεματοποιεί την γυναίκα ως μια από τις βασικές πτυχές ούτως ώστε να διαφανεί και να εξηγηθεί η αποτυχία του δυτικού εκπολιτισμού ο οποίος έχει φτάσει ήδη στην βαρβαρότητα. “Ολόκληρη η ανθρωπότητα να είχε ένα μόνο κεφάλι, ώστε να έχω τη χαρά να το κόψω με ένα χτύπημα“, λεει στο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” ο Σαίξπηρ με το στόμα της Ιουλιέτας.

Παραθέτονται λοιπόν κάποια αποσπάσματα από την Αρνητική Διαλεκτική:

Ως αντιπρόσωπος της φύσης η γυναίκα στην αστική κοινωνία έγινε η αινιγματική εικόνα της ακαταμάχητης γοητείας και της αδυναμίας.” 130

” (…) η γυναίκα παραμένει αδύνατη, καθώς η δύναμη περιέρχεται σε αυτή μόνο διαμεσολαβημένη από τον άντρα.” 131

maya derren

Σκηνή από τον πειραματικό κινηματογράφο της Maya Deren

“Η απελευθέρωση των αστών από την αδικία του φεουδαρχικού και του απολυταρχικού παρελθόντος χρησίμευε μέσω του φιλελευθερισμού στην αχαλίνωτη ανάπτυξη των μηχανών, όπως η χειραφέτηση της γυναίκας καταλήγει στην εκγύμναση της για τις ένοπλες δυνάμεις. Το πνεύμα και οτιδήποτε καλό στη ρίζα του και στην ύπαρξη του είναι αλύτρωτα μπλεγμένο στα δίχτυα αυτής της φρίκης. Ο ορός που δίνει ο γιατρός στο άρρωστο παιδί οφείλεται στην επίθεση κατά των ανυπεράσπιστων πλασμάτων. Τα γλυκόλογα των ερωτευμένων καθώς και τα πιο ιερά σύμβολα του χριστιανισμού απηχούν την ευχαρίστηση από το κρέας του κατσικιού, όπως και αυτή τον διφορούμενο σεβασμό προς το τοτεμικό ζώο. Ακόμη και η πιο διαφοροποιημένη κατανόηση για τη μαγειρική, την εκκλησία και το θέατρο είναι μια συνέπεια του εκλεπτυσμένου καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος αποβαίνει εις βάρος της φύσης εντός και εκτός της ανθρώπινης κοινωνίας. Στην αναδραστική ενδυνάμωση αυτής της οργάνωσης έγκειται η ιστορική λειτουργία της κουλτούρας. Γι’ αυτό η γνήσια σκέψη που αποδεσμεύεται από αυτή, ο Λόγος στην καθαρή του μορφή, παίρνει τα χαρακτηριστικά της παράνοιας την οποία οι εδραιωμένοι αυτόχθονες ανέκαθεν παρατηρούσαν. Αν αυτός ο καθαρός Λόγος αποσπούσε μια αποφασιστική νίκη στην ανθρωπότητα, η υπεροχή του ανθρώπινου γένους θα κινδύνευε. Τελικά θα ευσταθούσε και η θεωρία του παραστρατήματος. Αυτή όμως, που κυνικά απέβλεπε στην κριτική της ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας της ιστορίας, είναι η ίδια πολύ ανθρωποκεντρική για να μπορέσει να δικαιωθεί. Ο Λόγος παίζει το ρόλο του οργάνου προσαρμογής και όχι του ηρεμιστικού, όπως θα μπορούσε να φανεί από τη χρήση που του έκανε μερικές φορές το άτομο. Η πανουργία του Λόγου βρίσκεται στη δυνατότητα του να μεταβάλει τους ανθρώπους σε κτήνη με ολοένα αυξανόμενη εμβέλεια και όχι να εγκαθιδρύσει την ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου.” 358-9

800px-Horna_Kati_1962_Woman_with_Masks

Horna kati 1962 Woman with Masks

“Η φροντίδα όμως για το άλογο ζώο φαίνεται στον έλλογο, περιττή. Ο δυτικός πολιτισμός την έχει αναθέσει στις γυναίκες. Αυτές δεν συμβάλλουν αυτόνομα στη δυναμική προσφορά, στην οποία βασίζεται αυτός ο πολιτισμός. Ο άντρας πρέπει να βγαίνει έξω στην εχθρική ζωή, πρέπει να δρα και να επιδιώκει. Η γυναίκα δεν είναι υποκείμενο. Δεν παράγει, αλλά περιποιείται αυτούς που παράγουν, ένα ζωντανό μνημείο των πολύ μακρινών καιρών της κλειστής οικιακής οικονομίας. Γι’ αυτήν δεν ήταν πολύ ευνοϊκός ο καταμερισμός της εργασίας, όπως τον επέβαλε ο άντρας. Έγινε η ενσάρκωση της βιολογικής λειτουργίας, η εικόνα της φύσης, που η καταπίεση της αποτέλεσε τον τίτλο τιμής αυτού του πολιτισμού. Το όνειρο χιλιετιών ήταν η χωρίς όρια υποδούλωση της φύσης, η μετατροπή του κόσμου σε απέραντο κυνηγότοπο. Με αυτόν τον πόθο ήταν εναρμονισμένη η ιδέα του ανθρώπου στην ανδρική κοινωνία. Αυτό ήταν το νόημα του Λόγου για τον οποίο ο άντρας καυχιόταν. Η γυναίκα ήταν μικρότερη και πιο αδύναμη· ανάμεσα σε αυτή και τον άντρα υπήρχε μια διαφορά την οποία δεν μπορούσε να ξεπεράσει, μια διαφορά που έχει τεθεί από τη φύση, η μεγαλύτερη ντροπή και ταπείνωση που μπορεί να υπάρξει στην ανδρική κοινωνία. Εκεί όπου η υποδούλωση της φύσης είναι ο αληθινός στόχος, η βιολογική κατωτερότητα παραμένει το κατεξοχήν στίγμα και η σφραγισμένη από τη φύση αδυναμία είναι το σημάδι που ανοίγει την όρεξη για βιαιοπραγία.” 394-5

Aleksandra Ekster (Russian 1882–1949) [Futurism, Cubism, Constructivism, Suprematist] Costume design for Herodiade of "Salome" by Oscar Wilde (Aleksandra Ekster)

Aleksandra Ekster (Russian 1882–1949) [Futurism, Cubism, Constructivism, Suprematist] Costume design for Herodiade of “Salome” by Oscar Wilde (Aleksandra Ekster).

Η αστική τάξη επωφελήθηκε από την αρετή και την κοσμιότητα της γυναίκας, τους σχηματισμούς αντίδρασης της μητριαρχικής εξέγερσης. Η ίδια η γυναίκα κατάφερε για λογαριασμό ολόκληρης της υπό εκμετάλλευση φύσης να γίνει δεκτή στον κόσμο της κυριαρχίας, αλλά ως σπασμένη. Υποδουλωμένη, καθρεφτίζει στα μάτια του νικητή τη νίκη του με την αυθόρμητη υποταγή της: Την ήττα ως αφοσίωση, την απελπισία ως ωραία ψυχή, την ατιμασμένη καρδιά ως το στήθος που χαρίζει αγάπη. Με το τίμημα της ριζικής απόσπασης από την πρακτική, της απόσυρσης στον άτρωτο μαγικό κύκλο, η φύση δέχεται από τον κύριο της πλάσης τα σέβη του.” 396

solaris-resurrection

Σκηνή από την ταινία Solaris του Tarkovsky

” (…) το είδωλο της κοινωνίας σήμερα είναι το αεροδυναμικά ευγενές ανδρικό πρόσωπο. Το θηλυκό χρησιμεύει στη δουλειά και στη γέννα ή, ως ευπαρουσίαστο, ανεβάζει το κοινωνικό γόητρο του συζύγου. Δεν συνεπαίρνει τον άνδρα σε ενθουσιώδεις διαχύσεις. Η λατρεία επιστρέφει πάλι στη φιλαυτία. Ο κόσμος με τους σκοπούς του χρειάζεται ολόκληρο τον άντρα. Κανένας πια δεν μπορεί να δοθεί ολοκληρωτικά, πρέπει να μείνει μέσα. 401

 

Οι σελίδες από το βιβλίο: T. Adorno and M. Horkheimer, “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”, Εκδόσεις Νήσος, 1996.

Η εικόνα της ανάρτησης: “Lissitzky El Plaksin Mikhail 1928 Woman With Hammer and Sickle”

Από μανταλάκια μέχρι έννοιες και η γύφτισσα διαλεκτική

Ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική ισχυρίζεται ότι “Η αστική κοινωνία κυριαρχείται από την αρχή των ισότιμων μεγεθών. Κάνει τα ετερώνυμα συγκρίσιμα ανάγοντας τα σε αφηρημένα μεγέθη.” (σελ. 35-36)

Το τι κάνει δηλαδή η κυρίαρχη αστική τάξη έγκειται στην δημιουργία μιας αντιδιαλεκτικής πολιτικής οικονομίας η οποία παράγει τα πάντα (από μανταλάκια μέχρι έννοιες) με βάση το συμφέρον του κυρίαρχου ιμπεριαλιστή. Ότι απειλεί την κεκλεισμένων των θυρών διαφωτιστική πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού γίνεται αφηρημένο μέγεθος και διανέμεται παντού και πουθενά σαν μια φοβική προοπτική.

Η οργάνωση της εργατικής τάξης και το αίτημα μιας εργατικής λαϊκής εξουσίας δεν γίνεται ανέφικτο λόγω της δήθεν απρόσιτης βαρβαρότητας της αλλά λόγω της εν πράγματης βαρβαρότητας που το συμφέρει και το θέλει σε μια εξωγενής και ξένη κατάσταση. Ο Adorno το διατυπώνει ως εξής: “Τίποτε απολύτως δεν επιτρέπεται να είναι έξω, διότι η ιδέα και μόνο του έξω είναι η καθαυτό πηγή του φόβου” (σελ. 48). Ο εξορισμός του κομμουνιστικού αιτήματος σε ένα μη τόπο. Εδώ είναι που πηγάζει και η κατηγορία του συστήματος ως ουτοπικού. Είναι ουτοπικό όχι επειδή είναι φανταστικό αλλά επειδή ακυρώνει την ίδια την υφιστάμενη πραγματικότητα. Η διαλεκτική παραμένει ασφαλής παρατειμένη σε ένα “έξω” και μια γύφτισσα αν της επιτραπεί η είσοδος.

Συνεχίζει ο Adorno λίγο πιο κάτω κάνοντας ακριβώς εμφανές το διαφωτιστικό κλουβί της μεταμοντέρνας και δυτικής μορφής ζωής: “Η αποποιοτικοποιημένη φύση μετατρέπεται σε χαοτικό υλικό προς ταξινόμηση και μόνο, και ο παντοδύναμος εαυτός σε απλό έχειν, αφηρημένη ταυτότητα.” (σελ. 39)

Το πολιτικό ον ως συλλογικότητα έχει εξατμιστεί από την παντοδυναμία του αφηρημένου εαυτού το οποίο ως αφηρημένο γίνεται βορά των ψευδαισθήσεων σε μια κυκλική κόλαση παραγωγής και εκμετάλλευσης. Στην Αρνητική Διαλεκτική εκφράζεται κάπως έτσι: “Κάτω από την ισοπεδωτική κυριαρχία του αφηρημένου, η οποία κάνει τα πάντα στη φύση επαναλήψιμα, και της βιομηχανίας, για την οποία τα ετοιμάζει, οι ίδιοι οι απελευθερωμένοι έγιναν τελικά εκείνος ο «λόχος» τον οποίο ο Χέγκελ χαρακτήρισε αποτέλεσμα του διαφωτισμού” (σελ. 43).

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι η πορεία της ίδιας της αφαιρετικής καπιταλιστικής μορφής οικοδόμησης συγκεκριμένου πολιτικο-οικονομικού πολιτισμού. Αναβαθμίζει τις λειτουργικές του δομές από την μισθωτή εργασία και την εκμετάλλευση ανάγοντας τα ως μη υπαρκτά φαινόμενα. Η αφαίρεση έγκειται στο να δημιουργεί ένα υπό δημιουργία τέρας. Λέει ο Adorno: “Η αφαίρεση, το εργαλείο του διαφωτισμού, συμπεριφέρεται απέναντι στα αντικείμενα της όπως η μοίρα, την έννοια της οποίας εξαλείφει: ως εξόντωση” (σελ. 43).

Τα παραρτήματα από: T. Adorno and M. Horkheimer, “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”, Εκδόσεις Νήσος, 1996.

Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του De Goya Francisco, The Idiot (Between 1824 and 1828)