Category Archives: Φιλοσοφία

Ο Λένιν και η πορνογραφία του ιμπεριαλισμού

Η φιλοσοφία μαζί με τους πιστούς αιώνιους ακάματους εργάτες της σκέψης συνεχίζουν να φιλοσοφούν σαν να δεν συμβαίνει τίποτα αμέσως μετά από κάθε φρίκη. Μια απ’ τα ίδια λοιπόν και στο δικό μας οπτικό πεδίο, μετά την απόλυτη φρίκη της ιστορίας του ανθρώπου, την φρίκη του ‘Άουσβιτς, συνέχισαν να φιλοσοφούν σαν να δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Το ίδιο και ποιητές μας, συνέχισαν να γράφονται ποιήματα για την αγάπη και τον έρωτα, για την ελευθερία και την χειραφέτηση σαν να δεν συνέβη τίποτα.

Η φιλοσοφία δεν βρήκε ποτέ την αξιοπρεπή αφετηρία να σταθεί αντιμέτωπη στην φρίκη και στην εκμετάλλευση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Η φιλοσοφία κλείνει το μάτι και στην φρίκη όσο και στην εκμετάλλευση όπου τις βρίσκει κανείς ως αποκρυστάλλωμα στα κοινοβούλια και στα συμβούλια της Ε.Ε. μέχρι στα ταχύτατα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ όσο και στις αίθουσες διδασκαλίας της ακαδημίας. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι για την φιλοσοφία το κινητήριο υλικό – τα καύσιμα – για να έχει την δυνατότητα να σκέφτεται χαρούμενα ως επιστήμη το κάθε φορά τέλος της εποχής της. Το κάθε φορά τέλος μιας ιστορικής εποχής ή η κάθε φορά νιτσεϊκή λήθη της ιστορίας της ζωής, το κάθε τέλος της μεταφυσικής και της τέχνης όσο και της επιστήμης και της δύναμης γίνεται το καθαρτικό της απόγνωσης και του αδιεξόδου που βρίσκεται η φιλοσοφία από τότε, από μια νύχτα που γεννήθηκε.

Ο ρομαντισμός έγινε η αντιδραστική απάντηση ενός διαφωτισμού που ξεγύμνωσε την φρίκη και την έντυσε με τα μπουρζουά κοστούμια τοποθετώντας την εκμετάλλευση στην κορυφή για να μην την βλέπει κανείς. Σήμερα ο ρομαντισμός υποτροπίασε από τα πάμπολλα dasein και την μέριμνα, την έκσταση του χρόνου και την γεγονικότητα. Ο ρομαντισμός που ξέπεσε μεταφράζεται ως θέληση για δύναμη ή ως ένας “άβανγκαρντισμός χωρίς πρωτοπορία” για να το πούμε ακριβώς όπως το χρησιμοποιεί ο Badiou (1).

Ο ρομαντισμός που ξέπεσε γίνεται ο σύγχρονος αναρχο-φασισμός, δηλαδή η επίσημη κουλτούρα του δυτικού πολιτισμού. Η κουλτούρα η οποία αραδιάζεται μπροστά στα έδρανα και τις βιβλιοθήκες της ακαδημίας ως επιστημονικός πια όρος: μεταμοντερνισμός. Ο ακαδημαϊσμός του μεταμοντέρνου προτείνει την φρίκη και το χάος, την παραξενιά και την επιτήδευση ακόμα και ως μια κινηματογραφική πρόταση που φέρνει το τέλος της ποίησης στον κινηματογράφο. Ότι έχει σκηνοθετήσει ο Ταρκόφσκι και ο Αγγελόπουλος έχει τελειώσει, ήταν αρκετό για την μεταμοντέρνα μορφή ζωής. “Φτάνει πια!”, φωνάζει παραληρώντας το μεταμοντέρνο, για ότι έχει να κάνει με την πολιτισμική επιβράδυνση. Σήμερα κυριαρχεί η ταχύτητα και η έκρηξη. Η κυριαρχία του χολιγουντιανού κινηματογράφου, του μεταμοντέρνου κτιρίου αλλά και του αποσπασματικού ιστορικού χρόνου γίνεται ο αέρας που αναπνέει ο εργαζόμενος σε κάθε εργοτάξιο, σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε δρόμο και σε κάθε χωριό.

Ο μεταμοντέρνος δυτικός κορεσμένος ρομαντισμός εκφέρεται πολιτικά με δύο τρόπους: α) με την πένθιμη έννοια του τέλους ως μια φροϋδικής φύσεως οιδιπόδειου συμπλέγματος σε σχέση με τον θάνατο. Αυτό στην πράξη διακρίνεται σήμερα ως η παθητική στάση αρχίζοντας από το εργατικό λαϊκό κίνημα όσο και την κενή περιεχομένου αριστερή πρωτοπορία που αναμένει μια σωτηριολογική πολιτική λόγω μιας ντροπιασμένης ήττας. β) από την άλλη εκφέρεται με μια είδους περήφανη ήττα, γιορταστικού τύπου με πυροτεχνήματα, αφού το τέλος της ανθρωπότητας θα τελειώσει λέει ο ποιητής μ’ ένα πάταγο αλλά θα ξεκινήσει ως κοινωνικά ταξικός αυτοματισμός με την σοσιαλιστική επανάσταση.

Ο κόσμος της δημοκρατίας της δύσης δεν είναι δημοκρατικός αλλά ένας ιμπεριαλιστικός πολιτικός δημοκρατισμός με μια έξοχη δημοκρατική φρασεολογία που χρησιμοποιούν οι φασίστες μέχρι και οι αριστεροί.

Ο στρατός της δύσης γίνεται ο μόνος εφικτός πολιτικός λόγος επί της παγκόσμιας σκηνής. Η ασφάλεια του δυτικού πολιτισμού, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κοινοβουλίων των Βρυξελλών, χρειάζεται το όπλο του ιμπεριαλιστικού στρατού της. Η τρομοκρατία της δύσης είναι το ίδιο το ιμπεριαλιστικό όπλο της. Όπου και να στρέψει το όπλο ο μόνος στόχος είναι ο λαός. Η αδυναμία της επαναστατικής εργατικής τάξης αλλά και η αδυναμία οργάνωσης του λαϊκού κινήματος αφήνει την καλλιέργεια του πολιτισμού να κυριαρχείται από την μισθοφορική λογική του φόνου που καμιά δικαιοσύνη δεν μπορεί να την δικάσει αλλά απεναντίας είναι συνταγματικό χρέος της να την παρασημοφορεί.

Ο ιμπεριαλιστικός πολιτισμός ως ο κορεσμένος ρομαντισμός αποδυναμώνει κάθε μορφή κριτικής πολιτικής σκέψης και εισάγει το θύμα του στην μυστικιστική πανδαισία του ωραίου και της τέχνης. Ένα ωραίο και μια τέχνη που έχουν αποκηρύξει την αλήθεια και το περιεχόμενο διατηρώντας το μεταμοντέρνο φορμαλισμό ως την πηγή των σύγχρονων καλλιτεχνικών τερατογενέσεων. Από την άλλη, ο πολιτικός ιμπεριαλιστικός πολιτισμός συνοδεύει τον μυστικισμό του από την χυδαία πορνογραφία διατηρώντας την απόλυτη συντηρητική υποκρισία του σεμνού πολιτισμένου δυτικού. Ο Λένιν είχε άριστα “παρατηρήσει ότι σε περιόδους που η επαναστατική και κριτική πολιτική δραστηριότητα είναι πολύ αδύναμη, αυτό που η θλιβερή αλαζονεία των ιμπεριαλισμών παράγει είναι ένας συνδυασμός μυστικισμού και πορνογραφίας.” (2)

 

Αναφορές:

(1) Α. Badiou, “Περιστάσεις 1 και 2”, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2005, (σελ: 192).

(2) Α. Badiou, “Περιστάσεις 1 και 2”, Εκδόσεις ΑΓΡΑ, 2005, (σελ: 198).

Αρχική εικόνα της ανάρτησης: Yanagawa Shigenobu
A European couple in flagrante from a set Yanagi no arashi, “Storm of Willows” Japan (c. 1832)

Ο Μάρξ ακόμα μας ζαλίζει

Η “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου” γράφτηκε από τα τέλη του 1843 μέχρι το Γενάρη 1844. Ο Μαρξ θέτει τις βάσεις της κριτικής της καθαρής πολιτικής διαλεκτικής του δικαίου. Όπως ακριβώς ο Καντ συμβάλλει με την φιλοσοφική του κοπερνίκεια επανάσταση την ιδέα του υποκειμένου ως το κέντρο της δόμησης της πραγματικότητας έτσι και ο Μάρξ συμβάλλει στην χειραφέτησή του.

Ακόμα και ο Καντ όπως και ο Hegel και η δυτική σκέψη στο σύνολό της διαλογίστηκε στα όρια της αφαίρεσης. Η κατάκτηση της ελευθερίας, η επιβολή του Λόγου, η προσπάθεια άρσης της αντίθεσης ουσίας και ύπαρξης, η συμφιλίωση του ανθρώπου με τον εαυτό του και τη φύση. Όλη η θεωρητική προσπάθεια της δυτικής σκέψης συνέβαλε στο να αφαιρετικοποιηθεί το υποκείμενο και να εκφραστεί στον Χέγκελ ως μια “φανταστική ιδιαιτερότητα” στην “απλή πραγματικότητα” του κράτους. Ο Μάρξ κατάφερε ακριβώς την χειραφετιτική “κοπερνίκεια επανάσταση”, την στροφή δηλαδή από την φανταστική ιδιαιτερότητα” στην “αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη” 75 και από την “απλή πραγματικότητα” του κράτους στην υποχρεωτική θεώρηση του κράτους ως “αποτελεσματικής δραστηριότητας” 48.

Διαβάζουμε το σχετικό απόσπασμα στην “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας”: “(…) ο αφηρημένος και υπερβατικός αυτός τρόπος στοχασμού πάνω στο σύγχρονο κράτος, του όποιου η πραγματικότητα παραμένει ένα «επέκεινα»… αντίθετα όμως, η γερμανική αντίληψη για το σύγχρονο Κράτος, που κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου, δεν ήταν δυνατή παρά επειδή και στο βαθμό που το ίδιο το σύγχρονο Κράτος κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου ή πού δεν ικανοποιεί τον ολοκληρωμένο άνθρωπο παρά με φανταστικό τρόπο.” 24

Ο Ένγκελς έλεγε: “Το κόμμα μας πρέπει να δείξει ότι ή όλες οι φιλοσοφικές προσπάθειες του γερμανικού έθνους από τον Καντ ως τον Χέγκελ οδηγούν στον κομμουνισμό ή στάθηκαν ανώφελες· οι Γερμανοί θα πρέπει ή να απορρίψουν όλους τους μεγάλους φιλόσοφους που θεωρούν δόξα τού έθνους τους ή να αποδεχθούν τον κομμουνισμό.” Ο Ένγκελς αναγνωρίζει την Μαρξική κριτική της κριτικής του πολιτικού υποκειμένου και του κράτους.

Ο Μαρξ με την κριτική αυτή γεννάει το προλεταριάτο αλλά μαζί με αυτό δημιουργεί την επαναστατική φιλοσοφία. Με άλλα λόγια φέρνει στο κόσμο το εργαλείο της χειραφέτησης αλλά και το υλικό στοιχείο της: “Η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, όπως το προλεταριάτο βρίσκει στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα, κι αμέσως μόλις η αστραπή της σκέψης θα χτυπήσει κατάκαρδα το παρθένο τούτο λαϊκό έδαφος, θα συντελεστεί ή χειραφέτηση (…). Η κεφαλή της χειραφέτησης αυτής είναι η φιλοσοφία, καρδιά της το προλεταριάτο. Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς να εξαλείψει το προλεταριάτο, το προλεταριάτο δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να πραγματώσει τη φιλοσοφία.” 30, 31

Με την στροφή αυτή ο Μαρξ γυρίζει τον κόσμο ανάποδα. Ακόμα και σήμερα ο κόσμος είναι ζαλισμένος: “Στόχος της ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της αλήθειας, να καθιερώσει την αλήθεια τον Ενθάδε. Κατ’ αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτο-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική τής θρησκείας σε κριτική τον δικαίου, η κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής.” 18

 

Οι αναφορές και τα αποσπάσματα από το: Κ. Μάρξ, “Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου”, 1843-44, Εκδόσεις Παπαζήση, ΣΕΙΡΑ: “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ”.

Ο Adorno για την γυναίκα

Ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική θεματοποιεί την γυναίκα ως μια από τις βασικές πτυχές ούτως ώστε να διαφανεί και να εξηγηθεί η αποτυχία του δυτικού εκπολιτισμού ο οποίος έχει φτάσει ήδη στην βαρβαρότητα. “Ολόκληρη η ανθρωπότητα να είχε ένα μόνο κεφάλι, ώστε να έχω τη χαρά να το κόψω με ένα χτύπημα“, λεει στο “Ρωμαίος και Ιουλιέτα” ο Σαίξπηρ με το στόμα της Ιουλιέτας.

Παραθέτονται λοιπόν κάποια αποσπάσματα από την Αρνητική Διαλεκτική:

Ως αντιπρόσωπος της φύσης η γυναίκα στην αστική κοινωνία έγινε η αινιγματική εικόνα της ακαταμάχητης γοητείας και της αδυναμίας.” 130

” (…) η γυναίκα παραμένει αδύνατη, καθώς η δύναμη περιέρχεται σε αυτή μόνο διαμεσολαβημένη από τον άντρα.” 131

maya derren

Σκηνή από τον πειραματικό κινηματογράφο της Maya Deren

“Η απελευθέρωση των αστών από την αδικία του φεουδαρχικού και του απολυταρχικού παρελθόντος χρησίμευε μέσω του φιλελευθερισμού στην αχαλίνωτη ανάπτυξη των μηχανών, όπως η χειραφέτηση της γυναίκας καταλήγει στην εκγύμναση της για τις ένοπλες δυνάμεις. Το πνεύμα και οτιδήποτε καλό στη ρίζα του και στην ύπαρξη του είναι αλύτρωτα μπλεγμένο στα δίχτυα αυτής της φρίκης. Ο ορός που δίνει ο γιατρός στο άρρωστο παιδί οφείλεται στην επίθεση κατά των ανυπεράσπιστων πλασμάτων. Τα γλυκόλογα των ερωτευμένων καθώς και τα πιο ιερά σύμβολα του χριστιανισμού απηχούν την ευχαρίστηση από το κρέας του κατσικιού, όπως και αυτή τον διφορούμενο σεβασμό προς το τοτεμικό ζώο. Ακόμη και η πιο διαφοροποιημένη κατανόηση για τη μαγειρική, την εκκλησία και το θέατρο είναι μια συνέπεια του εκλεπτυσμένου καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος αποβαίνει εις βάρος της φύσης εντός και εκτός της ανθρώπινης κοινωνίας. Στην αναδραστική ενδυνάμωση αυτής της οργάνωσης έγκειται η ιστορική λειτουργία της κουλτούρας. Γι’ αυτό η γνήσια σκέψη που αποδεσμεύεται από αυτή, ο Λόγος στην καθαρή του μορφή, παίρνει τα χαρακτηριστικά της παράνοιας την οποία οι εδραιωμένοι αυτόχθονες ανέκαθεν παρατηρούσαν. Αν αυτός ο καθαρός Λόγος αποσπούσε μια αποφασιστική νίκη στην ανθρωπότητα, η υπεροχή του ανθρώπινου γένους θα κινδύνευε. Τελικά θα ευσταθούσε και η θεωρία του παραστρατήματος. Αυτή όμως, που κυνικά απέβλεπε στην κριτική της ανθρωποκεντρικής φιλοσοφίας της ιστορίας, είναι η ίδια πολύ ανθρωποκεντρική για να μπορέσει να δικαιωθεί. Ο Λόγος παίζει το ρόλο του οργάνου προσαρμογής και όχι του ηρεμιστικού, όπως θα μπορούσε να φανεί από τη χρήση που του έκανε μερικές φορές το άτομο. Η πανουργία του Λόγου βρίσκεται στη δυνατότητα του να μεταβάλει τους ανθρώπους σε κτήνη με ολοένα αυξανόμενη εμβέλεια και όχι να εγκαθιδρύσει την ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου.” 358-9

800px-Horna_Kati_1962_Woman_with_Masks

Horna kati 1962 Woman with Masks

“Η φροντίδα όμως για το άλογο ζώο φαίνεται στον έλλογο, περιττή. Ο δυτικός πολιτισμός την έχει αναθέσει στις γυναίκες. Αυτές δεν συμβάλλουν αυτόνομα στη δυναμική προσφορά, στην οποία βασίζεται αυτός ο πολιτισμός. Ο άντρας πρέπει να βγαίνει έξω στην εχθρική ζωή, πρέπει να δρα και να επιδιώκει. Η γυναίκα δεν είναι υποκείμενο. Δεν παράγει, αλλά περιποιείται αυτούς που παράγουν, ένα ζωντανό μνημείο των πολύ μακρινών καιρών της κλειστής οικιακής οικονομίας. Γι’ αυτήν δεν ήταν πολύ ευνοϊκός ο καταμερισμός της εργασίας, όπως τον επέβαλε ο άντρας. Έγινε η ενσάρκωση της βιολογικής λειτουργίας, η εικόνα της φύσης, που η καταπίεση της αποτέλεσε τον τίτλο τιμής αυτού του πολιτισμού. Το όνειρο χιλιετιών ήταν η χωρίς όρια υποδούλωση της φύσης, η μετατροπή του κόσμου σε απέραντο κυνηγότοπο. Με αυτόν τον πόθο ήταν εναρμονισμένη η ιδέα του ανθρώπου στην ανδρική κοινωνία. Αυτό ήταν το νόημα του Λόγου για τον οποίο ο άντρας καυχιόταν. Η γυναίκα ήταν μικρότερη και πιο αδύναμη· ανάμεσα σε αυτή και τον άντρα υπήρχε μια διαφορά την οποία δεν μπορούσε να ξεπεράσει, μια διαφορά που έχει τεθεί από τη φύση, η μεγαλύτερη ντροπή και ταπείνωση που μπορεί να υπάρξει στην ανδρική κοινωνία. Εκεί όπου η υποδούλωση της φύσης είναι ο αληθινός στόχος, η βιολογική κατωτερότητα παραμένει το κατεξοχήν στίγμα και η σφραγισμένη από τη φύση αδυναμία είναι το σημάδι που ανοίγει την όρεξη για βιαιοπραγία.” 394-5

Aleksandra Ekster (Russian 1882–1949) [Futurism, Cubism, Constructivism, Suprematist] Costume design for Herodiade of "Salome" by Oscar Wilde (Aleksandra Ekster)

Aleksandra Ekster (Russian 1882–1949) [Futurism, Cubism, Constructivism, Suprematist] Costume design for Herodiade of “Salome” by Oscar Wilde (Aleksandra Ekster).

Η αστική τάξη επωφελήθηκε από την αρετή και την κοσμιότητα της γυναίκας, τους σχηματισμούς αντίδρασης της μητριαρχικής εξέγερσης. Η ίδια η γυναίκα κατάφερε για λογαριασμό ολόκληρης της υπό εκμετάλλευση φύσης να γίνει δεκτή στον κόσμο της κυριαρχίας, αλλά ως σπασμένη. Υποδουλωμένη, καθρεφτίζει στα μάτια του νικητή τη νίκη του με την αυθόρμητη υποταγή της: Την ήττα ως αφοσίωση, την απελπισία ως ωραία ψυχή, την ατιμασμένη καρδιά ως το στήθος που χαρίζει αγάπη. Με το τίμημα της ριζικής απόσπασης από την πρακτική, της απόσυρσης στον άτρωτο μαγικό κύκλο, η φύση δέχεται από τον κύριο της πλάσης τα σέβη του.” 396

solaris-resurrection

Σκηνή από την ταινία Solaris του Tarkovsky

” (…) το είδωλο της κοινωνίας σήμερα είναι το αεροδυναμικά ευγενές ανδρικό πρόσωπο. Το θηλυκό χρησιμεύει στη δουλειά και στη γέννα ή, ως ευπαρουσίαστο, ανεβάζει το κοινωνικό γόητρο του συζύγου. Δεν συνεπαίρνει τον άνδρα σε ενθουσιώδεις διαχύσεις. Η λατρεία επιστρέφει πάλι στη φιλαυτία. Ο κόσμος με τους σκοπούς του χρειάζεται ολόκληρο τον άντρα. Κανένας πια δεν μπορεί να δοθεί ολοκληρωτικά, πρέπει να μείνει μέσα. 401

 

Οι σελίδες από το βιβλίο: T. Adorno and M. Horkheimer, “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”, Εκδόσεις Νήσος, 1996.

Η εικόνα της ανάρτησης: “Lissitzky El Plaksin Mikhail 1928 Woman With Hammer and Sickle”

Από μανταλάκια μέχρι έννοιες και η γύφτισσα διαλεκτική

Ο Adorno στην Αρνητική Διαλεκτική ισχυρίζεται ότι “Η αστική κοινωνία κυριαρχείται από την αρχή των ισότιμων μεγεθών. Κάνει τα ετερώνυμα συγκρίσιμα ανάγοντας τα σε αφηρημένα μεγέθη.” (σελ. 35-36)

Το τι κάνει δηλαδή η κυρίαρχη αστική τάξη έγκειται στην δημιουργία μιας αντιδιαλεκτικής πολιτικής οικονομίας η οποία παράγει τα πάντα (από μανταλάκια μέχρι έννοιες) με βάση το συμφέρον του κυρίαρχου ιμπεριαλιστή. Ότι απειλεί την κεκλεισμένων των θυρών διαφωτιστική πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού γίνεται αφηρημένο μέγεθος και διανέμεται παντού και πουθενά σαν μια φοβική προοπτική.

Η οργάνωση της εργατικής τάξης και το αίτημα μιας εργατικής λαϊκής εξουσίας δεν γίνεται ανέφικτο λόγω της δήθεν απρόσιτης βαρβαρότητας της αλλά λόγω της εν πράγματης βαρβαρότητας που το συμφέρει και το θέλει σε μια εξωγενής και ξένη κατάσταση. Ο Adorno το διατυπώνει ως εξής: “Τίποτε απολύτως δεν επιτρέπεται να είναι έξω, διότι η ιδέα και μόνο του έξω είναι η καθαυτό πηγή του φόβου” (σελ. 48). Ο εξορισμός του κομμουνιστικού αιτήματος σε ένα μη τόπο. Εδώ είναι που πηγάζει και η κατηγορία του συστήματος ως ουτοπικού. Είναι ουτοπικό όχι επειδή είναι φανταστικό αλλά επειδή ακυρώνει την ίδια την υφιστάμενη πραγματικότητα. Η διαλεκτική παραμένει ασφαλής παρατειμένη σε ένα “έξω” και μια γύφτισσα αν της επιτραπεί η είσοδος.

Συνεχίζει ο Adorno λίγο πιο κάτω κάνοντας ακριβώς εμφανές το διαφωτιστικό κλουβί της μεταμοντέρνας και δυτικής μορφής ζωής: “Η αποποιοτικοποιημένη φύση μετατρέπεται σε χαοτικό υλικό προς ταξινόμηση και μόνο, και ο παντοδύναμος εαυτός σε απλό έχειν, αφηρημένη ταυτότητα.” (σελ. 39)

Το πολιτικό ον ως συλλογικότητα έχει εξατμιστεί από την παντοδυναμία του αφηρημένου εαυτού το οποίο ως αφηρημένο γίνεται βορά των ψευδαισθήσεων σε μια κυκλική κόλαση παραγωγής και εκμετάλλευσης. Στην Αρνητική Διαλεκτική εκφράζεται κάπως έτσι: “Κάτω από την ισοπεδωτική κυριαρχία του αφηρημένου, η οποία κάνει τα πάντα στη φύση επαναλήψιμα, και της βιομηχανίας, για την οποία τα ετοιμάζει, οι ίδιοι οι απελευθερωμένοι έγιναν τελικά εκείνος ο «λόχος» τον οποίο ο Χέγκελ χαρακτήρισε αποτέλεσμα του διαφωτισμού” (σελ. 43).

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι η πορεία της ίδιας της αφαιρετικής καπιταλιστικής μορφής οικοδόμησης συγκεκριμένου πολιτικο-οικονομικού πολιτισμού. Αναβαθμίζει τις λειτουργικές του δομές από την μισθωτή εργασία και την εκμετάλλευση ανάγοντας τα ως μη υπαρκτά φαινόμενα. Η αφαίρεση έγκειται στο να δημιουργεί ένα υπό δημιουργία τέρας. Λέει ο Adorno: “Η αφαίρεση, το εργαλείο του διαφωτισμού, συμπεριφέρεται απέναντι στα αντικείμενα της όπως η μοίρα, την έννοια της οποίας εξαλείφει: ως εξόντωση” (σελ. 43).

Τα παραρτήματα από: T. Adorno and M. Horkheimer, “Διαλεκτική του Διαφωτισμού”, Εκδόσεις Νήσος, 1996.

Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του De Goya Francisco, The Idiot (Between 1824 and 1828)

Το κεφάλαιο σαν βαμπίρ απορροφά αδιάκοπα

Τα αποσπάσματα είναι από το Grundrisse – Βασικές Γραμμές της Κριτικής Της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β, Εκδόσεις Στοχαστής του Marx Karl.

Κεφάλαιο και Εργάτης:

Ολόκληρη λοιπόν η πρόοδος του πολιτισμού, ή μ’ άλλα λόγια κάθε αύξηση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων – αν προτιμάτε, των παραγωγικών δυνάμεων
της ίδιας της εργασίας – όπως προκύπτει από την επιστήμη, τις εφευρέσεις, τον καταμερισμό και τον συνδυασμό της εργασίας, τα βελτιωμένα μέσα επικοινωνίας, την δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, τα μηχανήματα κλπ. δεν πλουτίζει τον εργάτη, αλλά το κεφάλαιο απλά λοιπόν μεγαλώνει πάλι τη δύναμη που εξουσιάζει την εργασία αυξάνει μόνο την παραγωγική δύναμη
του κεφαλαίου. Καθώς το κεφάλαιο είναι η αντίθεση του εργάτη, κάθε τέτοια πρόοδος αυξάνει απλά την αντικειμενική δύναμη πάνω στην εργασία.” (σελ: 227-228)

Οπως λοιπόν η παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο δημιουργεί από τη μια μεριά την καθολική εργατικότητα – δηλαδή υπερεργασία, αξιοδημιουργική εργασία – έτσι από την άλλη μεριά δημιουργεί ένα σύστημα γενικής εκμετάλλευσης των φυσικών και ανθρώπινων ιδιοτήτων, ένα σύστημα γενικής ωφελιμότητας, που σαν φορέας του εμφανίζεται τόσο η ίδια η επιστήμη, όσο και όλες οι φυσικές και πνευματικές ιδιότητες, ενώ τίποτα δεν εμφανίζεται σαν καθεαυτό-ανώτερο, σαν δικαίωση του εαυτού του, έξω απ’ αυτό τον κύκλο της κοινωνικής παραγωγής και ανταλλαγής. Έτσι δημιουργεί το κεφάλαιο για πρώτη φορά την αστική κοινωνία και την καθολική ιδιοποίηση της φύσης όπως και του ίδιου του κοινωνικού ιστού από τα μέλη της κοινωνίας.” (σελ: 308)

(…) το ποσοστό του κέρδους δεν εκφράζει ποτέ τον πραγματικό βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο, αλλά πάντοτε μια πολύ μικρότερη αναλογία και η αναλογία που εκφράζει είναι τόσο πιο ψεύτικη, όσο μεγαλύτερο είναι το κεφάλαιο. Το ποσοστό του κέρδους θα μπορούσε να εκφράζει το πραγματικό ποσοστό της υπεραξίας μόνο αν ολόκληρο το κεφάλαιο μετατρεπόταν απλά σε εργατικό μισθό.” (σελ: 585)

Ο εργάτης αλλοτριώνει την εργασία σαν παραγωγική δύναμη του πλούτου το κεφάλαιο την ιδιοποιείται σαν τέτοια.” (σελ: 227)

Η κίνηση του κεφαλαίου:

Υπάρχει εκμετάλλευση από το κεφάλαιο χωρίς τον τρόπο παραγωγής του κεφαλαίου.” (σελ: 659)

Το γενικό συμφέρον είναι ακριβώς η γενικότητα των ιδιοτελών συμφερόντων.” (σελ: 177)

Η δραστηριότητα του εργάτη, περιορισμένη σε απλά αφηρημένη δραστηριότητα, καθορίζεται και ρυθμίζεται ολόπλευρα από την κίνηση των μηχανημάτων – όχι το αντίστροφο. Η επιστήμη, που αναγκάζει τα άψυχα μέλη των μηχανημάτων με την κατασκευή τους να λειτουργούν σκόπιμα σαν αυτόματος μηχανισμός, δεν υπάρχει στη συνείδηση του εργάτη αντίθετα, επιδρά διαμέσου της μηχανής σαν ξένη δύναμη πάνω στον εργάτη, σαν δύναμη της ίδιας της μηχανής. Η ιδιοποίηση της ζωντανής εργασίας από την αντικειμενοποιημένη εργασία, της αξιοποιητικής δύναμης ή δραστηριότητας από την αξία που υπάρχει για-τον-εαυτό-της, – ιδιοποίηση που ενυπάρχει στην έννοια του κεφαλαίου – τοποθετείται στη βασισμένη στα μηχανήματα παραγωγή σαν χαρακτήρας της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, ακόμα και ως προς τα υλικά της στοιχεία και την υλική της κίνηση.” (σελ: 531-532)

Το κεφάλαιο ως το καταστροφικό αιώνιο:

Στο κεφάλαιο τοποθετείται (ως ένα βαθμό) η αφθαρσία της αξίας γιατί το κεφάλαιο ενσαρκώνεται βέβαια στα φθαρτά εμπορεύματα, παίρνει τη μορφή τους, αλλά και αδιάκοπα την αλλάζει εναλλάσσεται ανάμεσα στην αιώνια χρηματική του μορφή και την φθαρτή εμπορευματική του μορφή η αιωνιότητα τοποθετείται σαν το μόνο που μπορεί να είναι: παροδικότητα που παρέρχεται – διαδικασία – ζωή. Το κεφάλαιο διατηρεί όμως αυτή την ικανότητα μονάχα στο μέτρο που σαν βαμπίρ απορροφά αδιάκοπα, σαν ψυχή του, τη ζωντανή εργασία. Η αφθαρσία – η διάρκεια της αξίας στη μορφή της σαν κεφαλαίου – τοποθετείται μόνο με την αναπαραγωγή, που είναι κι αυτή διπλή: αναπαραγωγή σαν εμπόρευμα, αναπαραγωγή σαν χρήμα, και ενότητα αυτών των δυο αναπαραγωγικών διαδικασιών.” (σελ: 494)

Το κεφάλαιο είναι διαρκής αυτο-πολλαπλασιαζόμενη αξία, που δεν καταστρέφεται πια ποτέ. Η αξία αυτή αποχωρίζεται από το εμπόρευμα που την δημιούργησε όμοια με μεταφυσική, άυλη ποιότητα μένει πάντα στην κατοχή του ίδιου καλλιεργητή και θα αποκτούσε γι αυτόν διαφορετικές μορφές.” (σελ: 407)

Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας. Από τη μια μεριά λοιπόν ξυπνά όλες τις δυνάμεις της επιστήμης και της φύσης, όπως και του κοινωνικού συνδυασμού και της κοινωνικής συναλλαγής, για να κάνει τη δημιουργία του πλούτου ανεξάρτητη (σχετικά) από τον χρόνο εργασίας που καταβλήθηκε γι αυτόν. Από την άλλη μεριά, αυτές τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάμεις που δημιουργήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο θέλει να τις μετρήσει με τον χρόνο εργασίας, και να τις περιχαρακώσει μέσα στα όρια που απαιτούνται για τη διατήρηση της ήδη δημιουργημένης αξίας σαν αξίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις και οι κοινωνικές σχέσεις – που κι οι δυο είναι διαφορετικές πλευρές της ανάπτυξης του κοινωνικού ατόμου – εμφανίζονται στο κεφάλαιο απλά και μόνο σαν μέσα, και για το κεφάλαιο δεν είναι παρά μέσα για να συνεχίσει να παράγει πάνω στη δική του στενή βάση. Στην πραγματικότητα όμως αποτελούν τους υλικούς όρους για να το ανατινάξουν.” (σελ: 539)

Αν ο κεφαλαιοκράτης απασχολεί εργασία μόνο και μόνο για να δημιουργεί υπεραξία – για να δημιουργεί αξία περισσότερη απ’ αυτή που υπάρχει – ωστόσο φαίνεται καθαρά, ότι μόλις σταματήσει να απασχολεί εργασία απαξιώνεται και το κεφάλαιο που ήδη κατέχει ότι λοιπόν η ζωντανή εργασία όχι μόνο προσθέτει νέα αξία, αλλά και με την ίδια την πράξη να προσθέτει μια νέα αξία στην παλιά διατηρεί, διαιωνίζει την τελευταία.” (σελ: 273)

 

Ιμπεριαλισμός πατήρ πάντων

Οι λυτρωτές του πλανήτη θα βόσκουν πράσινο από περιφραγμένα περιβόλια με σεκιουριτάδες αόρατους με σερβιτορική παιδεία. Η ιδεολογία των δυτικών αναπνέει νεκρά κύτταρα, συμφέρει στο κεφάλαιο και φτηνό εργατικό δυναμικό.

Το ΝΑΤΟ καταφέρνει ως ιμπεριαλιστική δύναμη να εξασθενεί αυτό που το απειλεί. Δεν καταστρέφει την απειλή σε εκτελεστικό απόσπασμα αλλά αφαιμάσσει με διαχρονική μέθοδο τον αντίπαλο μέχρι που η πτώση του να φαίνεται ως μια εσωτερική σήψη. Επίσης μέσα στο ιμπεριαλιστικό πολιτικό του πλαίσιο έχει την δυνατότητα της άμεσης εκροής της πολιτικής του φύσης να σκεπάζει το “άλλο” ως το ίδιο του εαυτού του με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως μια απειλή της οντότητας του. Η απατηλή ταυτότητα με άλλα λόγια γίνεται η απειλή της μοναδικότητας ως ηγεμονία.

Η δυτική ιμπεριαλιστική μηχανή πετυχαίνει αυτό που ο Χέγκελ περιγράφει ως τον εννοιολογικό προσδιορισμό της αμεσότητας. Η ηγεμονία δηλαδή των δυτικών δυνάμεων εκφράζεται επίσης και ως η αντιληπτική ή αναστοχαστική αδυναμία που αρχίζει και τελειώνει σε μια αναλυτική τύπου καθρέφτη. Με άλλα λόγια η δύση ηγεμονεύει την ίδια την νοητική διαδικασία ερμηνείας και ανάλυσης. Η πολιτική του ΝΑΤΟ και των δυτικών δεν παραμορφώνουν την πραγματικότητα αλλά δημιουργούν ένα απατηλό καθρέφτισμα της ίδιας τους οντότητας, άρα νόμιμα τίθεται και ως απειλή, και ως τέτοια μπορεί να επιλυθεί μόνο με πράξη πολέμου. Για παράδειγμα, η αναλυτική συμπερασματική ερμηνεία μιας “ενδο-ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης” της δύσης με την Ρωσία είναι το αποτέλεσμα της δυτικής ηγεμονίας του να δημιουργούνται καθρέφτες εκεί που δεν χρειάζονται ή εκεί που δεν υπάρχουν.

Η μεταφυσική πανδαισία της ερμηνείας του πολέμου ως το κινούν ακίνητο της ίδιας της ιστορικής διαδικασίας γίνεται η λανθασμένη αφήγηση της δυτικής διανόησης μιας καρικατούρας δηλαδή της εγελιανής σκέψης. Ο Ηράκλειτος λέγοντας το: “πόλεμος πατήρ πάντων …” δεν είχε ιδέα ότι θα έρθει η ιστορική φάση που η φιλοσοφική ρήση του θα γίνει από συμπερασματικός προσδιορισμός μιας υλιστικής θεώρησης της πραγματικότητας, μια ετοιμότητα επιθετικού πολέμου από τη κυρίαρχη κοινωνική τάξη των εκμεταλλευτών.

Η αστική δυτική πολιτική άλλαξε το: “πόλεμος πατήρ πάντων …” σε “ιμπεριαλισμός πατήρ πάντων …”. Πόλεμος και ειρήνη για τον ιμπεριαλισμό ταυτίζονται και το αναγνωρίζει κανείς μια που επιτυγχάνεται η ταυτόχρονη εμπόλεμη ειρήνη. Η τρομοκρατία δεν είναι άλλη παρά η ιμπεριαλιστική ιστορική πραγματικότητα μιας εμπόλεμης ειρήνης. Η αιώνια ειρήνη την οποία υπερασπιζόταν ο Καντ και πολύ πιθανόν η αστική διανόηση μέχρι και οι πολεμοχαρείς τωρινοί Αμερικανοί στρατάρχες απολυτοποιεί ακριβώς την μεταφυσική αυταπάτη μιας πραγματικής τρομοκρατίας πολέμου που υφίσταται σε κατάσταση ειρήνης.

 

 

 

Η πραγματικότητα μας ανήκει, να πά να γαμηθείτε

Τελείωσε ακόμα μια αστική εκλογική αναμέτρηση. Από την κατάληψη της κοινής επιθυμίας των αστικών κομμάτων να αναμετρηθούν με την νίκη δημιουργείται ένα αναλυτικό φαντασιακό που η όποια αστική αναλυτική χάνεται με απλότητα στην γλώσσα. Το ανακάτεμα του κεφαλαίου τώρα έχει και πάλι ησυχάσει στην αριστερή ασφάλεια όπως ακριβώς και πριν.

Η ζωή συνεχίζεται, η πολιτική συνεχίζεται, ο αγώνας όχι. Αυτό που μετράει είναι η ασφάλεια του “συνεχίζεται”, ενός “συνεχίζεται” που θέλει να παραμένει αιώνιο και εκλεκτό σαν τα συρτάρια που βρίσκονται κάτω ακριβώς από τον νεροχύτη που δεν ανοίγουν ποτέ μια που δεν υπάρχουν.

Η παρουσία της απειλής γίνεται το πιο στενό κεφάλαιο της αστικής τάξης. Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι η απόδειξη της κυριαρχίας του κεφαλαίου ότι ακόμα και του να έχεις λόγο ο λόγος σου είναι δεσμευτικός στην ανυπαρξία.

Η Ευρώπη βουλιάζει στο αίμα που αιώνες τώρα την έφερνε στην επιφάνεια. Ο πολιτισμός έγινε ο βραχνάς της ίδιας της σκέψης.

Ο Καρτέσιος γίνεται ο βασιλέας της ιστορίας όταν μας λέει “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Όχι κύριε Καρτέσιε δεν “σκέφτομαι άρα υπάρχω” αλλά “χειραφετούμαι άρα υπάρχω”. Εδώ η Ρόδος εδώ και το πήδημα λοιπόν.

Ο Hegel υπόσχεται να αποδεσμεύσει το ασταμάτητο της παράνοιας και της αδιαφορίας μαζί, επειδή το δίδυμο αυτό εμποτίζει την εκλεκτή ύπαρξη στην απροσδιόριστή της αιώνια παρουσία σαν μια μεταμοντέρνα ατομικότητα λαμπερή που μόλις αυτοτυφλώνεται: “Η ύπαρξη, αποτραβηγμένη μέσα στην υπόσταση, είναι κατ’ αρχήν, μέσω εκείνης της πρώτης άρνησης, μόνο άμεσα μετατεθειμένη στο στοιχείο του εαυτού, τούτη συνεπώς η ιδιοκτησία, της οποίας έγινε κύριος ο εαυτός, έχει ακόμα τον ίδιο χαρακτήρα της ασύλληπτης αμεσότητας, της ακίνητης αδιαφορίας, που παρουσιάζει και η ίδια η ύπαρξη, έτσι αυτή έχει απλώς μεταστεί στην παράσταση. Συνάμα είναι με την τελευταία τούτη κάτι το οικείο, ένα τέτοιο, με το οποίο το υπάρχον πνεύμα διακόπτει κάθε σχέση, έτσι που να μη βρίσκει πλέον την ενεργητικότητά του και το ενδιαφέρον του εκεί μέσα” (1).

Ο Hegel μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η ιδιοκτησία ως η κυριότητα του εαυτού, η άρνηση δηλαδή της πραγματικότητας ως κοινωνική υπόθεση, γίνεται το μέρος της παραγωγής της αποξένωσης. Η ακίνητη αδιαφορία είναι η αποξενωτική ύπαρξη που βρίσκει “κάτι το οικείο” στην εκμετάλλευση αλλά διακόπτεται ταυτόχρονα κάθε σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα σ’ αυτήν την περίπτωση γίνεται μια μεταφυσική παρουσία. Η σχέση πραγματικότητας και ύπαρξης γεννιέται. Από δώ και πέρα δεν διαμορφώνουμε την πραγματικότητα αλλά διαμορφώνεται.

Να ποιά είναι η σημερινή αυταπάτη της πολιτικής παιδείας που παράγει ένα αστικό κατεστημένο: “Ο πιο συνήθης τρόπος να καλλιεργούμε αυταπάτες και στους άλλους ψευδαισθήσεις έγκειται στο να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο και να το ανεχόμαστε ως τέτοιο· μια τέτοια γνώση, χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, δεν κινείται από τη θέση της με όλο αυτό το άσκοπο κουβεντολόι” (2).

να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο“: Να προϋποθέτουμε με άλλα λόγια τα μέσα εκείνα που μας διαμορφώνουν την πραγματικότητα πέρα από την αλήθεια των δικών μας δραστηριότητων. Αν το παράγωγο, το προϊόν δηλαδή, που είναι από την δική μας δραστηριότητα και εργασία, δεν αποκαλύπτεται σε μας ως δικό μας τότε η προϋπόθεση της κατοχής του εξαρτάται αποκλειστικά σ’ αυτούς που το καρπώνονται και επιβάλλουν επίσης και τις προϋποθέσεις του ότι δεν είναι δικό μας. Αν “η ίστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ή δραστηριότητα του άνθρωπου πού επιδιώκει δικούς της σκοπούς” (3) τότε η αυταπάτη και η ψευδαίσθηση είναι αποκλειστικά μηχανισμοί των εκμεταλλευτών που καρπώνονται το ανοίκειο ως οικείο και την ιστορία ως μια παραμυθία.

“να το ανεχόμαστε ως τέτοιο”: Να και η πραγματικότητα που σφραγίζει την αντοχή μας όχι πλέον ως πλεονέκτημα αλλά ως μια αστική συνήθεια που επιβραβεύεται. Ο Μπρέχτ το λέει καθαρά και ξάστερα: “Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ“.

Όσο λίγο είναι περατωμένο ένα οικοδόμημα, όταν έχουν τεθεί τα θεμέλιά του, άλλο τόσο λίγο η επιτευχθείσα έννοια του όλου είναι το ίδιο το όλο. Εκεί που επιθυμούμε να δούμε μια δρυ στην ευρωστία του κορμού της, στο άπλωμα των κλάδων της και στο πύκνωμα της φυλλωσιάς της, δεν είμαστε ευχαριστημένοι, αν στη θέση αυτών μας παρουσιά­ζεται ένα βελανίδι” (4).

Αυτό είναι ο καπιταλιστικός κόσμος σήμερα. Είναι ένα οικοδόμημα που εμμένει σε μια αιώνια βλάστηση που δεν καταφέρνει πότε να ξεμυτήσει από την λάσπη της ιστορίας. Το εγελιανό βελανίδι λοιπόν είναι το προϊόν εκείνο που ο καπιταλιστής θα το οικειοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο για να στο πουλήσει πίσω ως το οικοδόμημα που αποκαλύπτει την αμεσότητα της μερικότητάς του ως την απόλυτη ολότητά.

 

(1) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §30 (σελ. 152).

(2) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §31 (σελ. 153).

(3) Lenin, Φιλοσοφικά Τετράδια, Τόμος 29, Εκδόσεις Συγχρονη Εποχή, (σελ. 23).

(4) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §12 (σελ. 133).

 

Ο φιλελές και η τύφλα του

Όταν ζητάς κάποιου την γνώμη είναι γιατί έχεις ανάγκη να βλέπεις τον κόσμο από τα δικά του μάτια για να ανοίγουν και τα δικά σου. Χρειάζεσαι επίσης ένα άλλο χρόνο, την ιστορία του, για να δεις αν πράγματι βαδίζεις εδώ και όχι κάπου παράμερα όπου μπορεί και να χαθείς. Όταν λοιπόν αρνείται κάποιος την γνώμη των άλλων είναι γιατί είτε αυτή η ιστορία είναι ψεύτικη είτε γιατί δεν σε αφήνει η τύφλα σου. Αυτό ακριβώς γίνεται με ένα κομμουνιστή και ένα φιλελεύθερο. Ο φιλελεύθερος λόγω της πολιτικής του τύφλας αρνείται ένα άλλο κόσμο με πείσμα να παραμένει στην άρνηση χωρίς αντίκρισμα. Ο κομμουνιστής από την άλλη αρνείται την γνώμη των άλλων ξέροντας ότι η τελευταία αποκλείει την ίδια την επιλογή γνώμης άρα και ύπαρξης.

Αναπνέω την ασφυξία

Η κάθε ιστορική εποχή, όπως και αυτή που βιώνουμε, συνίσταται κάθε φορά από τις τρεις παρακάτω υλικές συνθήκες:

1. Την ασφυξία
2. Την πραγματικότητα
3. Την αναπνοή

Η ασφυξία είναι η πραγματικότητα που γίνεται αναπόσπαστο μέρος μιας υποκειμενικότητας που απορροφά μόνο το ατομικό θρόισμα των ψευδοσκέψεων. Από μια τέτοια ασφυξία απορρέει μόνο η ανάγκη να διατηρηθεί ως τέτοια γιατί επιθυμεί μόνο την επιθυμία.

Η πραγματικότητα κάτω από τέτοιες υλικές συνθήκες διαμαρτύρεται μια που το βάρος της ασφυκτικής ύπαρξης γίνεται η ανυπόφορη ζωή. Ως τέτοια η πραγματικότητα από την μια αδιαφορεί για την ανυπόφορη ζωή αλλά ταυτόχρονα δυσανασχετεί με την επιμέρους αποδιοργάνωση που δεν εκπληρώνεται η χειραφετητική της κοινωνικοπολιτική παρουσία.

Η αναπνοή επαναστατεί. Η αναπνοή αποκαθηλώνει ότι αδυνατεί να αναπνεύσει. Η πραγματικότητα εδώ άρει αυτό που την απειλεί. Με άλλα λόγια αρνείται αυτό που την καθορίζει να είναι αυτό που δεν είναι. Η πραγματικότητα αρνείται την ασφυξία και αναπνέει την πραγματικότητα που επιβάλλεται ως δικτατορία του προλεταριάτου.

Από την εκμετάλλευση στην «αξιοπρέπεια» και στην «αναγνώριση»: Το κοινωνικό υποκείμενο με όρους ηθικής και εξουσίας

Γράφει ο Θανάσης Αλεξίου

Όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό το κοινωνικό ζήτημα προσλαμβάνεται με ηθι(κιστι)κούς όρους: με όρους αξιοπρέπειας, αναγνώρισης, τιμιότητας, διαφθοράς κ.λπ. Το γεγονός αυτό εμφανίζει τις κοινωνικές σχέσεις ως προσωπικές σχέσεις με ηθικό υπόβαθρο. Εφόσον τα άτομααποδεχτούν τις ενδεδειγμένες προσωπικές (ηθικές) στάσεις όλα δύνανται να επιτευχθούν. Στο βαθμό που η κοινωνία ορίζεται ως άθροισμα ατόμων και όχι ως σύστημα σχέσεων, η ηθική των ατόμων μπορεί να κάνει και τον καπιταλισμό καλύτερο και ηθικό. Παρόλο που αυτοί οι ηθικές διδαχέςξεκινούν με την εκστρατεία ηθικοποίησης των «επικίνδυνων τάξεων» (τέλη 19ου αι.), δηλαδή της εργατικής τάξης και είναι μέρος ενός συνολικού εγχειρήματος κοινωνικής πειθάρχησης του πληθυσμού, με την κρίση του κράτους πρόνοιας και την συνακόλουθη ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού δεσμού (εμπορευματοποίηση δημόσιων αγαθών) επανέρχεται εκ νέου ένας ηθικός λόγος που συνοδεύεται όμως από την ένταση κοινωνικοποιητικών (κατηχητικών) πρακτικών και πρακτικών ελέγχου του κοινωνικού σώματος. Ο λόγος αυτός διαφοροποιείται ανάλογα με τη θέση των κοινωνικών στρωμάτων που τον εκφέρουν στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Αν ο λόγος των νέων κοινωνικών κινημάτων που εκφράζουν τον «ριζοσπαστισμό» μεσοαστικών στρωμάτων, τόσο εξαιτίας της καταναλωτικής συνθήκης (νεωτεριστικοί τρόποι ζωής κ.λπ.)όσο και εξαιτίας της επαπειλούμενης κοινωνικής έκπτωσης διανθίζεται με στοιχεία αντικαπιταλιστικού ρομαντισμού (αντι-παγκοσμιοποίηση, littleisbeautiful, «βιωματική» λογοτεχνία, ethnic-μουσική, «επιστροφή στις ρίζες», οικολογικός ρομαντισμός, κ.λπ.) ο λόγος ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων που εκφράζουν τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα και τους «νοικοκυραίους» και απειλούνται με προλεταριοποίηση, διανθίζεται με στοιχεία ενός αντιδραστικού ρομαντισμού.

Σε μεγάλο βαθμό η εννοιολόγηση του κοινωνικού ζητήματος με όρους προσωπικής αξιοπρέπειας, και προσωπικής «αναγνώρισης» (όπως A. Honneth κ.ά.) αναφέρεται στις αξίες της προκαπιταλιστικής κοινότητας όπου οι άνθρωποι καθώς ήλεγχαν την εξέλιξη των πραγμάτων εμφανίζονταν ως πρόσωπα (τίμιοι, ειλικρινείς, αξιοπρεπείς κ.λπ.). Στις προκαπιταλιστικές συσσωματώσεις οι κοινωνικές σχέσεις δεν είχαν αυτονομηθεί πλήρως από τα πρόσωπα και συνιστούσαν περισσότερο αυτοσκοπό και λιγότερο μέσον. Ωστόσο ο ορισμός του κοινωνικού ζητήματος σήμερα με αναφορά την κοινότητα (Community) και το αξιακό της σύστημα λειτουργεί ιδεολογικά (αντικαπιταλιστικός ρομαντισμός), επειδή ως διακύβευμα αναδεικνύεται η αποκατάσταση των ατόμων ως προσώπων στο πλαίσιο ενός παρωχημένου συστήματος σχέσεων και όχι η κατάργηση της εκμετάλλευσης.

Η κοινωνία ως «ηθική κοινότητα» (E. Durkheim) που συνέχεται από «συλλογικές αναπαραστάσεις» (ιδέες, θρησκευτικά συστήματα, βιώματα κ.λπ.) (ιδεαλισμός), υποδηλώνει επίσης ότι η διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού (ανομία) μπορεί να αρθεί αν ενισχυθούν οι ηθικοί δεσμοί και ενταθούν οι κοινωνικοποιητικές πρακτικές. Από την στιγμή που η εργασία λόγω της μαζικής ανεργίας δεν διασφαλίζει την κοινωνική ένταξη μένει μόνο η κατήχηση και οι «κατά φαντασία ειδικότητες» (Β. Bernstein) για κατάρτιση, κυρίως των νέων (ΙΕΚ, μεταπτυχιακά κ.λπ.), καθώς θεωρείται πως το πρόβλημα βρίσκεται στην πλευρά της προσφοράς (εργατικής δύναμης) και όχι στην πλευρά της ζήτησης. Ωστόσο δουλειές δεν υπάρχουν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, παρόλο που η χώρα διαθέτει ένα πολυειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Συνεπώς το πρόβλημα βρίσκεται στην πλευρά της ζήτησης. Σε αυτό αποσκοπούν στις μέρες μας τα προγράμματα «δια βίου μάθησης» και τα σεμινάρια αυτοπαρουσίασης όπου ο εργαζόμενος καλείται να σκηνοθετήσει τον εαυτό του και να μετατραπεί σε επιχειρηματία της εργατικής του δύναμης (βλ. «θεωρία του ανθρωπίνου κεφαλαίου»). Στην εμπέδωση μιας νέας εργασιακής ηθικής αποβλέπουν επίσης και τα «προγράμματα κοινωφελούς εργασίας». Εδώ το ζητούμενο δεν είναι η εργασία και η αποκατάστασή των ατόμων ως παραγωγών, αποκατάσταση που προσκρούει στην ίδια την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, αλλά η αποκατάσταση των εργαζομένων ως προσώπων δια μέσου πατερναλιστικών (πελατειακών) πρακτικών. Στο συγκεκριμένο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο η εργασία έχει εκπέσει σε απασχόληση (ευκαιριακή) πουπλήρως έχει εξατομικευτεί. Σημαντικό στοιχείο των κατ’ επίφαση «καλών πρακτικών»για την απασχόληση και την ανεργία είναι ο διεμβολισμός μιας πρότερης εργασιακής βιογραφίας και εμπειρίας ζωής των ατόμων και η παραμονή τους στη λογική της αγοράς. Κατ’ αυτόν τρόπο διαμορφώνεται ένα μοντέλο ευέλικτου εργαζομένου χωρίς δικαιώματα αλλά ιδιωτικοποιείται κιόλας ο κοινωνικός δεσμός, καθώς η «προώθηση» γίνεται μέσω των ΜΚΟ. Σε ένα άλλο επίπεδο η κατανόηση της εργασίας ως μέσου αυτοπραγμάτωσης και ατομικής ενδυνάμωσης, – το άτομο ως «επιχειρηματίας του εαυτού του» (self-development/self-management) – αποκόβει τα άτομα από την εργασιακή συλλογικότητα, ιδιωτικοποιώντας μια σχέση στην οποία τα άτομα εμπλέκονται ως παραγωγοί. Στη νέα εργασιακή ηθική το άτομο εμφανίζεται «σαν αφεντικό του εαυτού του» με την εργασία να έχει απελευθερωθεί από τις εργαλειακές-βιοποριστικές πλευρές της (βλ. P. duGay). Με ανάγλυφο τρόπο αυτό το εργασιακό ήθος και αυτές οι εργασιακές σχέσεις αποτυπώνονται στον εργαζόμενο («αυτοαπασχολούμενο»), στον «εργαζόμενο με μπλοκάκι» του ΤΕΒΕ.

Μολαταύτα στην αστική-καπιταλιστική πραγματικότητα ατομική «αξιοπρέπεια» μπορούν να έχουν όσοι/όσες διαθέτουν κύρος (απόρροια της κοινωνικής θέσης ή, της εργασιακής κατάστασης), ιδιοκτησία και πόρους (οικονομικούς και συμβολικούς) ή, αποζητούν εξαιτίας αυτών αναγνώριση και θετική διάκριση. Και αυτό παρόλο που όλες οι μορφές εργασίας (ως μέρος του συλλογικού εργάτη), ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και την μορφή τους είναι εξίσου αναγκαίες για την διατήρηση και την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Εν πρώτοις, λοιπόν, οι έννοιες της αξιοπρέπειας και της αναγνώρισης φαίνεται να αφορούν τα (μεσο)αστικά στρώματα. Σε ένα βαθμό αυτό αφορά και τα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα (αυτοαπασχολούμενοι, βιοτέχνες, έμποροι κ.ά.) που έχουν μικρή ιδιοκτησία και αποδέχονται τις αξιακούς κώδικες της αστικής κοινωνίας. Αντίθετα η εργασία των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων ως εξαρτημένη και εκτελεστική (χειρωνακτική) απαξιώνεται και υποβαθμίζεται κοινωνικά ώστε να νομιμοποιείται η υποπληρωμή της. Εδώ δεν υπάρχει επομένως ούτε η ανάγκη αλλά ούτε η επιθυμία για επίδειξη και αναγνώριση. Τι να επιδείξει κανείς; Το σπίτι «με εφτά νομά σε ένα δωμά»; «Τα μουτζουρωμένα χέρια»; Την υπακοή στον εργοδότη; Τις ενδεείς συνθήκες ζωής; Ούτε πάλι οι τρόποι ζωής τους (κατοικείν, αισθητικές προτιμήσεις, καταναλωτικές συνήθειες κ.λπ.) διακρίνονται για την ιδιαιτερότητά τους (exclusivity) ώστε να συγκροτούν, όπως το θέτει ο M. Weber, διακριτή κοινωνική τάξη.Αντίθετα τα αστικά και μεσαία στρώματα μπορούν να επιδείξουν την αναβαθμισμένη (σχεδιαστική/διευθυντική) εργασία τους που σε μεγάλο βαθμό ελέγχει την εργασία άλλων, την εργασιακή τους αυτονομία, την απλοχωριά του σπιτιού που τους επιτρέπει να αναπτύξουν μια ιδιωτικότητα και να επικοινωνήσουν διαλογικά με τον εαυτό τους. Να γιατί αυτά τα στρώματα αποδίδουν τόση σημασία στην αυτονομίακαι στην αυτοπραγμάτωση. Σε τελική ανάλυση η κοινωνική αναγνώριση με τις υλικές και συμβολικές αμοιβές που τη συνοδεύουν, επιβεβαιώνει και νομιμοποιεί αυτά τα στρώματα, πόσο μάλλον όταν αυτά αποσπούν από το κοινωνικό πλεόνασμα, -και εξαιτίας του ελεγκτικού χαρακτήρα της εργασίας τους-αρκετά παραπάνω από το κόστος της βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής της εργατικής τους δύναμης.

Η αντίληψη της κοινωνίας ως ηθικής κοινότητας πάει σύμφωνα με τον E.P.Thompson (The Making of English Working Class) πίσω στην περίοδο της Moral Economy (δίκαιοι μισθοί/δίκαιες τιμές κ.λπ.). Τα ηθικά-εθιμικά στοιχεία της Moral Economy διαπερνούν σύμφωνα με τον ίδιο το αξιακό σύστημα της αγγλικής εργατικής τάξης στη διαδικασία συγκρότησής της (18ος-19ος αιώνας) και προσδιορίζουν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική της δράση. Τόσο η προσέγγιση του E.P.Thompson όσο και άλλων (F. Fanon, P. Freire) που έχουν ως μονάδα ανάλυσης τον (δι)υποκειμενικό κόσμο και τις συνειδησιακές του στρώσεις («βουβή εμπειρία», «κουλτούρα της σιωπής» «βίωμα της καταπίεσης» κ.λπ.) και μπορεί να τις εντάξει κανείς στη φαινομενολογία ή, στον ουμανιστικό υπαρξισμό, υποτιμούν σε ένα βαθμό τη δομή, -στην περίπτωση της αγγλικής εργατικής τάξης τη μισθωτή εργασία-, που επενέργησε πάνω στη διϋποκειμενικότητα και στην κοινωνική συνείδηση και τις διαμόρφωσε. Ως γνωστόν η φαινομενολογία διατείνεται πως αφού τεθεί σε παρένθεση η ορθολογική (επιστημονική) σκέψη που αποικιοποιεί τους βιωμένους κόσμουςμπορούμε να ακουμπήσουμε την καθαρή συνείδηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να επέλθει η αποπραγμοποίηση (δηλαδή η αποτίναξη εκείνων των στάσεων που εκλαμβάνονται ως «φυσικές»).

Εντούτοις η αποπραγμοποίηση της συνείδησης χωρίς αποπραγμοποίηση (αποδόμηση) της ίδιας της πραγματικότητας δεν κάνει νόημα, πόσο μάλλον όταν η πραγματικότητα στην φαινομενολογία συνέχεται από νοήματα και «κατασκευάζεται» μέσα από τις ερμηνείες των ίδιων των υποκειμένων («ιθαγενείς κατηγορίες»). Στο συγκεκριμένο Παράδειγμα δεν τίθεται καν ζήτημα αν τα άτομα βρίσκονται σε πλάνη (ιδεολογία) ή αν αυτά είναι εκτεθειμένα σε αλλότρια ως προς την συνείδησή τους συμφέροντα (ταξικά, αγοραία). Κατά τον ίδιο τρόπο η αποπραγμοποίηση της συνείδησης και η απόκτηση μια κριτικής σκέψης που υπόσχεται η «κριτική παιδαγωγική», παραχωρώντας στο σχολικό θεσμό και στους παιδαγωγούς «πρωτοποριακό» ρόλο, -όπως και ο πραγματισμός του J. Dewey- υπονοεί επίσης ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει αν αλλάξει η κοινωνική συνείδηση. Εδώ όμως σε κοινωνικό υποκείμενο δεν αναδεικνύονται οι παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου, δηλαδή η εργατική τάξη, αλλά οι «καταπιεσμένοι», «οι καταφρονημένοι», «οι αγανακτισμένοι» κ.ο.κ. Ωστόσο η καταπίεση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την εκμετάλλευση. Ενώ στην εκμετάλλευση υπάρχει ενσωματωμένη καταπίεση στην καταπίεση δεν υπάρχει οπωσδήποτε εκμετάλλευση. Όπως το θέτει ο αμερικανός κοινωνιολόγος E. OWright: οι γονείς μπορεί να καταπιέζουν τα παιδιά, ωστόσο δεν τα εκμεταλλεύονται. Το ίδιο συμβαίνει και με την έμφυλη καταπίεση.

Είναι προφανές πως όταν το κοινωνικό ζήτημα τίθεται με όρους εξουσίας (καταπιεστές/καταπιεζόμενοι) τα κοινωνικά υποκείμενα θα αναζητηθούν στη σφαίρα της εξουσίας (M. Weber, M. Foucault κ.ά.). Με αυτή την έννοια θα αρκούσε η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας για να αρθεί η καταπίεση και να αποκατασταθεί η αδικία. Εφόσον πάλι το ζήτημα τεθεί με όρους κύρους («καταφρονημένοι») η αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη, θα έπρεπε επίσης να άρει την αντίθεση και να αποκαθιστά την αξιοπρέπεια. Εφόσον πάλι το ζήτημα τεθεί με ηθικούς όρους (τίμιοι/διεφθαρμένοι, «αγανακτισμένοι») η αντικατάσταση των πρώτων από τους δεύτερους θα αρκούσε, όπως διατείνεται η θεωρία των ελιτ, που ενστερνίζεται επίσης η Χρυσή Αυγή (αριστοκρατία του έθνους και της φυλής), για να αντιμετωπιστεί η διαφθορά και να αποκατασταθεί η τίμια διαχείριση. Εντούτοις κοινή είναι η διαπίστωση ότι οι οποιεσδήποτε αλλαγές στα διάφορα πεδία αδυνατούν να άρουν τις αιτίες αυτών των αντιθέσεων. Επομένως οι άνισες θέσεις, οι ασύμμετρες σχέσεις, εφόσον δεχτούμε μια κοινωνική διαστρωμάτωση δύναμης, κύρους, ηθικής κ.ο.κ., είναι παράγωγες της ταξικής συνθήκης. Αυτή είναι εν τέλει που διαπερνώντας όλα τα επίπεδα του εποικοδομήματος παράγει δευτερογενείς αντιθέσεις που απολήγουν σε ασύμμετρες σχέσεις και στις πολλαπλές καταπιέσεις. Εκ των πραγμάτων λοιπόν μόνο τα υποκείμενα που δομούνται στη σφαίρα παραγωγής και απόσπασης του κοινωνικού πλούτου, δύνανται, θέτοντας το ζήτημα της εκμετάλλευσης, να θέσουν επίσης το ζήτημακατάργησης των επιμέρους καταπιέσεων. Βαθμίδες εξουσίας και κύρους, κατηγορίες ηθικής κ.λπ. αδυνατούν να εξηγήσουν την πολλαπλότητα των καταπιέσεων (εξουσιαστικών, ηθικών, έμφυλων κ.ά.), καθώς δεν διαθέτουν τους θεωρητικούς (μεθοδολογικούς) συνειρμούς που ενυπάρχουν στην αναλυτική κατηγορία της κοινωνικής τάξης (η τάξη ως μορφή ενσωματωμένης εκμετάλλευσης) (G. Ε.Μ deSteCroix). Μόνο εφόσον το κοινωνικό ζήτημα τεθεί με όρους εκμετάλλευσης και όχι με όρους μιας «ταυτοχρονίαςκαταπιέσεων», -με την κάθε μία από αυτές να εντοπίζεται σε μια διαφορετική μορφή κυριαρχίας (δύναμης, ηθικής, φυλής, φύλου κ.λπ.)-μπορούν να προσδιοριστούν οι αιτίες των φαινομένων και να ιεραρχηθούν προτεραιότητες ώστε να η ανάλυσή μας να αποφύγει το τυχαίο και το αυθαίρετο.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας/Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Πηγή: Ατέχνως