Category Archives: Πολιτική

Φωτογραφία 13

​Δεν φτάνει να ζητάς τ’ αδύνατο πρέπει να το φτύνεις επίσης. Παρόλες τις δυσκολίες τα κάναμε σκατά. Τ’ αδύνατο και τα σκατά. Οι μεγάλες ιδέες είναι και μεγάλες επενδύσεις. Στέλνω φιλάκια σε όλα τα καλόπαιδα που χρειάζονται στήριξη για επιχειρησιακές δραστηριότητες. Στέλνω φιλάκια στις λέξεις που σκοτώσανε.

Advertisements

Νυχτολόγιο 13: Δεν ξέρω αν…

​Δεν ξέρω αν τελικά η σκέψη κατάφερε να συγκεντρώσει την απόλυτη επιτυχία της ύπαρξής της μπροστά στο σκοτάδι της ιστορίας. 

Δεν ξέρω αν τελικά η λογική κατάφερε να δαμάσει την σκέψη σε μια παραδεισένια ανατομική γυναικεία περιβολή μεταξύ ενός κακού και καλού.

Δεν ξέρω αν η διαλεκτική σχέση εμφανίζεται έστω δειλά χωρίς μιλιά και ζάχαρη στο τέλος μιας κουτοπονηριάς.

Δεν ξέρω αν η ιστορία έχει συνηθίσει την φρικαλέα βαρβαρότητα της εκμετάλλευσης.

Δεν ξέρω αν το τέλος θα τελειώσει με ένα πάταγο ή με μια κραυγή.

Δεν ξέρω αν η συμπόνια έχει παραδοθεί στον τυπογράφο καταστροφέα που θέλει τον αναγνώστη να διαβάζει το τέλος του.

Νυχτολόγιο 7: σκατά σκατά σκατά

Ψάχνουν αρμόδιοι και ΜΜΕ τις πηγές των σκατών στις παραλίες της Κύπρου. Ο λαός κολυμπάει στα σκατά και οι πελώριοι στα βάθη με την χάρη των γιότ. 

Τα σκατά λένε τα ρίχνουν στην θάλασσα ιδιωτικά γιότ, κρουαζιερόπλοια και άλλα νηκτικά πτηνά. Μάλλον οι εργαζόμενοι της Salamis που χτυπάνε 13 ώρες εργασίας καθημερινά για 900 ευρώ. 

Αν δεν είναι όμως τα σκατά των εργαζομένων τότε είναι τα σκατά των προσφύγων που βγήκαν από τα εντόσθια τους μετά τους σωτήριους πνιγμούς του ιμπεριαλισμού. Αυτά τα σκατά όχι μόνο βρωμάνε ακόμα περισσότερο αλλά έχουν και μια περίεργη γεύση.

Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει

Αποσπάσματα ποιημάτων του Ν Καρούζου. Μια βαθιά ανάσα πριν ν’ αρχίσει η ναρκοθέτηση των εισηγητών της ταχείας αποκατάστασης για ένα όμορφο καλοκαίρι.

“Ο Μαρξ αποθυρώνει τον κύκλο – ο Νίτσε τον σπιτώνει. Τα φονικά λουτρά του Αγαμέμνονα και του Μαράτ δεν καταδέχονται φιλοσοφία – οπουδήποτε λάμπουν από λύσσα η Κλυταιμνή­στρα, η Charlotte (η μικρανιψιά του ποιητή Corneille, που εκτελέστηκε την ημέρα των γενεθλίων μου, 17 Ιουλίου). Στο χειρό­γραφο έβαλα φωτιά και έτσι κάηκε ολάκερη γνωσιμαχία. Κά­ποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ’ αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα τώρα ξεκόβω λίγες άθλιες αλήθειες.

https://i0.wp.com/www.sigmalive.com/uploads/default/files/1576a78f7acbc1.jpg

“Οι αναστενάρηδες φωνάζουν, πατώντας απάνω στη φωτιά: Στάχτ’ να γέν’. Εμείς απ’ αλλού με άλλους όρους φωνάζουμε: Να μεγαλώνει,
η φωτιά να μεγαλώνει,
να γίνετ’ ολοένα ψηλότερη εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη.”

“Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο. Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
Στίχοι και στίχοι — λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο. Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα…”

“Χιλιάδες χρόνια έρημου νερού με συντροφεύουν
(ένα κουφάρι πεθαμένης μέλισσας
ανάλαφρο μέσ’ στο λιοπύρι) καθώς η νύχτα η αστραπομάτα χύνεται κάποτε στην πολύκροτη φωτιά στη μαύρη
νευροπάθεια
με στομωμένο κόκκινο ξηλώνοντας με φλόγες το σκοτάδι.”

“σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; — πάει με το σάλιο ο γελοιοδέστατος να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.”

“… έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο- ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλιχτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα. Η οπλή του Κενταύρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είν’ ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου-
είν’ ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις. Το φως είναι μόνον εικόνισμα…”

“Θα πεθάνω ανατινάζοντας με νιτρογλυκερίνη τη Δραστηριότητα
στα δάση σας θα εγκαταλείψω ένα πύρινο όνομα να θρακιάζει
για να θυμόσαστε της άκαυτης φωτιάς την ισότητα για να βρυχιέται θαυμάσια ο χείμαρρος της Απουσίας.”

Κείθε θ’ ανάψουμε παλαιική φωτιά για να κάψουμε συμπεράσματα και θα ’ναι βαθιά ξεχασμένη η τηλεόραση.

“Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει.”

 

Τρομοκρατική επίθεση βαθμού οδύνης 10

Υπάρχουν 3 κατηγορίες καταδίκης των τρομοκρατικών επιθέσεων από την δυτική μπουρζουαζία με βάση βαθμών οδύνης και λύπης:

α) Βαθμός οδύνης 7 με 10: καταδικάζεται το αίμα που έχει χυθεί από αθώους ή μη των συμμαχικών χωρών της πολιτικο-οικονομικής και στρατιωτικής ευρωαντλαντικής συμμαχίας (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΗΠΑ) με συνοδεία πολιτικών αποφάσεων και στρατιωτικής εκδίκησης.

β) Βαθμός οδύνης 3.6 με 7: καταδικάζεται το αίμα που χύνεται από γειτονικές χώρες του δυτικού μπλοκ με περιοριστικούς εκφραστικούς μηχανισμούς και με πλούσιες ευχετικές προκηρύξεις για την απαιτούμενη συλλογική βοήθεια για την πάταξη της τρομοκρατίας που έχει έρθει εξ ουρανού. Εδώ συμπεριλαμβάνονται οι χώρες της Μέσης Ανατολής και οι αφρικανικές χώρες που βρέχονται από την Μεσόγειο θάλασσα μέχρι τα σύνορα του Ιράκ.

γ) Βαθμός οδύνης 2 με 3.5: καταδικάζεται με μια τυπική γενικολογία το αίμα που χύνεται από την αφρικανική ήπειρο, κυρίως από την υποσαχάρια Αφρική, και από τις χώρες της Ανατολής πέρα από τα Ιρακινά σύνορα. Αυτό το αίμα μέχρι να έρθει για διανοητική επεξεργασία περνάει από φίλτρα και υποφίλτρα και ως αποτέλεσμα έχουμε ήδη στεγνό αίμα μπροστά στις οθόνες μας. Πάλι καλά λέμε που άλλος κάνει την δουλειά για μας.

Ο βαθμός οδύνης και καταδίκης “ένα” είναι ο βαθμός εκείνος ο οποίος διαπερνάει όλους τους βαθμούς οδύνης και καταδίκης από τον δυτικό πολιτισμό για όλα τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη του πλανήτη. Η μονάδα αυτή είναι η μονάδα εξ ονόματος της οποίας ο ιμπεριαλισμός γεννά τρομοκρατία και η τρομοκρατία ιμπεριαλισμό.

Αυτή η μονάδα είναι αυτός ο συνεχής τρόμος του να χάσεις την γη κάτω από τα πόδια σου. Αυτό το άδειασμα τρόμου μπορεί να εκφράζεται ως η τρομακτική αναμονή για τον φόβο μιας σφαίρας στο κεφάλι, μιας παντοδύναμης εκτόξευσης των οργάνων στο χώρο, μιας απρόσμενης απόλυσης, μιας ξαφνικής ασθένειας χωρίς ασφάλιση είτε ενός χρόνιου μαρασμού.

 Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)

Η αντικειμενική βάση τής φιλοϊμπεριαλιστικής τάσης μέσα στο μαρξισμό [οφείλεται] στην ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατικής και ρεβιζιονιστικής ιδεολογίας στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Στο θεωρητικό πεδίο, η τάση αυτή εκδηλώνεται με τη διαρκή προσπάθεια εξάλειψης τού ζητήματος τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης και κατανομής τής υπεραξίας. Αυτή η τάση οδηγεί σε αποτελέσματα που συμφωνούν, σε όλα τα πεδία, με τις απαιτήσεις τής προοπτικής τής κρατικιστικής έκβασης.

rodchenko-black-on-black

Πράγματι, η εξάλειψη τού συγκεκριμένου ζητήματος βάζει τέλος στον προλεταριακό διεθνισμό που στην εποχή μας δεν μπορεί να συνίσταται παρά στην αντι-ιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς τής περιφέρειας. Επιπλέον συμβάλλει στη διατήρηση τής οικονομιστικής ιδεολογίας των εμπορευματικών σχέσεων στις εργατικές τάξεις τού κέντρου. Με αυτόν τον τρόπο, δικαιολογεί επίσης τη διαιώνιση τόσο τής εσωτερικής εκμετάλλευσης (ανανεώνοντας τα οικονομικά επιχειρήματα σχετικά με την ουδετερότητα τής τεχνολογίας, τον καταμερισμό τής εργασίας, τις διαφορές τής παραγωγικότητας κ.λπ.) όσο και τής εξωτερικής (διαφορές παραγωγικότητας σε παγκόσμια κλίμακα) […]

[Αξίζει να επισημάνουμε ότι] όποιες και να είναι οι σχολές ή οι κατευθύνσεις έρευνας [τού δυτικού «μαρξισμού»], τα επιχειρήματα που δίνονται ενάντια στις αναλύσεις που παίρνουν θέση στο πεδίο των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα είναι πάντα τα ίδια: […] η δογματική επιβεβαίωση για ένα αποκλειστικό [και υποκριτικότατο] ενδιαφέρον για τις σχέσεις παραγωγής (περιορισμένες στην πραγματικότητα στα πλαίσια τής στοιχειώδους καπιταλιστικής μονάδας στον αναπτυγμένο καπιταλισμό), πράγμα που επιτρέπει να αποφεύγεται, με το πρόσχημα τού «αντι-κυκλοφορισμού» [Μηλιός και Σια], η ανάλυση τής συλλογικής και παγκόσμιας γένεσης τής υπεραξίας. Αλλά πίσω από τον θεωρητικό δογματισμό κρύβεται συνήθως η αντίδραση, πράγμα γνωστό από τον καιρό τού Κάουτσκι και τής σοβιετικής Ακαδημίας, Οι «κριτικοί» μας έχουν ξεχάσει το αλφαβητάρι τού μαρξισμού: η αξία δεν είναι μια κατηγορία τής διαδικασίας τής παραγωγής, αλλά τής συνολικής διαδικασίας τής παραγωγής και τής κυκλοφορίας. Ο δογματισμός αυτός κρύβει έναν ουσιώδη οικονομισμό: όλα τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν ενάντια στην ανάλυση των ταξικών σχέσεων μέσα σε ένα σύστημα που χωρίζεται σε κέντρα και περιφέρειες [η «θεωρία» τής ιμπεριαλιστικής «πυραμίδας», για «παράδειγμα»] είναι ιδεολογικές δικαιολογίες τής υπερεκμετάλλευσης τής περιφέρειας που μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό με τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τις διαφορές των μισθών στην επιχείρηση ανάλογα με τις διαφορές τής παραγωγικότητας, τής κατάρτισης, τής ευθύνης κ.λπ.

Η θεωρητική και πρακτική στειρότητα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος στον μαρξισμό αναγνωρίστηκε τελευταία από ένα θύμα αυτού τού ρεύματος, τον Πέρι Άντερσον. Αυτός χαρακτηρίζει ως «δυτικό μαρξισμό» το σύνολο των ρευμάτων που ο ίδιος παραδέχεται ότι είναι «βγαλμένα από την ήττα τού εργατικού κινήματος» […] Αλλά ξεχνά, πολύ περίεργα, να εξηγήσει τους λόγους τής σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας μέσα στις εργατικές τάξεις των προηγμένων κέντρων. […] Όταν ο [ίδιος] συγγραφέας περιγράφει τα ρεύματα τού «μη δυτικού» μαρξισμού, επεκτείνεται στον τροτσκισμό [ο κούκος στη φωλιά τού «μη δυτικού» μαρξισμού], αλλά ξεχνά την Κίνα και τον μαοϊσμό. […] [Ο Άντερσον δεν διστάζει] να τοποθετήσει τον «δυτικό μαρξισμό» στον χώρο τής θεωρίας [ή ακόμα και τού ακαδημαϊσμού]. […] Η πρακτική στειρότητα τού εν λόγω «μαρξισμού» είναι ακόμα πιο έκδηλη από τη θεωρητική του στειρότητα. Ποιο είναι οι λόγοι αυτής τής πρακτικής στειρότητας; Μπορούμε να ξεχάσουμε εδώ την ηγεμονία τής σοσιαλδημοκρατίας και των κομμουνιστικών κομμάτων; Πού στοχεύουν οι επαναστατικές προσπάθειες; Γιατί υπάρχει όντως ένα επαναστατικό ρεύμα, έστω και μειοψηφικό, που εκφράζεται σε όλη τη νότια Ευρώπη. Ο περιορισμός τού ρεύματος αυτού, προς το παρόν τουλάχιστον, στην Πορτογαλία ή στην Ιταλία, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία σύλληψης μιας κοινωνίας έξω από το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Δεν είναι μόνο οι απαιτήσεις τής Ατλαντικής Συμμαχίας που [λειτουργούν ως ανασταλτικός παράγοντας]. Είναι η καθημερινή πραγματικότητα τής ατλαντικής και ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών μονοπωλίων που έχει παγιδεύσει τους λαούς τής Δύσης επιβάλλοντάς τους μιαν αλληλεγγύη ενάντια στον τρίτο κόσμο, που δεν εκδηλώνεται μόνο με τον χυδαίο φασισμό [«σύγκρουση “εθνικισμών”=φασισμών στην Ουκρανία»]: ο αντικινεζικός φανατισμός τού αναρχισμού και τού τροτσκισμού, η «θεωρία» τού ασιατικού τρόπου παραγωγής και οι αντιτριτοκοσμικές διαμαρτυρίες, έστω και αν εκφράζονται σε αριστερίστικη γλώσσα, αποτελούν επίσης μέρος της. Ο τροτσκισμός νομίζει ότι απαντά στο πρόβλημα ξεφεύγοντας προς τα μπρος με λόγια που απαλλάσσουν από τη δράση: «η επανάσταση θα είναι παγκόσμια». Εν τω μεταξύ, όμως, η επανάσταση δεν είναι παγκόσμια και ο κινητήρας τής Ιστορίας [εξακολουθεί να είναι] η πάλη των τάξεων που στην περιφέρεια τού συστήματος έχει ως πλαίσιο τον εθνικο-απελευθερωτικό αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα. […] Αρνούμενος να δει την εθνική απελευθέρωση σαν μέρος τής κρίσης τού καπιταλισμού και τής μετάβασης στο σοσιαλισμό και όχι τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού, ο δυτικός μαρξισμός εκφράζει έτσι την φιλοϊμπεριαλιστική του τάση. […] Η οργάνωση τής εργατικής τάξης [στα ιμπεριαλιστικά κέντρα] κάτω από τη σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία ενσωματώνει τους εργαζομένους στο αστικό έθνος και τους κάνει αλληλέγγυους με την αστική τους τάξη στον εξωτερικό ανταγωνισμό. […] Αυτή είναι η καθημερινή έκφραση των κυρίαρχων εργατικών, σοσιαλδημοκρατικών και ρεβιζιονιστικών «κυβερνητικών προγραμμάτων».

Αλλά και στον τομέα τής θεωρίας, τα παραδείγματα τού φιλοϊμπεριαλιστικού ρεύματος δεν είναι λιγότερο συχνά. […] Πρώτο παράδειγμα: η επιστροφή στην αστική θεωρία των σταδίων ανάπτυξης που αντικαθιστά τη λενινιστική θεωρία τού ιμπεριαλισμού και τής άνισης ανάπτυξης. Ένα θαυμάσιο παράδειγμα μας προσφέρει ο άγγλος τροτσκιστής Τζέφρι Κέι, που «αποδείχνει» ότι οι υπανάπτυχτες χώρες είναι τέτοιες όχι γιατί τις υπερεκμεταλλεύεται το κεφάλαιο, αλλά γιατί δεν τις υπερεκμεταλλεύεται αρκετά. [Πρόκειται για «μαρξισμό»] «σύμφωνα με τις αρχές τού Σέσιλ Ρόουντς» […]

Δεύτερο παράδειγμα: η αντικατάσταση τού ιστορικού υλισμού με την πολιτική οικονομία των πολυεθνικών. […] Το συγκεκριμένο ρεύμα αρνείται να θεωρήσει την κρίση [τού 1971] έτσι όπως αυτή είναι: μια κρίση στις εθνικές και διεθνείς ταξικές συμμαχίες που είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που συνδέονται με τους ταξικούς αγώνες σε παγκόσμια κλίμακα, [… δηλ.] μια κρίση τού διεθνούς καταμερισμού τής εργασίας. Έχοντας απορρίψει αυτόν τον προσανατολισμό, οι συγγραφείς [τού συγκεκριμένου ρεύματος] γυρεύουν [μάταια] τα αίτια τής κρίσης στο εσωτερικό των οικονομιών τού κέντρου [«τα ποσοστά τού κέρδους» που … πέφτουν … και …πέφτουν ….] στις ΗΠΑ, αλλά δεν μας προσφέρουν περισσότερα από ό,τι οι αναρίθμητοι αστοί αναλυτές τού φαινομένου.

Τρίτοι παράδειγμα: [οι «μαρξολόγοι»] που αποτελούν τον κύριο όγκο τής τροτσκιστικής φάλαγγας, καθώς και οι ρεβιζιονιστές ακαδημαϊκοί. Στους συγγραφείς αυτούς, η ανάλυση τού ιμπεριαλισμού παίρνει τη θέση ενός επιφαινομένου. [Για παράδειγμα] η έκθεση τού Βαλιέ για τον ιμπεριαλισμό ξεχνά την πολιτική πλευρά τού ζητήματος (σοσιαλδημοκρατική ηγεμονία) για να θυμηθεί μόνο την τεχνική του πλευρά (τα μονοπώλια). Ο εργατισμός που χαρακτηρίζει αυτό το ρεύμα συνοδεύεται πάντα απο μια ανέκκλητη καταδίκη των εθνικο-απελευθερωτικών, «αγροτικών» και «αστικών» αγώνων, που εννοείται δεν παρουσιάζουν κανένα «ενδιαφέρον».

Τέταρτο παράδειγμα: η [μαρξο-φεμινιστική] «εθνογραφία» που «συμπληρώνει» τους τρόπους παραγωγής που βασίζονται στην ταξική εκμετάλλευση με ένα λεγόμενο «οικιακό» τρόπο παραγωγής υπεριστορικού χαρακτήρα, χώρο τής «αιώνιας» εκμετάλλευσης τής γυναίκας από τον άντρα. Έτσι ο Μ. Σάλινς και άλλοι έκριναν ότι μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ανάλυση των προκαπιταλιστικών αγροτικών τρόπων παραγωγής με τον οικιακό τρόπο και να σβήσουν έτσι τον τρόπο λειτουργίας τής ειδικής εκμετάλλευσης που ο ιμπεριαλισμός επιβάλλει στους δυναστευόμενους αγρότες τής περιφέρειας. [Σύμφωνα, όμως, με την ανάλυση τού Ρέι,] πίσω από κάθε υπερεκμεταλλευόμενο προλετάριο τής πειρφέρειας, υπάρχουν δέκα αγρότες στην ίδια κατάσταση. Η εκμετάλλευση εκδηλώνεται με την προμήθεια τού γεωργικού πλεονάσματος που είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή τής εργατικής δύναμης τού προλετάριου σε συνθήκες όπου τα αγαθά που παράγονται, μέσα σε πλαίσια μη καπιταλιστικά, πουλιούνται πάντοτε κάτω από την αξία τους [τυπική υπαγωγή]. Υπάρχει εδώ μια θεωρητική βάση για την επαναστατική εργατοαγροτική συμμαχία, που αποδείχνει ότι ο μαρξισμός είναι πάντα επαναστατικός.

Πέμπτο παράδειγμα: η ιστοριογραφία τού «ευρωπαϊκού θαύματος» [εμφάνιση τού καπιταλισμού] και η αναντίρρητη βεβαίωση ότι όλες οι μη ευρωπαϊκές προκαπιταλιστικές κοινωνίες ήταν ανέκκλητα καταδικασμένες σε στασιμότητα. Ο Τόκεϊ και οι μαθητές του έκαμαν έτσι τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» ένα όπλο αντι-μαοϊκής πολεμικής με κάποια μούχλα φασισμού. Κατόπιν, η θέση αυτή αποδείχτηκε ότι ήταν ο Δούρειος Ίππος μέσω τού οποίου οι «νέοι φιλόσοφοι» τού «αντι-ολοκληρωτισμού» εισήγαγαν λαθραία [στην «δυτικό μαρξισμό»] την ιδεαλιστική κοινωνιολογία τού Βέμπερ […], θέτοντάς την στην υπηρεσία τής πολιτικής τής αστικής τάξης.

5. Η διαλεκτική ανάμεσα στους ταξικούς αγώνες και την οικονομική βάση, η οποία αποτελεί την ουσία τού ιστορικού υλισμού, δεν έχει νόημα παρά μόνο αν τοποθετήσουμε καθένα από τους όρους της στο αληθινό του πλαίσιο, που είναι το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. [Εδώ] εντοπίζεται η τομή ανάμεσα στον προ-λενινιστικό μαρξισμό και τον μαρξισμό-λενινισμό-μαοϊσμό. […] Όπως και ο μαρξισμός τού Μαρξ, ο λενινισμός δεν μπορεί να νοηθεί σαν ένα κλειστό δόγμα, μια θρησκεία εξ αποκαλύψεως. […] Είναι αξιοσημείωτο ότι η συζήτηση στη Δύση για τον λενινισμό στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον Λένιν τού «Τι να κάνουμε;», δηλ. γύρω από το ζήτημα τής οργάνωσης τής εργατικής τάξης και τής πρωτοπορίας της. Αντίθετα, […] η σημασία τού «Ιμπεριαλισμού» τού Λένιν ευνουχίζεται. Εμείς καταλαβαίνουμε τον λενινισμό εντελώς διαφορετικά. Ο «Ιμπεριαλισμός» προσδιορίζει τις νέες συνθήκες των ταξικών αγώνων σε παγκόσμια κλίμακα: […] η ιστορική φάση των αστικών επαναστάσεων έχει τελειώσει, αρχίζει πλέον η εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων, η σοσιαλδημοκρατία στο κέντρο έχει σαν αντικειμενική βάση την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, το εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα αποτελεί στο εξής αναπόσπαστο μέρος τής ανερχόμενης σοσιαλιστικής επανάστασης και όχι πια τής αστικής επανάστασης. […] Ωστόσο, ο Λένιν εισάγει την στρατηγική τής αδιάκοπης επανάστασης κατά στάδια, βασισμένη στην ηγεμονία τού προλεταριάτου στην αστική φάση τής επανάστασης. […] Στην περιφέρεια, όμως, η αστική δημοκρατία δεν υπάρχει (υπάρχει στο κέντρο μόνο δια μέσου και χάρη στον κυρίαρχο ιμπεριαλισμό και την ενσωμάτωση τής εργατικής τάξης). Στην περιφέρεια, το προλεταριάτο είναι μειοψηφία. Μπορεί και οφείλει να παρασύρει μεγάλες αγροτικές μάζες που δεν μπορούν να οργανωθούν σαν την εργατική τάξη. Η διανόηση, που στο κέντρο είναι στην υπηρεσία τού κεφαλαίου, στην περιφέρεια είναι στο στρατόπεδο τής επανάστασης κ.λπ. […] [Ο ιμπεριαλισμός] δεν σημαίνει απλώς τον «καπιταλισμό των μονοπωλίων», αλλά επιπλέον τον καπιταλισμό των μονοπωλίων που αποσπούν ένα αυξανόμενο μέρος υπερεργασίας από την εκμετάλλευση των λαών τής περιφέρειας. Η αναπαραγωγή τής σοσιαλδημοκρατικής τάξης πραγμάτων στο κέντρο συνεπάγεται υποχρεωτικά την ανάπτυξη μιας επαναστατικής κατάστασης στην περιφέρεια.

Χωρίς αμφιβολία μπορεί κανείς να συζητήσει ή και να απορρίψει την λενινιστική θέση. Αυτή ήταν η περίπτωση των σοσιαλδημοκρατών που αρνούνταν να παραδεχτούν ότι η εποχή τής ανάπτυξης τού καπιταλισμού [στις περιφέρειες] είχε περάσει, γιατί σαν δυτικοκεντρικοί κοροϊδεύανε τον υπόλοιπο κόσμο και γίνονταν ανοιχτά οι συνένοχοι τής ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Ήταν όμως και η περίπτωση πολλών δυτικών επαναστατών. [Ορισμένοι από αυτούς] είχαν προαισθανθεί ορισμένες ανεπάρκειες τής ρωσικής επανάστασης. Υπήρξαν έτσι μερικοί διάλογοι, είτε σαφείς είτε με υπονοούμενα, ανάμεσα στον Λένιν, τη Λούξεμπουργκ, τον Γκράμσι, τον Πάνεκουκ, τον Άντλερ κ.ά. και τους «κομμουνιστές των συμβουλίων», τους «αριστεριστές» κ.ο.κ. […] Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δύση η σύγχρονη κριτική τού λενινισμού είναι δεξιά. Ο τροτσκισμός, που κι αυτός ισχυρίζεται ότι είναι λενινιστικός, δεν είναι καθόλου τέτοιος: η αυστηρά δυτικοκεντρική του θεώρηση τον υποχρεώνει να τελματώνεται στη δογματική εξήγηση. […] Αντίθετα, η αριστερή κριτική τού λενινισμού, η λύση στα πρακτικά προβλήματα που αυτός έθεσε, αποτελεί τη συνεισφορά τού μαοϊσμού. […] Η πρακτική και η θεωρία τής πάλης των τάξεων στη φάση τής σοσιαλιστικής μεταβατικής περιόδου […] αναπτύχθηκαν από τον μαοϊσμό πάνω στη βάση τού λενινισμού και στα πλαίσια ενός μαρξισμού που παραμένει ο μαρξισμός τής εποχής τού ιμπεριαλισμού και τής κρίσης του.

 

Νόμος τής Αξίας και ιστορικός υλισμός (1977/80, σελ.128 και επ.), Μετάφρ. Μ. Κρητικού

Πηγή:  Δυτικός «μαρξισμός» και φιλοϊμπεριαλιστές «κομμουνιστές» (ή το «αυγό τού κούκου»)—Samir Amin (1977)