Category Archives: Νίκος Καρούζος

Νυχτολόγιο 5: Ο μαρξισμός σου λέει σκάσε και πράξε.  

Εβγάτε όξω, εβγάτε όξω από τις λέξεις“, μας φωνάζει ακόμα και νεκρός.

Ο στίχος του Ν. Καρούζου αναλαμβάνει την ευθύνη της ιστορικής εποχής στο προσκύνημα της βλακείας που μαστίζει την καθεστωτική νοοτροπία. 

Το μικροαστικό μίζερο σκουλήκι της ζωής του ανθρώπου και των παραισθήσεων του ξεκινά πάλι το αργό ταξιδιώτικο δρομολόγιο για την ανάπτυξη της αρχόντισσας κυρίας, της ευτυχίας. 

Ο εγκλεισμός γίνεται η μοναδική πολιτική εμπειρία γεύσης της ασφάλειας και της διατήρησης. Το αφηρημένο διάνυσμα ενός κενού το καθοδηγεί ο ανεμοδείκτης οπορτουνισμός. Η φόρμα της αμεσότητας γίνεται το πρώτο ραδιενεργό στοιχείο του οικισμού. Μολύνεται καθημερινά με την καθεστωτική αλλαγή των εργασιακών σχέσεων μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος. Το πρωτόκολλο του θανάτου μιας γυναίκας που επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι. 

Ο μαρξισμός δεν μιλάει. Αυτό που ο Μαρξ ήθελε να αλλάξουμε ήταν το να σταματήσουμε να ερμηνεύουμε. Ήθελε ακριβώς να βγούμε όξω από τις λέξεις. Να χειραφετηθεί η ομιλία από την αφηρημένη σκέψη. Η χειραφετημένη ομιλία είναι η πράξη. Ο μαρξισμός σου λέει σκάσε και πράξε.  

​Ῥομαντικὸς ἐπίλογος

Μη μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων

ἢ ἔστω μνημόσυνα.

Ὅταν δὲν ἔχετε

μαντέψει τὴ δύναμη

ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη

ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.

Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα

χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε

τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.

Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια

ὁ Νοστράδαμος.

Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ

στὴν Ἀποκαθήλωση.

Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.

Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα

καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.

Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα

ὁπουδήποτε.

Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani

τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος

χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του

γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν

κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ

ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.

Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας

Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.

Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα

εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.

ΠΡΟΣΟΧΗ

ΧΡΩΜΑΤΑ

Μὴ μὲ διαβάζετε

ὅταν

ἔχετε

δίκιο.

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν

δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…

Ὥρα νὰ πηγαίνω

δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.
Ν. Καρούζος 

Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει

Αποσπάσματα ποιημάτων του Ν Καρούζου. Μια βαθιά ανάσα πριν ν’ αρχίσει η ναρκοθέτηση των εισηγητών της ταχείας αποκατάστασης για ένα όμορφο καλοκαίρι.

“Ο Μαρξ αποθυρώνει τον κύκλο – ο Νίτσε τον σπιτώνει. Τα φονικά λουτρά του Αγαμέμνονα και του Μαράτ δεν καταδέχονται φιλοσοφία – οπουδήποτε λάμπουν από λύσσα η Κλυταιμνή­στρα, η Charlotte (η μικρανιψιά του ποιητή Corneille, που εκτελέστηκε την ημέρα των γενεθλίων μου, 17 Ιουλίου). Στο χειρό­γραφο έβαλα φωτιά και έτσι κάηκε ολάκερη γνωσιμαχία. Κά­ποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ’ αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα τώρα ξεκόβω λίγες άθλιες αλήθειες.

https://i0.wp.com/www.sigmalive.com/uploads/default/files/1576a78f7acbc1.jpg

“Οι αναστενάρηδες φωνάζουν, πατώντας απάνω στη φωτιά: Στάχτ’ να γέν’. Εμείς απ’ αλλού με άλλους όρους φωνάζουμε: Να μεγαλώνει,
η φωτιά να μεγαλώνει,
να γίνετ’ ολοένα ψηλότερη εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη.”

“Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο. Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
Στίχοι και στίχοι — λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο. Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα…”

“Χιλιάδες χρόνια έρημου νερού με συντροφεύουν
(ένα κουφάρι πεθαμένης μέλισσας
ανάλαφρο μέσ’ στο λιοπύρι) καθώς η νύχτα η αστραπομάτα χύνεται κάποτε στην πολύκροτη φωτιά στη μαύρη
νευροπάθεια
με στομωμένο κόκκινο ξηλώνοντας με φλόγες το σκοτάδι.”

“σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; — πάει με το σάλιο ο γελοιοδέστατος να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.”

“… έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο- ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλιχτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα. Η οπλή του Κενταύρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είν’ ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου-
είν’ ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις. Το φως είναι μόνον εικόνισμα…”

“Θα πεθάνω ανατινάζοντας με νιτρογλυκερίνη τη Δραστηριότητα
στα δάση σας θα εγκαταλείψω ένα πύρινο όνομα να θρακιάζει
για να θυμόσαστε της άκαυτης φωτιάς την ισότητα για να βρυχιέται θαυμάσια ο χείμαρρος της Απουσίας.”

Κείθε θ’ ανάψουμε παλαιική φωτιά για να κάψουμε συμπεράσματα και θα ’ναι βαθιά ξεχασμένη η τηλεόραση.

“Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει.”

 

Χριστούγεννα – δύο ποιήματα

Χριστούγεννα – Φερνάντο Πεσσόα

Γεννιέται ένας Θεός.  Άλλοι πεθαίνουν. Η αλήθεια

ούτε ήρθε, ούτε υπήρξε: το λάθος άλλαξε

έχουμε τώρα μια ανταλλάξιμη αιωνιότητα

κι ήταν πάντα καλύτερο αυτό που συνέβη.

Τυφλή γνώση οργώνει το άχρηστο χώμα

τρελή πίστη ζει της λατρείας το όνειρο.

Ένας νέος Θεός είναι μόνο μια έκφραση,

κι αυτό  είναι όλο.

Μην ερευνάς, μην εμπιστεύεσαι:

όλα είναι άλυτο αίνιγμα.

 

Τα Χριστούγεννα του σταλαγμίτη – Νίκος Καρούζος

Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας

στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος

και του έδωσαν το όνομα Καρπός

όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων

με τους ανέμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.

Εγώ ήμουν εκείνο τον καιρό στην πέτρα

οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο

ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…

Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο

κι ανεβαίνοντας

σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό

κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη

του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ κι ανάερο.

Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει

κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια

μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια

λάμποντας το Ένα.

Ο Θεός έκραζε τη λαλιά:

Δίδαξέ με

στο άστρο στρεφόμενος, είπε,

και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις

χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.

Μια γυναίκα λευκή

αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ

η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,

και η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.

Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες

μοιράζεται με τη βροχή

ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη

με τον ήλιο, πάλιν είπε,

και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει

πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα

στο ξύλο

στους τριγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.

Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι δεν είναι ρολόγι-

και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά

πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.

Σαν είδα το σπήλαιο

συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας

ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας

και τα δυο του χέρια

μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι

πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας

για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.

Κι αντίκρισα το χρυσάφι

καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας

ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση

ολομόναχο με τ’ άστρα.

Ώσπου χάραξε…

Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλακτίτες που κρέμονταν, δεν υπήρχαν

ειμή μόνο σταλακτίτες ανυψούμενοι.

Εγώ ο σταλαγμίτης,

ολοένα,

πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα

για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα

τη μεγάλη ένωση…

Νίκος Καρούζος – τρία ντοκιμαντέρ

Τρία ντοκιμαντέρ για τον Νίκο Καρούζο από το αρχείο της ΕΡΤ:

 

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΑΡΓΟΛΙΔΑ – ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ – ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ – ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

Ἡ χρησιμότητα τῆς ἀπειλῆς

Ἔχουν ἀρχίσει νὰ μὲ κυκλώνουν ἐπικίνδυνα οἱ ὧρες.
Ἀκούω τὰ φυλλώματα σήμερα
γίνηκαν ἀνήσυχα χορικά.
Πρέπει νὰ ζήσω τὶς ἀντίστροφες δυνάμεις.
Ὢ καρδιά μου – τρομαχτικότερη σελήνη!

Νίκος Καρούζος

 

 

 

Ώρα να πηγαίνω δεν έχω άλλο στήθος

01. Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος 00:00
02. Πέρ’ απ’ την κατανάλωση 01:07
03. Η άποψη της ηρεμίας 01:48
04. Ρομαντικός επίλογος 02:42
05. Ομορφαίνω τη μοίρα 04:17
06. Ο έρωτας 04:56
07. Λένιν και Μαχάτμα 05:46
08. Πώς να ονομάσω αυτό το γράψιμο 06:07
09. Σκάβοντας με την αξίνα του εφήμερου 07:25

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Νήσος 1, Άνοιξη 1983

Είτε-είτε; Ούτε-ούτε

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – Ν. Καρούζος

 

Η κότα έκανε τ ’ αβγό

ή το αβγό την κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η μη-κότα έκανε το μη-αβγό

ή το μη-αβγό τη μη-κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η κότα έκανε το μη-αβγό

ή τ’ αβγό τη μη-κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η μη-κότα έκανε τ ’ αβγό

ή το μη-αβγό την κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η κότα-μη-κότα έκανε τ ’ αβγό

ή το αβγό-μη-αβγό την κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η κότα-μη-κότα έκανε το μη-αβγό

ή το αβγό-μη-αβγό τη μη-κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Η κότα-μη-κότα έκανε τ ’ αβγό-μη-αβγό

ή το αβγό-μη-αβγό την κότα-μη-κότα;

Είτε-είτε;

Ούτε-ούτε.

 

Σε τι χρησιμεύει ακόμα η φιλοσοφία;

Πάνω απ’ όλα δεν μπορεί κανείς να περιμένει τίποτα καλύτερο από κάποιον, που δουλειά του εί­ναι να διδάσκει φιλοσοφία, που η αστική του ύπαρξη έξαρταται ακριβώς από το να συνεχίσει να διδάσκεται, και που θίγει τα ίδια του τα χειροπιαστά συμφέροντα τη στιγμή που θα εκφρασθεί αρνητικά. 9

Μια φιλοσοφία που ανταποκρίνεται σ’ αυτό που θέλει η ίδια να είναι και που δεν σέρνεται παιδιαρίζοντας πίσω απ’ τη δική της ιστορία και την ιστορία των πραγμά­των, έχει πηγή ζωής της την αντίσταση ενάντια στην επικρατούσα σημερινή στάση κι ενάντια σ’ αύτο που υπηρετεί, ενάντια στη δικαιολόγηση του σήμερα υπάρχοντος. 12

Μια φιλοσοφία, που θα είχε την πρόθεση να παρουσιασθεί και τώρα ως καθολική, ως σύστημα, θα γινόταν σύστημα παρανοϊκό. Αν όμως παραιτηθεί από την αξίωση απολυτό­τητας αν δεν αξιώνει πια την ανάπτυξη, από μέσα της, του όλου, που θα αποτελεί την αλήθεια, έρχεται σε σύγκρουση με το σύνολο της ίδιας της της παράδοσης. Αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να καταβάλει για το οτι, με το να ιαθεί από το δικό της παρανοϊκό σύστημα, δίνει όνομα στο σύστημα της πραγματικότητας. (…) Μια φιλοσοφία, όπως θα ήταν σήμερα η μόνη δυνα­τή υπεύθυνη, δεν πρέπει να ισχυρίζεται πως κατέχει το απόλυτο, θα πρέπει μάλιστα ν’ απαγορεύσει στον εαυτό της κάθε σκέψη πάνω σ’ αυτό, ακριβώς για να μη το προδώσει, και παρ’ όλα αυτά να μην αφήσει να απαλλοτριωθεί τίποτε από την εμφατική έννοια της αλήθειας. Αυτή η αντίφαση είναι το στοιχείο της. Την καθορίζει ως αρνητική. (12,13)

Αν η φιλοσοφία είναι ακόμη αναγκαία, τότε είναι μόνο με τον τρόπο που ήταν πάντα, δηλαδή ως κριτική, ως αντίσταση ενάντια στην αυξανόμενη ετερονομία, ως ενίσχυ­ση έστω προσπάθεια της σκέψης να παραμείνει κυρία του, εαυτού της και να εξελέγξει τόσο την αντεστραμμένη μυθολογία, όσο και την τυφλά ηττοπαθή προσαρμογή με το μέτρο της ίδιας τους της αναλήθειας. (…) Όχι βέβαια πως μπορούμε να ελπίζουμε, ότι η φιλοσοφία είναι σε θέση να υπερνικήσει τις πολιτικές τάσεις που σ’ όλο τον κόσμο, απ’ τα μέσα κι απ’ τα έξω, στραγγαλίζουν την ελευθερία και που η βία που ασκούν φτάνει ως βαθειά μέσα στις φιλοσοφικές αλληλουχίες επιχειρημά­των. Ο,τι εκτυλίσσεται στο εσωτερικό της έννοιας, αντικατοπτρίζει κάτι από την κίνηση της πραγματικότητας. (17-18)

Η διαλεκτική δεν είναι μια τρίτη άποψη, αλλά η προσπάθεια να κάνει με εμμενή κριτική τις διάφορες φιλοσοφικές απόψεις να ξεπεράσουν τον εαυτό τους και την αυθαιρεσία του σκέπτεσθαι με απόψεις. Απέναντι στην απλοϊκότητα της αυ­θαίρετης συνείδησης, που θεωρεί ως απεριόριστο ό,τι περιο­ρισμένο της είναι δεδομένο, φιλοσοφία είναι η δεσμευτική προσήλωση στην μη απλοϊκότητα. Σ’ έναν κόσμο, ο όποιος όντας πέρα για πέρα κοινωνικά καθορισμένος είναι τόσο πιο ισχυρός απέναντι στα μεμονωμένα άτομα που σχεδόν δεν μέ­νει σ’ αυτά τίποτε άλλο απ’ το να τον δεχθούν όπως παρου­σιάζεται, μια τέτοια απλοϊκότητα αναπαράγεται αμείωτα και ολέθρια. Αυτό που τους επιβάλλει με βία ενα άμετρο σύ­στημα, που το αποτελούν τα ίδια και στο όποιο βρίσκοντας μπλεγμένα, κι αυτό που αποκλείει δυνάμει στοιχεία που υπάρχουν φύσει, λειτουργεί γι’ αυτά σαν να ήταν το ίδιο φύ­ση. Η εμπραγματωμένη συνείδηση είναι τέλεια απλοϊκή και, ως έμπραγμάτωση, τέλεια μη άπλοϊκή. Η φιλοσοφία θα είχε καθήκον να διαλύσει τόσο το φαινομενικά αυτονόητο όσο και το φαινομενικά ακατανόητο. (21-22)

Theodor W. Adorno, Σε τι χρησιμεύει ακόμα η φιλοσοφία; Εκδόσεις Εράσμος, 1979.