Category Archives: Λένιν

Λένιν: το Κράτος ως μη-σκέψη

Η σχέση της φιλοσοφίας με την πολιτική δεν έγκειται στην εκ των υστέρων αμερόληπτη κριτική διαδικασία ούτε στην ακαδημαϊκή της μεταφυσικοποίηση της πραγματικότητας.

Η φιλοσοφία αντιθέτως εκφράζει, παραφράζοντας τον Badiou, την διαλεκτική διαδικασία της σκέψης της τυπολογίας των πολιτικών εγχειρημάτων. Η φιλοσοφία όμως μέχρι και σήμερα δεν κατάφερε να αποτινάξει απο πάνω της την σισύφεια πραγματολογική έννοια της δημοκρατίας ως μορφή του Κράτους.   Ο Badiou ισχυρίζεται οτι “ακόμα και στη φιλοσοφία η “δημοκρατία” φαίνεται να λειτουργεί ως όνομα για μια μορφή του Κράτους ‘η οποία’ αντιτίθεται σε άλλες μορφές όπως η τυραννία, η αριστοκρατία…”

Αν η φιλοσοφία δεν κατάφερε να αποτινάξει αυτό τον ζυγό της δημοκρατίας έγκειται μόνο επειδή δεν καταφέρνει να αποδεσμευτεί από την κρατικιστική της διαχειριστική σκέψη.

Ο Λένιν κατάφερε να μας διαφωτίσει με την εισαγωγή του μαρασμού του Κράτους και να βάλει τα θεμέλια της αποδόμησης των πολιτικών φιλοσοφιών που δεν αντέχουν να αυτοπροσδιορίζονται χωρίς την κρατική τους οντολογική ύπαρξη. Ο λενινιστικός μαρασμός του Κράτους προϋποθέτει λοιπόν την επαναστατική φιλοσοφική σκέψη η οποία καταφέρνει να τυπολογεί τις πολιτικές φιλοσοφίες μέσα από την βάσανο της διαλεκτικής άρνησης καταρρίπτοντας το  περιεχόμενο της κρατικιστικής σκέψης κάθε μορφής.

Αν λοιπόν φιλοσοφία σημαίνει σκέψη τότε το Κράτος ως δημοκρατική μορφή, ή όποια άλλη μορφή, τοποθετεί τα όρια του εκάστοτε εφικτού και διαχειριστικού τρόπου πολιτικής και σκέψης με βάση την κρατική κυριαρχία.

Ο Λένιν με τον μαρασμό του Κράτους αφήνει το διευρυμένο περιθώριο, σ’ αυτό που η φιλοσοφία ξέρει πολύ καλά να κάνει: να σκέφτεται. Ως εκ τούτου, όσο υπάρχει κράτος τόσο η φιλοσοφία δεν σκέφτεται και τόσο η πολιτική δεν χειραφετείται.

Ο μεταφυσικός Λένιν προσεύχεται

Αναγνωρίζει ο ομιλητής ότι είναι σωστή η θέση του “Ενγκελς ότι το «πράγμα καθεαυτό» μετατρέπεται σε «πράγμα για μας»;” (1)

 

πράγμα καθεαυτό ≠ πράγμα για μας

μεταφυσική ≠ υλισμός

σολιψισμός ≠ συλλογικό

ένα γυμνό αφηρημένο εγώ ≠ ένα προσδιορισμένο κοινωνικό ον

αφετηριακός πυρήνας ≠ κίνηση διαλεκτικής διαμεσολάβησης

γνωσιοθεωρητικός ιδεαλισμός = καθαρή εμπειρία

μηχανιστικός μονισμός + θεολογία = υλιστικός ντετερμινισμός

τελεολογία + causa Finalis = Θεός

ΙΔΕΑΛΙΣΜΌΣ = “όλος ο κόσμος δεν είναι παρά η παράστασή μου γι’ αυτόν”. (2)
Λένιν: δεν υπάρχει αντικείμενο χωρίς υποκείμενο, ενώ για τον υλισμό το αντικείμενο υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο και αντανακλάται λίγο – πολύ σωστά στη συνείδηση του υποκειμένου.”(3)

λίγο/πολύ = διαμεσολαβητικός προσδιορισμός + εγελιανή διαλεκτική = διαλεκτικός υλισμός

 

Ο Αντόρνο θυμάται τον Λένιν στην Αρνητική Διαλεκτική κάπως έτσι:

Όταν ο Λένιν, αντί να εξετάσει τη γνωσιολογία, εναντιωνόταν σε αυτή διαβεβαιώνοντας καταναγκαστικά και επανειλημμένα ότι τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά. ήθελε να καταδείξει τη συνωμοτική συμμαχία τού υποκειμενικού θετικισμού με τους κρατούντες”:

τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά”: η Λενινιστική προσέγγιση όσον αφορά τα αντικείμενα της γνώσης είναι ξεκάθαρη ότι το “πράγμα καθ’ αυτό” μετατρέπεται σε “πράγμα για μας”. Ο Αντόρνο μάλλον ξέχασε την πράξη στις φροντιστηριακές ακαδημαϊκές αίθουσες. Η θεωρία πολλές φορές καταπίνει την πράξη. Αυτό το “μετατρέπεται” γίνεται ακριβώς εκείνο στο οποίο ο Αντόρνο ως συνεπής θεωρητικός έπρεπε να εντρυφήσει και όχι να διατυπώνει την αναθεωρημένη κριτική στον υλισμό με άρωμα μυστικιστικού καντιανισμού ως εξής:

Ο υλισμός πισωγυρίζει στη βαρβαρότητα που ήθελε να εμποδίσει, η ανάσχεση αυτής της επαναστροφής δεν θα ήταν ο πιο αδιάφορος στόχος, αλλά ένα από τα καθήκοντα μιας κριτικής θεωρίας. Διαφορετικά θα συνεχισθεί η παλαιά αναλήθεια, με μικρότερο συντελεστή τριβής και έτσι ακόμη χειρότερα. Το κατώτερο αυξάνεται αφού η κατάληξη της επανάστασης ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία. Η υλιστική θεωρία δεν βγήκε απλώς αισθητικά ζημιωμένη σε σύγκριση με την κενή περιεχομένου πλέον υπέροχη λεπτότητα της αστικής συνείδησης, αλλά αποδείχθηκε αναληθής. Η αναλήθεια του μπορεί να καθορισθεί θεωρητικά. Η διαλεκτική υπάρχει μέσα στα πράγματα, αλλά θα ήταν ανύπαρκτη χωρίς τη συνείδηση που τη στοχάζεται, όπως άλλωστε δεν μπορεί να εξαφανισθεί μέσα στη συνείδηση. Σε μια απολύτως μια, ολική ύλη χωρίς διαφορές δεν θα υπήρχε διαλεκτική. Η επίσημη υλιστική διαλεκτική υπερπήδησε με διατάγματα τη γνωσιολογία, η οποία την εκδικήθηκε: στη θεωρία της απεικόνισης. Η σκέψη δεν είναι απείκασμα. Ομοίωμα του πράγματος – τέτοια την κάνει μόνο η υλιστική μυθολογία επικούρειου τύπου, η οποία εφευρίσκει τα είδωλα που εκπέμπει η ύλη, – αποβλέπει στο ίδιο το πράγμα. (…) Η υλιστική λαχτάρα για κατανόηση του πράγματος θέλει το αντίθετο: μόνο χωρίς εικόνες θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί το πλήρες αντικείμενο. Μια τέτοια απουσία εικόνων συγκλίνει με τη θεολογική απαγόρευση των εικόνων. Ο υλισμός εκκοσμίκευσε αυτή την απαγόρευση, καθώς δεν επέτρεψε τη θετική απεικόνιση της ουτοπίας, αυτό είναι το νοηματικό περιεχόμενο της αρνητικότητας του. Με τη θεολογία συμφωνεί εκεί όπου είναι πιο υλιστικός από οπουδήποτε αλλού. Η λαχτάρα του θα ήταν η ανάσταση της σάρκας, η οποία είναι εντελώς ξένη προς τον ιδεαλισμό, το βασίλειο του απόλυτου πνεύματος. Σημείο φυγής του ιστορικού υλισμού θα ήταν η άρση του εαυτού του, η απελευθέρωση του πνεύματος από την πρωτοκαθεδρία των υλικών αναγκών στην κατάσταση εκπλήρωσής τους. Μόνο με την ικανοποιημένη σωματική παρόρμηση θα συμφιλιωνόταν το πνεύμα και θα γινόταν αυτό που τόσον καιρό απλώς επαγγέλλεται, καθώς υπό τη μαγική επήρεια των υλικών συνθηκών απαγορεύει την ικανοποίηση των υλικών αναγκών.”

Οι Marx και Engels θεωρούν: “Εμείς είδαμε ξανά υλιστικά τις ιδέες του κεφαλιού μας σαν απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων, αντί να βλέπουμε τα πραγματικά πράγματα σαν απεικονίσεις αυτής ή εκείνης της βαθμίδας της απόλυτης ιδέας.” (5)

Οι Marx και Engels μιλάνε για “απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων” όχι όμως με βάση ένα a priori αξίωμα ότι τα “πραγματικά πράγματα” υπάρχουν ως τα καντιανά καθ’ αυτά. Αυτό που κάνει τα “πραγματικά πράγματα” να είναι πραγματικά είναι οι “απεικονίσεις”. Ο όρος “απεικονίσεις” ας μην συγχέεται με τις εικόνες όπως ακριβώς την πάτησε ο Αντόρνο. Ο Αντόρνο ισχυρίζεται στην Αρνητική Διαλεκτική ότι ο “Υλισμός δεν έχει εικόνες”. Ο υλισμός όμως και βέβαια έχει εικόνες γιατί ο υλισμός μετατρέπει το “πράγμα καθ’ αυτό” σε “πράγμα για μας”. Η πράξη είναι το διαμεσολαβητικό στοιχείο που κάνει τον υλισμό όχι μόνο να έχει εικόνες αλλά να μπορεί να διαμορφώνει τις δικές του εικόνες.

Συνεχίζει ο Αντόρνο ισχυριζόμενος ότι η επανάσταση “ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία”. Για να γίνει κατανοητό δηλαδή, ο Αντόρνο βλέπει την προλεταριακή επανάσταση ως την Δευτέρα Παρουσία. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Αντόρνο εδώ μπερδεύει την “θεολογία” της δικής του συνειδησιακής κλούβιας επανάστασης με την “ψευδο-δράση” της δεκαετίας του 1960. Η προλεταριακή επανάσταση του 1917 δεν έχει σχέση ούτε με την τόσο δικιά του επανάσταση ούτε με την πανηγυρική δεύτερη.

Η λαχτάρα του υλισμού κατά τον Αντόρνο είναι “η ανάσταση της σάρκας”. Από που όμως αλήθεια πηγάζει αυτή η συμπερασματική του αφοριστική φιλοσοφική συλλογιστική; Ποιους αλήθεια οι Marx, Engels και Λένιν θέλουν και λαχταρούν να αναστήσουν;

Κάθε άλλο παρά το μόνο που λαχταρούν είναι να επαναστατήσουν; 

 

 

 

 

Αναφορές:

(1) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 5).

(2) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 35).

(3) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 82).

(4) Theodor W. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια, 2006, (σελ: 249-253).

(5) Marx – Engels, Διαλεχτά Έργα, Τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Ιδιωτική, 1980, (σελ: 145).

ΑΚΕΛ: σαπουνόφουσκες και πιθηκισμοί

Στο παρόν κείμενο δεν θα αναλυθούν οι λόγοι γιατί το ΑΚΕΛ έφτασε στην πλήρη αστικοποιημένη του οντότητα. Οι ιστορικές, οικονομικές και πολιτικές αιτίες είναι πολλές και καμία φορά δυσδιάκριτες αλλά κάποιες άλλες φορές ξεκάθαρες και ευδιάκριτες. Παρόλο που οι ευδιάκριτες αιτίες είναι μπροστά στα μάτια μας υπάρχουν πάντα οι συγκυρίες εκείνες που μας κάνουν να μην τις βλέπουμε. Από την μια υπάρχει η άρνηση αποδοχής τους και από την άλλη η απατηλή πεποίθηση ότι είναι αποτέλεσμα συνειδητής τακτικής και πολιτικής προσέγγισης.

Αρχικά λοιπόν είναι αναγκαία μια ανάλυση για το πως το ΑΚΕΛ καταφέρνει από την μια να μην στηρίζει το εργατικό κίνημα και το σοσιαλιστικό πρόταγμα αλλά από την άλλη να διατηρείται στην ιστορική και πολιτική θέση που δεν του αρμόζει (είτε σε θεωρητικό είτε σε πρακτικό επίπεδο) και να αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη.

Όλες οι αναφορές στο παρόν κείμενο είναι από το βιβλίο του Λένιν “Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού”.

Εργατική τάξη και ΑΚΕΛ

Το ΑΚΕΛ είναι ο μοναδικός άξονας γύρω από τον οποίο το κυπριακό εργατικό κίνημα έχει την πρόσβαση, τα μέσα αλλά και τον κομματικό μηχανισμό να στηριχτεί, να καθοδηγηθεί, να διαπαιδαγωγηθεί και τέλος να επαναστατικοποιηθεί. Σκοπός και στόχος λοιπόν του κομματικού μηχανισμού του ΑΚΕΛ είναι η ταξικά προσδιορισμένη πάλη με πρόταγμα την δικτατορία του προλεταριάτου και η επιβολή της λαϊκής εξουσίας.

Εάν λοιπόν το ΑΚΕΛ ως ο κομματικός μηχανισμός που θα έπρεπε να στηρίζει, να διαπαιδαγωγεί και να επαναστατικοποιεί το εργατικό κίνημα δεν υλοποιεί τα καθήκοντά του τότε υπάρχει μια προβληματική σχέση μεταξύ του κόμματος και του εργατικού κινήματος όπως και με την εργατική τάξη στο σύνολό της. Είναι λοιπόν αληθές ότι το ΑΚΕΛ διαπράττει ένα ιστορικό λάθος και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η μη αναγνώριση του προβλήματος ως ιστορικής έλλειψης ανάλυσης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Όταν λοιπόν “η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη από μέρους του των υποχρεώσεων του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες εφόσον δεν καταπιάνονται με εξαιρετική προσοχή, επιμέλεια και περίσκεψη με τη μελέτη του ολοφάνερου λάθους τους, μ’ αυτό ακριβώς αποδείχνουν πως δεν είναι κόμμα της τάξης, αλλά ένας όμιλος, δεν είναι κόμμα των μαζών, αλλά μια ομάδα διανοουμένων και λίγων εργατών που αντιγράφουν τις χειρότερες πλευρές του διανοουμενισμού.” (κεφ. 7)

Ιστορική παρέκκλιση του ΑΚΕΛ

Η ιστορική θέση του ΑΚΕΛ χαρακτηρίζεται από μια ιστορική παρέκκλιση από τις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Η ιστορική παρέκκλιση ως αδυναμία “να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αίτιες του λάθους, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωση του λάθους – αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση από μέρους του των υποχρεώσεων του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση και μόρφωση της τάξης και έπειτα και της μάζας…”

Οι υλικές προϋποθέσεις της ανατροπής της πολιτικής ελεύθερης πτώσης του ΑΚΕΛ είναι ανύπαρκτες, όπου ένα μαρξιστικό/λενινιστικό κόμμα θα έπρεπε ακόμα να διαθέτει ένα μαρξιστικό ένστικτο αυτοσυντήρησης. Το να αρνείται να θέσει τόσο προγραμματικά και στρατηγικά όσο και τακτικά την ενδυνάμωση της επαναστατικότητας της εργατικής τάξης, την οργάνωση και την υλική προετοιμασία της, αυτό δεν χαρακτηρίζεται παρακμή αλλά προδοσία. Αντιθέτως λοιπόν όλη η υλική προσπάθεια του κόμματος αναλώνεται στην ενδυνάμωση της αστικής της παρουσίας στην πολιτική αρένα του καπιταλιστικού συστήματος και το πως θα διαχειριστεί καλύτερα το κεφάλαιο. Παραμένει σε μια τραγικοκωμική εικονική θεωρητική ελπίδα ότι η εργατική τάξη θα συνειδητοποιήσει την εκμετάλλευση που δέχεται από τούς καπιταλιστές και εκ του θαύματος θα εγκαθιδρύσει λαϊκή εξουσία.

Ο κυπριακός λαός και ο κάθε λαός δεν θέλει να καταλάβει τόσο σε θεωρητικό βαθμό το πως το θαύμα θα μας επισκεφτεί εξ ουρανού παρά να βιώσει στην καθημερινότητά του την στήριξη, να αναγνωρίσει την δουλειά και να δει με τα μάτια του την αφοσίωση από το κόμμα ότι εργάζεται για ένα καλύτερο αύριο με αντίσταση και σθένος έναντι στο καπιταλιστικό σύστημα.

Πως ακριβώς το ΑΚΕΛ θεμελιώνει στην ιστορική του παρουσία ως ένα κόμμα μαρξιστικό και λενινιστικό όταν ο ίδιος ο Λένιν μας υπενθυμίζει ότι “η νίκη ενάντια στην αστική τάξη είναι αδύνατη χωρίς μακρόχρονο, επίμονο, απεγνωσμένο πόλεμο ζωής ή θανάτου, πόλεμο που απαιτεί αντοχή, πειθαρχία, σταθερότητα, αδιαλλαξία και ενότητα θέλησης” και πως ακριβώς μπορεί το ΑΚΕΛ να σηκώσει το κεφάλι του όταν έχει γυρίσει 180 μοίρες και βλέπει μόνο αυτό που θέλει να βλέπει ξεχνώντας ότι “η απόλυτη συγκεντροποίηση και η πιο αυστηρή πειθαρχία του προλεταριάτου είναι ένας από τους βασικούς όρους για τη νίκη ενάντια στην αστική τάξη”; (κεφ. 2)

Ιμπεριαλισμός και ΑΚΕΛ

Ο Λένιν στο “Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού” μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι “η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ο πιο γεμάτος από αυτοθυσία και ο πιο αμείλικτος πόλεμος της νέας τάξης ενάντια σε έναν πιο ισχυρό εχθρό, ενάντια στην αστική τάξη…” (κεφ. 2). Είναι αλήθεια αυτός ο πόλεμος κηρυγμένος από το ΑΚΕΛ έτοιμο δηλαδή ως κομματικός μηχανισμός, όχι να είναι γεμάτος από αυτοθυσία για να μην υπερβάλλουμε, αλλά έτοιμος ώστε να έχει την πολιτική δυνατότητα να βλέπει εχθρούς; Ποιος και τι θεωρείται εχθρός του ΑΚΕΛ; Μήπως εχθρός είναι η ΕΕ με την οποία προσπαθεί να λύσει το κυπριακό; μήπως ο ιμπεριαλισμός που τον φλερτάρει με την ΕΕ αλλά τον απεχθάνεται ως αμερικάνικη σημαία; μήπως με τους γείτονες Ισραηλινούς που αύριο υπογράφουμε οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις με το ιμπεριαλιστικό κράτος φονιά στην περιοχή και το δεξί χέρι του ιμπεριαλισμού που απεχθάνεται το ΑΚΕΛ;

Τι χαρακτηριστικά έχει ο ιμπεριαλισμός για το ΑΚΕΛ όταν ο αντι-ιμπεριαλιστικός του αγώνας δεν πολιτικοποιείται, δεν κοινωνικοποιείται και εν τέλει δεν ταξικοποιείται; Τι σημαίνει αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας με συμφωνία με την ΕΕ;

Οι πιθηκισμοί του ΑΚΕΛ

Ποιοι είναι ακριβώς οι όροι με του οποίους το ΑΚΕΛ δημιουργεί τις βάσεις για μια κομματική και κινηματική πειθαρχία όταν η μόνη πειθαρχία που δημιουργεί είναι από την μια η οικειοποίηση της αποκλειστικότητας της ιστορίας του και από την άλλη η αλλαγή πορείας από τις πολιτικές θέσεις όχι που έχει αλλά που θα έπρεπε να έχει. Πως μπορεί δηλαδή το ΑΚΕΛ να δημιουργήσει πειθαρχία αφού του λείπει η συνειδητότητα της προλεταριακής πρωτοπορίας και η αφοσίωσή του στην επανάσταση, την αντοχή του, την αυτοθυσία του, τον ηρωισμό του, παραφράζοντας στο Λένιν; Επίσης που ακριβώς βρίσκεται στο κομματικό μηχανισμό “η ικανότητά του να συνδέεται, να πλησιάζει, και ως ένα ορισμένο βαθμό, αν θέλετε, να συγχωνεύεται με την πιο πλατιά μάζα των εργαζομένων, πρώτα-πρώτα με την προλεταριακή, μα ακόμη και με τη μη προλεταριακή εργαζόμενη μάζα”, και τέλος τι κατέχει το ΑΚΕΛ από “την ορθότητα της πολιτικής καθοδήγησης, που την πραγματοποιεί αυτή η πρωτοπορία, με την ορθότητα της πολιτικής στρατηγικής και τακτικής της, με τον όρο ότι οι πιο πλατιές μάζες θα πείθονται από την ίδια τους την πείρα γι’ αυτή την ορθότητα”; (κεφ. 2)

Οι όροι αυτοί λοιπόν είναι ανύπαρκτοι στο κομματικό μηχανισμό του ΑΚΕΛ και “χωρίς αυτούς τους όρους κάθε απόπειρα να δημιουργηθεί πειθαρχία μετατρέπεται αναπόφευκτα σε σαπουνόφουσκα, σε λογοκοπία, σε πιθηκισμούς. Από το άλλο μέρος, οι όροι αυτοί δεν μπορούν να παρουσιαστούν αμέσως. Τους διαμορφώνει μόνο μια μακρόχρονη δουλειά, μια δύσκολη πείρα, η επεξεργασία τους διευκολύνεται με τη σωστή επαναστατική θεωρία, που με τη σειρά της δεν είναι δόγμα, αλλά διαμορφώνεται τελικά μόνο σε στενή σύνδεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού και πραγματικά επαναστατικού κινήματος.” (κεφ. 2). Ο Λένιν είναι απόλυτα σωστός: “διαμορφώνεται τελικά μόνο σε στενή σύνδεση με την πρακτική δράση ενός πραγματικά μαζικού και πραγματικά επαναστατικού κινήματος.” Αυτό στην Κύπρο δεν συμβαίνει από το κόμμα που θα έπρεπε να επωμιστει αυτόν τον ρόλο όχι γιατί δεν μπορεί λόγω των συνθηκών και των αναγκαίων συμβιβασμών αλλά γιατί το ΑΚΕΛ δεν είναι πλέον ο κομματικός μηχανισμός που έχει μια τέτοια αποστολή.

Όσο για τα επιχειρήματα μια ελπίδας που έρχεται ή μιας πραγματικότητας τύπου ‘δυστυχώς έτσι είναι, αυτά έχουμε’ τότε ας θυμηθούμε και πάλι το Λένιν “Ο πολιτικός, που θέλει να είναι ωφέλιμος στο επαναστατικό προλεταριάτο, πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις εκείνων ακριβώς των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, που εκφράζουν οπορτουνισμό και προδοσία, και να κατευθύνει όλη τη δύναμη της κριτικής του, όλη την αιχμή ενός αμείλικτου ξεσκεπάσματος και ενός ανειρήνευτου πολέμου ενάντια σ’ αυτούς τους συγκεκριμένους συμβιβασμούς, χωρίς να επιτρέπει στους πολύπειρους «καταφερτζήδες» σοσιαλιστές και στους κοινοβουλευτικούς Ιησουΐτες να ξεφεύγουν και να ξεγλιστρούν από τις ευθύνες με επιχειρήματα για «συμβιβασμούς γενικά».” (κεφ. 4)

Το ΑΚΕΛ δεν έχει εκτιμήσει σωστά την αντικειμενική κατάσταση για να βρει απαραίτητο και ιστορικά αναγκαίο “να διαπαιδαγωγήσει τα καθυστερημένα στρώματα της τάξης του, ακριβώς για να ξυπνήσει και να διαφωτίσει τις καθυστερημένες, κακομοιριασμένες και αμόρφωτες μάζες του χωριού.” (κεφ. 7)

ΑΚΕΛ: κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη;

Το κόμμα που δεν μπορεί επηρεάζει τις μάζες και να τις διαπαιδαγωγεί αλλά να τις αποδιοργανώνει και να τις αφοπλίζει από την πραγματική δύναμη που έχει, ως η τάξη που παράγει τον πλούτο σε πραγματολογικό επίπεδο, τότε αυτό το κόμμα είναι ακριβώς το κόμμα που δεν πρέπει να του παραχωρείται καμιά δικαιολογία και καμία ελπίδα. Όσες ελπίδες τρέφονται γι’ αυτό το κόμμα είναι ελπίδες που διατηρούν την αδυναμία να κοιταχτούν στην πραγματικότητα: “Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ένας επίμονος αγώνας, αιματηρός και αναίμακτος, βίαιος και ειρηνικός, πολεμικός και οικονομικός, διαπαιδαγωγικός και διοικητικός, ενάντια στις δυνάμεις και στις παραδόσεις της παλιάς κοινωνίας. Η δύναμη της συνήθειας εκατομμυρίων και δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η πιο φοβερή δύναμη. Χωρίς Κόμμα σιδερένιο και ατσαλωμένο στην πάλη, χωρίς Κόμμα που να απολαβαίνει την εμπιστοσύνη κάθε τίμιου στοιχείου της τάξης του, χωρίς Κόμμα που να ξέρει να παρακολουθεί τις διαθέσεις των μαζών και να τις επηρεάζει είναι αδύνατο να διεξαχθεί μια τέτοια πάλη με επιτυχία. Είναι χίλιες φορές πιο εύκολο να νικήσουμε τη μεγάλη συγκεντροποιημένη αστική τάξη, παρά «να νικήσουμε» τα εκατομμύρια και εκατομμύρια των μικρονοικοκυρέων, ενώ αυτοί με την καθημερινή, τη συνηθισμένη, την αφανή, την ασύλληπτη, την αποσυνθετική τους δράση φέρνουν τα ίδια εκείνα αποτελέσματα που χρειάζεται η αστική τάξη και που παλινορθώνουν την αστική τάξη.” (κεφ. 5)

B.I.Λένιν, “Ο Αριστερισμός Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού”, Eκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

,

Αϊζενστάιν, Πουντόβκιν, Ντοβζένκο, Οι τεράστιοι Σοβιετικοί του βωβού σινεμά

Με επτά συνολικά ταινίες συμμετέχουν στο κινηματογραφικό αφιέρωμα για τα 145 χρόνια από τη γέννηση του Λένιν, οι τρεις προεξάρχοντες Σοβιετικοί θεωρητικοί και δημιουργοί Αϊζενστάιν, Πουντόβκιν και Ντοβζένκο.

Ο Αϊζενστάιν, διανοούμενος, αστικών καταβολών, πεπεισμένος σοσιαλιστής, εγκατέλειψε τον παραδοσιακό ατομικό ήρωα για ένα συλλογικό και διαμόρφωσε μια ενσυνείδητη μοντερνιστική θεωρία του μοντάζ, βασισμένη στην ψυχολογία της πρόσληψης, τη διαλεκτική και τον ιστορικό υλισμό, που έκανε δυνατή, για πρώτη φορά, την επικοινωνία του κινηματογράφου με τους δικούς του όρους. Η «Απεργία» (1924), χωρισμένη σε 6 σαφώς διακριτά τμήματα, συνιστά δείγμα του «σινεμά – γροθιά» σε αντιπαράθεση με το «σινεμά – μάτι» του Βερτόφ, εξελίσσεται σε χρονικό με μορφή αφηγηματική. Ήταν το πρώτο επαναστατικό φιλμ του καινούργιου σοβιετικού κράτους. Οι καπνισμένες μηχανές του εργοστασίου, οι καπιταλιστές ιδιοκτήτες, οι εργάτες που σχεδιάζουν απεργία, οι προβοκάτορες οι πληροφοριοδότες των αφεντικών και η αστυνομία των αφεντικών συντρίβουν με αιματηρή καταστολή την απεργία δολοφονώντας εν ψυχρώ τους απεργούς και τις οικογένειές τους. Η «Απεργία» εγκαινιάζει την κλασική περίοδο του βωβού σοβιετικού κινηματογράφου. Στην ιστορική ειδικά αναπαράσταση ο Αϊζενστάιν υπήρξε μέγας δάσκαλος με έπη με μάζες. Ο «Οκτώβρης» (1928) είναι ένα πειραματικό φιλμ τεραστίων διαστάσεων, ήταν το εργαστήρι για τον Αϊζενστάιν όπου «δοκίμασε» τις θεωρίες του διανοητικού του μοντάζ σε ένα ακροατήριο της εποχής, σχολιάζοντας κάθε πτυχή της επανάστασης όπως ακριβώς απεικονίζεται σε κάθε τμήμα της αφήγησης. Συνεκδοχές (χρήση μέρους που συμβολίζει το όλον) και αμέτρητα άλλα ρητορικά σχήματα χρησιμοποίησε ο δημιουργός για να μεγιστοποιήσει την ιδεολογική επίδραση της ταινίας. Ο Αϊζενστάιν εδώ διαστέλλει το χρόνο προς όφελος της ψυχολογικής διάρκειας ενός γεγονότος, σε αντίθεση με τη χρονική του διάρκεια.

Η προσέγγιση του Βσέβολοντ Πουντόβκιν στη σκηνοθεσία ήταν περισσότερο προσωπική. Ο Γάλλος κριτικός Λεόν Μουσινάκ έγραψε ότι, «αν μια ταινία του Αϊζενστάιν μοιάζει κραυγή, μια ταινία του Πουντόβκιν μοιάζει τραγούδι». Η πρώτη του δραματική ταινία «Μάνα» (1926), ελεύθερη διασκευή του ομότιτλου λογοτεχνικού έργου του Γκόρκι, με ιστορία που τοποθετείται την περίοδο της επανάστασης του 1905, καθιέρωσε τον Πουντόβκιν σαν τον πιο επικίνδυνο Σοβιετικό αντίπαλο του Αϊζενστάιν. Δε θα αναφερθούμε στην πασίγνωστη «Μάνα», αλλά στη «Θύελλα στην Ασία» (1928) με υλικό βασισμένο σε ένα ιστορικό ατύχημα. Ο αγγλικός στρατός που είχε καταλάβει τη Μογγολία συλλαμβάνει ένα βοσκό/παρτιζάνο και τον καταδικάζει σε θάνατο. Όμως ένας στρατηγός τον ανακηρύσσει σε απόγονο του Τζένγκις Χαν και τον προορίζει για κυβερνήτη – ανδρείκελο. Ο παρτιζάνος επαναστατεί και προκαλεί «θύελλα» στην Ασία. Στο «Τέλος της Αγίας Πετρούπολης» (1927) ένας φτωχός χωρικός, που έρχεται στην Αγία Πετρούπολη να βρει δουλειά, συμβάλλει άθελά του στη σύλληψη ενός συγχωριανού του, ενώ στη συνέχεια συλλαμβάνεται κι ο ίδιος και τον στέλνουν να πολεμήσει στο Μεγάλο Πόλεμο. Τρία χρόνια αργότερα, η απόλυτη εκδίκηση ονομάζεται επανάσταση…

Ο τρίτος σημαντικός καλλιτέχνης του βωβού – ίσως ο λιγότερο συμβατικός – ήταν ο Ουκρανός Αλεξάντερ Ντοβζένκο. Γιος αγροτών, δάσκαλος, διπλωμάτης, σκιτσογράφος και ζωγράφος, άρχισε να ασχολείται με το σινεμά με αμερικανικού τύπου χονδροειδείς κωμωδίες, δημοφιλείς τότε στη Σοβιετική Ένωση. Το 1928 γύρισε μια σειρά μύθων με έντονο στιλιζάρισμα, όπου αποκαλύφθηκε ένα σημαντικό βάθος ποιητικής αίσθησης και τεχνική εκτός συμβάσεων. Αυτή η ταινία υπήρξε ο προάγγελος των επικών ποιημάτων «Aρσενάλ» (1929) και «Γη» (1930), με οικουμενική αναγνώριση ως το αριστούργημα του Ντοβζένκο.

Το «Aρσενάλ» (Οπλοστάσιο) είναι ένα επικό ποίημα για τα αποτελέσματα της επανάστασης και του εμφυλίου στην Ουκρανία. Αρχίζει με τη λέξη πόλεμος και τελειώνει με μια βίαιη απεργία εργατών σε εργοστάσιο του Κιέβου. Η ταινία δεν αφηγείται μια ιστορία, δημιουργεί μια οπτική μεταφορά για την επανάσταση, τον εφιάλτη του πολέμου, τη μιζέρια της οικονομικής καταπίεσης και το αξερίζωτο πνεύμα της ελευθερίας. Δομικά η ταινία αποδίδει ένα συνοπτικό πανόραμα της μπολσεβίκικης επανάστασης στην Ουκρανία. Εντός των πλαισίων των εικόνων, οι άνθρωποι δε ζουν και πεθαίνουν μόνο, αλλά άλογα μιλούν, πορτρέτα ζωντανεύουν και, στο τέλος, ο πρωταγωνιστής κουβαλά το στήθος του και, σαν από θαύμα, στέκεται όρθιος, συμβολισμός για το επαναστατικό πνεύμα. Για την υψηλά συμβολική και όχι αφηγηματική οργάνωση του υλικού της ταινίας, ο Αϊζενστάιν τόνισε ότι πρόκειται για το πρώτο κινηματογραφικό παράδειγμα «απελευθέρωσης του συνόλου της δράσης από τον ορισμό του χρόνου και του χώρου».

Η «Γη», μια σαφής εικονοποίηση του ιστορικού γίγνεσθαι, είναι ουσιαστικά ένας μη αφηγηματικός ύμνος στη ζωή και το θάνατο στην αγαπημένη του γη, την Ουκρανία, και ξεδιπλώνεται με αργό, φυσικό ρυθμό σαν τις διαδικασίες της ίδιας της ζωής. Η «Γη», φωτεινή συνεισφορά στο βασίλειο του λυρικού σινεμά, αφηγείται μια απλή ιστορία γεμάτη ένταση ανάμεσα σε μια οικογένεια κουλάκων και τους νεαρούς αγρότες μιας κολεκτίβας. Οι κουλάκοι αρνούνται να πουλήσουν τη γη τους στην κολεκτίβα και ο Βασίλι, πρόεδρος του χωριού, την επιτάσσει. Αγοράζει κι ένα καινούργιο τρακτέρ και κάνει την κολεκτίβα ακμάζουσα επιχείρηση. Ένα βράδυ ο γιος των κουλάκων σκοτώνει τον Βασίλι. Ο πατέρας του νεκρού διώχνει παπά και δέσποτα και ζητά σύγχρονη ταφή για το παιδί του «με νέα τραγούδια για τη νέα ζωή». Η ταινία τελειώνει με μια εκστατική νεκρική γιορτή για το νέο άνθρωπο…

Πηγή: 902

Φωτογραφία: Varvara Stepanova’s cover design for Soviet Cinema magazine, 1927

Χέστε τον Λένιν, ο Τσίπρας θα εκπληρώσει τα παιδικά μας όνειρα!

Ελλάδα – Ισπανία – Σλοβενία

Σημείωστε τις χώρες. Έχω παράπονο γιατί εμείς μέχρι στιγμής μόνο με Ελλάδα και Ισπανία κάναμε κοννέ για κοινούς αγώνες ( κίνημα κατά των εκποιήσεων ). Θέλω και τον Σλάβοι Ζίζεκ. Δεν με καλύπτει το ΤΕΠΑΚ και μια εκδήλωση κάθε δύο χρόνια.

Ο Αλέξης λοιπόν θα εκπληρώσει τα παιδικά μας όνειρα, δηλαδή τα όνειρα του ΄68.
Δεν ξέρω για σας αλλά εμείς τέτοια παιδικά όνειρα δεν θυμάμαι να είχαμε.
Πρίτς!
Είχατε! Απλά εσύ δεν τα θυμάσαι!
Ρώτα όποιον Κυπραίο θέλεις πάνω από 40 αν τα παιδικά του όνειρα δεν ήταν η Γαλλία του ΄68 και θα δεις! Και άμα έβρεις ένα Κυπραίο που ήξερε στα παιδικά του όνειρα πού πέφτει η Γαλλία εμένα να με χέσεις μαζί με τον Λένιν. Ο Κασουλίδης άκουσα πως κάτι σχετικό ονειρευόταν στα παιδικά του χρόνια…ένι ξέρω αν ο Σπύρος Κυπριανού επίσης είχε τέτοια όνειρα. Μπορεί.
Όπως και νάχει τωρά ΤΟΥΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΕΧΟΥΜΕ!

Ο Αλέξης Τσίπρος, γέννημα θρέμμα της ΕΕ, έβαλε πουκάτω που το σώβρακο του την Ιστορία κάθε λαού που δεν θυμάται καλά καλά πότε εδημιουργήθηκεν η ΕΕ. Αν ρωτήσεις του Κυπραίους πότε εμπήκαμεν στο Ευρώ δεν θα ξέρουν, οι μισοί θα σου πουν το 2006 τζαι οι άλλοι μισοί το 2008, στην περιπτωση που απαντήσουν! Αδιάφορον! Θα μπεις πουκάτω που το σώβρακον του Τσίπρος! Είπαν οι διαδρόμοι, δείχνοντας μας με το δάχτυλο τους σαν τον “ταξικό εχθρό” του απλού ανθρώπου…

Καλά τζαι καταδέχεστε. Εν πλυμμένο που την πλύστρα τουλάχιστον τούντο ευρωπαικό σώβρακο;

Το άρθρο:

Εξαιρετικά κολακευτικά σχόλια για το ΣΥΡΙΖΑ και τον πρόεδρο του Αλέξη Τσίπρα φιλοξενεί σε δημοσίευμα της η βρετανική εφημερίδα Guardian στο πλαίσιο αφιερώματος για τα τρία αριστερά κόμματα σε Ελλάδα, Ισπανία και Σλοβενία (ΣΥΡΙΖΑ, Podemos και Ενωμένη Αριστερά αντίστοιχα) τα οποία προηγούνται στις δημοσκοπήσεις και πιθανόν να γίνουν κυβέρνηση. Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο: «Τα νέα αριστερά κόμματα της Ευρώπης μπορεί να κάνουν πραγματικότητα το όνειρο του 1968».
Η εφημερίδα εκτιμά ότι εάν γίνουν εκλογές στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση.

Στην Ελλάδα, γράφει η βρετανική εφημερίδα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πιο δημοφιλές κόμμα, με ένα προβάδισμα 11% από τη ΝΔ. «Αν οι εκλογές γίνουν πρόωρα το Φεβρουάριο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι τελικά σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση» αναφέρει ο Guardian.

 

Το δημοσίευμα ξεκινά με μια σκηνή από την ταινία του Κώστα Γαβρά, «Το κεφάλαιο».
Σε ένα οικογενειακό γεύμα, ο διευθύνων σύμβουλος μίας μεγάλης γαλλικής τράπεζας έχει ένα καυγά με τον θείο του, έναν αριστερό του 1968, ο οποίος κατηγορεί τον ανιψιό του για την υπερχρέωση Ευρωπαίων πολιτών και την καταστροφή κρατών.  Ο νεαρός τραπεζίτης απαντά «Μα πρέπει να είσαι χαρούμενος». Ο θείος ρωτάει μπερδεμένος «Γιατί;», «Διότι εκπληρώνω τα παιδικά σου όνειρα». «Τα παιδικά μου όνειρα;» ρωτάει ο θείος. «Εσείς οι αριστεροί θέλετε διεθνισμό, τον αποκτήσατε. Τα λεφτά δε γνωρίζουν σύνορα», του απάντησε.

Ο συντάκτης του άρθρου, αφού περιγράφει τις τελευταίες δημοσκοπήσεις σε Ελλάδα, Ισπανία και Σλοβενία, όπου τα αριστερά κόμματα είναι εξαιρετικά δημοφιλή, συνεχίζει:

«Αν οι προβλέψεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η πρώτη, αληθινά αριστερή, κυβέρνηση στην Ευρώπη, του χρόνου, το τεστ της επιτυχίας του μπορεί να είναι μια επανάληψη της σκηνής του φιλμ του Γαβρά, όπου ο Γιόσκα Φίσερ θα συζητά με τον Αλέξη Τσίπρα».

Και το δημοσίευμα παραθέτει το φανταστικό διάλογο: «Όταν ο αριστερός της γενιάς του ’68 κατηγορήσει τον Έλληνα ηγέτη ότι «εκτρέπει και άλλες χώρες σε επικίνδυνες αριστερές ατραπούς» γιατί δεν μπορούμε να φανταστούμε τον Τσίπρα να απαντά:«Μα θα έπρεπε να είσαι χαρούμενος».

Όταν ο Φίσερ, μπερδεμένος, θα ρωτούσε «γιατί» ο Τσίπρας θα μπορούσε απλά να απαντήσει: «Γιατί εκπληρώνω τα παιδικά σου όνειρα»…

 

Πάω πάλι να ψοφολογήσω

 

Η ΑΜΝΟΤΗΤΑ

Τραχύ που θα ’τανε εκείνο τ ’ ανεξίκακο σκοτάδι

πάει καιρός και ξέμεινε μονάχα βαρβαρόφωνος αγέρας

θυμάμαι τώρα πώς αλάλαζε φυσώντας ωσάν δράκοντας

ερημοσύνη

/σε θερμότερους τρόμους ερειπώνονταν άλλοτε

μέσ’ στο φως της ημέρας τα λιπώδη φεγγάρια/

ποιος από γέλιο;

ποιος απλήγιαστος;

κάπου ξεχνώ

κάτι ξεχνώ

μα βέβαια! πως ήμουνα

ο μαύρος τράγος

καθώς τινάχτηκα όρθιος /δόρυ που σφύζει ήτανε

εμπρός η πεθυμιά μου τεντωμένη ή κάλλιο να ’λεγα

η πιο αστραφτερή μου σπάθα; τι στοιχίζει/

καθώς πετάχτηκα όρθιος θραύοντας του ύπνου την

υπεροπλία.

Η μάνα μου σε τρυφερό της άπειρο κοιμότανε

στη δική της ύλη

κ’ η ανάπνια της δεν ξεχώριζε απ’ ανάλαφρες

νεροσταγόνες·

τη θώρησα λιγάκι και μετά στον κήπο μας εβγήκα

κι όρμηξα

στα βακχικά μας τριαντάφυλλα με τέτοια ριγηλή φρενήρεια

κι αρπάχνω στο δεξί μου χέρι την ανεχόρταγη

απ’ αναρίθμητα φονικά κλαδευτήρα

κι όπως αυνάνιζα με άγριες χτυπιές την ακοή της νύχτας

με φώτιζε αδρά η αστροφάνεια σε πλησμονή και η άπληστη

λευκοπαθής κι ατάραχη σελήνη.

Πόσο λεπτή που ένιωθα τη βούληση, την ομορφιά

νεκροκολόνια,

καρατομώντας έξαλλος

τα μητρικά λουλούδια… Βρομοθάνατος! έκραζα. Βρομοθάνατος! λαλούσα. Θα είπα

μάλιστα

και κάτι σανσκριτικό

μα βέβαια! πως ήμουνα

ο κατάμαυρος τράγος αστραπηλάτης

εξουσιάζω, είπα, τη δυστυχία – τη ρημάζω – θρυμματίζω

τα δάκρυα.

Είπα κι άλλα. Φταίχτης δεν υπάρχει, είπα –

μονάχα φταίξιμο.

Κι αδράχνοντας το έσχατο ρόδο απ’ τα βελούδινα πέταλα

πες μου πώς τα ταιριάζεις φρύαξα

πώς φιλιώνεις

το γνωστό με το άγνωστο πες μου τώρα

— porca miseria! η γλώσσα η αφρόπαπια με μαύρα της ουράς

καλυπτήρια —

μιλιά μη βγάζεις άχνα κι ανελέητα ευωχούμενος το ’λιωσα

ήμουνα θέλγητρο

κουρέλιασα τη θανή μου /τύχη κι αυτή

στα κόκκινα δάχτυλά μου…/

μιλιά δεν έβγαλε.

Τίνος είμαι απόφλογο; Ποια θράκα τρίζει στην καρδιά μου;

Δεν είχα θρήνο στο μυαλό δεν είχα την αρχαία ερυθρότητα

μα ταρακούνησα γιομάτος θεοβλάβεια

τους πλέον αλάλητους

μίσχους αποκεφαλισμένους

θεοπλήξ επιβάλλοντας αδράνεια στην άκαρπη νοημοσύνη

λαμπρότερος απ’ την εικόνα της λάμψεως

αχραντισμένος

επιτέλους ένα ράκος.

Ο αγέρας γενική της φλογέρας.

Πάω πάλι να ψοφολογήσω.

 

Ν. Καρούζος

Μαρξισμός και ρεφορμισμός

fanikan-epitelous-oi-ependites

 

Ο ρεφορμισμός αποτελεί αστική εξαπάτηση των εργατών, που θα μένουν πάντα μισθωτοί σκλάβοι, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις, όσο θα κυριαρχεί το κεφάλαιο.

Η φιλελεύθερη αστική τάξη, δίνοντας με το ένα χέρι μεταρυθμίσεις, με το άλλο τις παίρνει πάντα πίσω, τις εκμηδενίζει, τις χρησιμοποιεί για να υποδουλώνει τους εργάτες, για να τους διαιρεί σε ξεχωριστές ομάδες, για να διαιωνίζει τη μισθωτή σκλαβιά των εργαζομένων. Γι’ αυτό ο ρεφορμισμός, ακόμη κι όταν είναι ολότελα ειλικρινής, στην πράξη μετατρέπεται σε όργανο αστικής διαφθοράς και εξασθένισης των εργατών. Η πείρα όλων των χωρών δείχνει ότι, όπου οι εργάτες έδωσαν εμπιστοσύνη στους ρεφορμιστές, βρέθηκαν πάντα γελασμένοι.

Αντίθετα, όπου οι εργάτες αφομοίωσαν τη διδασκαλία του Μαρξ, δηλ. κατάλαβαν ότι η μισθωτή σκλαβιά είναι αναπόφευκτη, όσο θα διατηρείται η κυριαρχία του κεφαλαίου, δεν αφήνουν να τους εξαπατήσουν με κανενός είδους αστικές μεταρυθμίσεις. Οι εργάτες που έχουν καταλάβει, πως σε συνθήκες διατήρησης του καπιταλισμού οι μεταρυθμίσεις δεν μπορούν να είναι ούτε σταθερές, ούτε σοβαρές, παλεύουν για βελτιώσεις και χρησιμοποιούν τις βελτιώσεις για να συνεχίσουν πιο επίμονη πάλη ενάντια στη μισθωτή σκλαβιά. Οι ρεφορμιστές προσπαθούν με ελευμοσύνες να διαιρέσουν και να εξαπατήσουν τους εργάτες, να τους αποτραβήξουν από την ταξική τους πάλη. Οι εργάτες που έχουν καταλάβει την απάτη του ρεφορμισμού, χρησιμοποιούν τις μεταρυθμίσεις για να αναπτύξουν και να πλατύνουν την ταξική τους πάλη.

Όσο πιο ισχυρή είναι η επιρροή των ρεφορμιστών στους εργάτες, τόσο πιο ανίσχυροι είναι οι εργάτες, τόσο πιο εξαρτημένοι από την αστική τάξη, τόσο πιο εύκολο είναι για την αστική τάξη να εκμηδενίζει με διάφορα τεχνάσματα τις μεταρυθμίσεις. Όσο πιο αυτοτελές και πιο βαθύ είναι το εργατικό κίνημα, όσο πιο πλατύτερους σκοπούς βάζει, όσο περισσότερο είναι απαλλαγμένο από την στενότητα του ρεφορμισμού, τόσο καλύτερα πετυχαίνουν οι εργάτες να κατοχυρώνουν και να χρησιμοποιούν τις επιμέρους βελτιώσεις.

Δεν είμαστε ρεφορμιστές-έγραφαν οι λικβινταριστές της Πετρούπολης-γιατί δεν λέμε ότι οι μεταρυθμίσεις είναι το παν, ότι ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα, εμείς λέμε:κίνηση προς τον τελικό σκοπό, με την πάλη για μεταρυθμίσεις[…]

Ο Σεντόφ έγραφε ότι από τα τρία ”κήτη” που προβάλλουν οι μαρξιστές τα δυο δεν είναι τώρα κατάλληλα για ζύμωση. Δεχόταν μόνο το 8ωρο, που θεωρητικά είναι πραγματοποιήσιμο σαν μεταρύθμιση. Παραμέριζε ή έβαζε σε δεύτερη μοίρα αυτό ακριβώς, που έβγαινε έξω από τα πλαίσια της μεταρύθμισης. Συνεπώς, έπεφτε στον πιο καθαρό οπορτουνισμό, εφαρμόζοντας ίσα-ίσα την πολιτική που εκφράζεται με τη διατύπωση ότι ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτε. Αυτό ακριβώς είναι ρεφορμισμός, όταν τον ”τελικό σκοπό” τον απομακρύνουν από τη ζύμωση.

[…]Από τη μια μεριά, μας βεβαιώνουν ότι για αυτούς οι μεταρυθμίσεις δεν είναι καθόλου το παν-και από την άλλη, κάθε ξεπε΄ρασμα των πλαισίων του ρεφορμισμού από την πρακτική δράση των μαρξιστών προκαλεί ή τις επιθέσεις ή την περιφρονητική στάση.

[…]Στην Ευρώπη, ρεφορμισμός σημαίνει στην πράξη άρνηση του  μαρξισμού και υποκατάσταση του με την αστική ”κοινωνική πολιτική’. Στη χώρα μας ο ρεφορμισμός δεν σημαίνει μόνο αυτό, αλλά επιπλέον σημαίνει και διάλυση της μαρξιστικής οργάνωσης και απάρνηση των δημοκρατικών καθηκόντων της εργατικής τάξη, υποκατάσταση τους με τη φιλελεύθερη εργατική πολιτική.

 

 

Β.Ι. Λένιν.  Άπαντα 5η έκδ. τόμ.  24ος, σελ. 1-4

Πηγή: Αγκάρρα

Στάλιν και Ταρζάν

 

 

Ο κριτικός κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν στο βιβλίο “Τι είναι ο κινηματογράφος;” (μεταφρασμένο το 1988 από τις Εκδόσεις Αιγόκερως) στο κεφάλαιο “Ο μύθος του Στάλιν στο Σοβιετικό Κινηματογράφο” καταφέρνει μέσω της ανάλυσης του άρθρου του να ταυτίζει συμπερασματικά τον Στάλιν με τον Ταρζάν στην βάση μιας λειτουργικής “υπεράνθρωπης” μορφής του μύθου. Επίσης αναγνωρίζει στον σοβιετικό κινηματογράφο την ιδιότητα του να παράγει είδωλα, όπως π.χ. την μυθική εικόνα του Στάλιν. Η ερμηνεία του Αντρέ Μπαζέν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ως προς το ότι αναλώνεται πάνω στην κριτική μιας τυπικής εξωτερικής μορφής χωρίς να εισβάλλει στο ουσιαστικό της σοβιετικής αισθητικής. Δεν μπορεί επίσης να μην διακρίνει κάποιος την υπερφίαλη ανάλυση του Μπαζέν στον σοβιετικό κινηματογράφο μια που η κριτική του δεν λαμβάνει υπόψιν το περιεχόμενο του αποτελέσματος της ζύμωσης πολιτικής και αισθητικής. Αν και η κριτική του αδυνατεί να επαναπροσδιορίσει την σοβιετική κινηματογραφική αισθητική  έγινε κατορθωτό να αναχθούν από το άρθρο, “Ο μύθος του Στάλιν στο Σοβιετικό Κινηματογράφο”, αποσπάσματα τα οποία έχουν σκοπό να καταδείξουν ότι οι βάσεις της κριτικής του Μπαζέν, χωρίς ο ίδιος μάλλον να τ’ αντιλαμβάνεται, αναδεικνύει κάποιες αντικειμενικές αλήθειες. Οι αλήθειες αυτές γίνονται εν τέλει η βάση ή το θεμέλειο πάνω στο οποίο ο Μπαζέν αφήνεται να κάνει κριτική στον σοβιετικό κινηματογράφο χωρίς όμως ν’ αντιλαμβάνεται ότι αναλώνεται σε μια προσπάθεια κριτικής και όχι κατάληξη αυτής. Μια κριτική στον σοβιετικό κινηματογράφο ο οποίος έχει την ιδιότητα κατά τον Μπαζέν, του είδους του κινηματογράφου που έχει ως πολιτικό στόχο την μουμιοποίηση του Στάλιν όσο και του Λένιν.

Αποσπάσματα:

“Δεν αποκλείεται η τόλμη αυτή του σοβιετικού κινηματογράφου να θεωρείται a priori ως η νόμιμη εφαρμογή μιας υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Μήπως τα ταμπού που διαπιστώσαμε ότι ισχύουν στη Δύση οφείλονται σ’ ένα είδος ιδεαλισμού, ή το λιγότερο σε κάποιον «περσοναλισμό» ο οποίος δεν τίθεται πλέον εδώ σ’ εφαρμογή εξαιτίας κάποιας χρονικής αβεβαιότητας όσον αφορά την ιστορία; Μήπως μ’ άλλα λόγια εξαρτούμε πολλά απ’ την προσωπικότητα και μας λείπει η ικανότητα να της καθορίσουμε μια θέση, εκτός αν έχει πλέον ο ρόλος της τερματισθεί; Στους Γάλλους σήμερα δε στοιχίζει και πολύ να κομπάζουν για τον Ναπολέοντα. Μεγάλος άνδρας για έναν κομουνιστή θεωρείται αυτός που εδώ και τώρα δημιουργεί ιστορία, τα δε όργανα που θα καθορίσουν κατά τρόπο αλάνθαστο τη σημασία της προσφοράς του υπάρχουν. Αυτά είναι το κόμμα, η διαλεκτική. Το μεγαλείο του παραμένει κατ’ αυτό τον τρόπο αντικειμενικό, δηλαδή σχετικό προς την εκτύλιξη της ιστορίας, της οποίας αποτελεί προϊόν και συνείδηση. Ο ήρωας, απ’ την άποψη του διαλεκτικού υλισμού, πρέπει να διατηρεί την ανθρώπινη διάσταση. Απ ‘ αυτήν αναδεικνύονται οι ιστορικές και ψυχολογικές εκείνες κατηγορίες που αποκλείουν τον τύπο του «υπεράνθρωπου»: χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής μυστικοποίησης, με κορυφαίο μοντέλο τη μυθολογία της βεντέτας.”

“‘Αλλοτε, όλες τις μεγάλες κλασικές σοβιετικές ταινίες χαρακτήριζε ένας ρεαλιστικός ανθρωπισμός απολύτως αντίθετος προς τον απατηλό δυτικό κινηματογράφο.”

“Το αίσθημα μιας απόλυτης σιγουριάς που αποπνέουν οι σοβιετικές ταινίες, υπονοεί κάτι περισσότερο: όχι τον ουσιαστικό θάνατο του αδριαντοποιημένου ζώντα Στάλιν, αλλά την αλλήλων αλήθεια: το τέλος της ιστορίας ή το λιγότερο, της διαλεκτικής της κίνησης, στα πλαίσια του σοσιαλιστικού κόσμου. (…) Αυτό σημαίνει ότι οι σχέσεις Στάλιν – σοβιετικής πολιτικής, δεν έχουν τίποτε το τυχαίο, το σχετικό, και για να συνοψίσουμε, αυτό που συνήθως αποκαλούν «ανθρώπινο», αλλά και το ασύμπτωτο μεταξύ ανθρώπου και Ιστορίας έχει ήδη ξεπεραστεί. Ο Στάλιν αποτελεί: Ιστορία ενσαρκωμένη.”