Category Archives: Κύπρος

Νυχτολόγιο 10: Η αριστερά ανθρωποφάγος

Η καύλα του ανθρωποφάγου δεν είναι κατ’ ανάγκην η ανθρωποφαγία. Μπορεί να είναι η χορτοφαγία. Η βασική αντιφατική γοητεία του πολιτισμένου ανθρωποφάγου έγκειται στην εικόνα του προσώπου την στιγμή που γευματίζει. Ο ανθρωποφάγος δεν χρησιμοποιεί μαχαιροπίρουνα αλλά μόνο οδοντογλυφίδες. 

Διαβάζουμε λοιπόν τα εξης: 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” σας καλωσορίζει επίσημα στην ιστοσελίδα της για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και για την επίτευξη της σοσιαλιστικής επανάστασης. 

Επειδή εργαζόμαστε αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της Κύπρου είμαστε όλοι μαζί στο αγώνα για ένα χειραφετημένο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό είναι μη-κερδοσκοπικό αλλα κερδοσκοπικίζων το οποίο μπορεί να λειτουργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής και τεχνοκρατικής κατάρτισης και των ίσων ευκαιριών. 

Η ιστορική αναδρομή σκοπεύει άσκοπα και ανέξοδα στην εικόνα μιας ψευδαίσθησης που θέλει να ανοίγει τα κρανία των εργαζομένων με πρόσχημα την καπιταλιστική ευελιξία. 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” υπόσχεται μια συμπληρωματική ασφάλεια ζωής σε μια τιμή γνωριμίας. Έχουμε αρκετές χιλιάδες πελάτες, οι οποίοι είναι όχι μόνο ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες μας αλλά πιστοί στις όποιες αναθεωρήσεις του εταιρικού μας φόρου και της υπεραξίας μας. 

Σήμερα το βράδυ ένα συσπειρωτικό φεστιβάλ χάλκινων άηχων πνευστών θα γίνει ο αποκλειστικός ήχος έλξεως των πιο αγαπημένων συντρόφων. Οι κοσμοσπάστες σύντροφοι μπορεί να μην είναι υπάλληλοι της εταιρείας αλλά είναι πιστά σκυλιά στην πρώτη γραμμή του αγωνιστικού πελατολογίου. 

Με επάρκεια, αμεσότητα και αντικειμενικότητα η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” έχει ανοιχτούς λογαριασμούς μόνο με τις οδοντογλυφίδες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και της νοθείας καυσίμων. 

Η προσπάθεια να ενισχυθεί ο δρόμος αυτός που οδηγεί στην θεϊκή καταστροφή έχει αγκαλιάσει ολόκληρη την αριστερή διανόηση αφού ασφαλίζονται οι αγωνιστές για μια αγωνιστική καριέρα εφ όρου ζωής. 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” αγωνίζεται για την αντιμετώπιση επίσης του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός για την εταιρεία είναι ένας κλάδος που θα μπορούσε να γίνει μία συνήθεια γλυκιά. Χρειαζόμαστε κάθε ιμπεριαλισμό για να μπορούμε να κάνουμε την διαφορά στους εικονικούς μας αγώνες. Η τεχνολογία που διαθέτει η εταιρεία κάνει το επίπεδο της ιστορίας του πολιτισμού να μην έχει σημεία αμφισβήτησης. 
Ο ιμπεριαλισμός γίνεται για τον λαό μια συμπληρωματική πληροφορία σχετικά με την Ανατολή και τον ορίζοντα του δυτικού πολιτισμού. Χορεύοντας με τα ομόλογα και τα ακίνητα η εταιρεία θα δώσει τη λύση του μυστηρίου που ταλανίζει το Κυπριακό εδώ και κάποιες δεκαετίες. 

Ζήτω η εταιρεία…

Νυχτολόγιο 4: 15 Ιουλίου και ένας θεός πορνοστάρ 

​Η ιστορική εποχή της ανέραστης ζωής του πολιτισμένου ανθρώπου της δύσης έχει δοθεί σε μια χρονικότητα πίστης ενός ατυχούς αφηρημένου συμβάντος. Η πιο ριζοσπαστική δυτική μορφή ζωής συμπεριλαμβάνει εκτός απο μικροαστικές ψευδαισθήσεις και ένα μάτσο ελεύθερες εφαρμογές. Ο ριζοσπάστης της δύσης θα πρέπει να πληροί προδιαγραφές: Τα εφαρμοσμένα “αντί” γίνονται η υπαρξιακή ευθύτητα μιας αρκούδας που θα παλέψει επιδέξια με τον εχθρό, φτάνει όμως να υπάρχει διαιτητής. 

Η ασφάλεια είναι το ίδιο των λειτουργικών εφαρμοσμένων “αντί”. Από τα αντι-virus μέχρι και τον αντι-ιμπεριαλισμό η δυτική μορφή ζωής εξαντλείται στην πορνογραφία της επανάστασης για μια ασφαλέστερη και συχνότερη εκσπερμάτωση θεωρητικών αποκαλύψεων. Η θεσμική κατοχύρωση της επαναστατικής ευρεσιτεχνίας χρειάζεται την ναφθαλίνια επιβράβευση. Το πολιτικό υποκείμενο που αναζητεί την ελευθερία του εξαντλείται στις σχέσεις του με το κατεστημένο ως ο εκπαιδευτής και ο πατέρας της γενιάς του κόσμου. Η τοκάτα της ελεύθερης φόρμας με κομμάτια ασυμμετρίας και περίπλοκης λεπτομέρειας εγκλωβίστηκε στην μεταμοντέρνα αποσπασματικότητα μιας χαοτικής παραγωγικής διαδικασίας που η αλλαγή λειτουργεί ως ένας ενεργοποιημένος δημοκρατικός συναγερμός.  

Η πολιτική φούγκα μιας κομμουνιστικής δύναμης είναι η απάντηση στην προσευχή της εποχής που γουστάρει την εξομολόγηση γιατί πέρα από την ηθική απονεύρωση γίνεται ο απόλυτος εμβληματικός αυνανισμός που χρειάζεται το θεό ως πορνοστάρ.

Σήμερα ο επίτιμος διδάκτωρ χρόνος επιβάλλει πολιτικές αμνησίες και φασιστικές δικτατορίες. Το πραξικόπημα γίνεται κάθε 15 Ιουλίου, όχι για να το θυμόμαστε και να αυτομαστιγώνονται τα λάικ από αναρτήσεις γιατί το επιβάλλει μέρα. Γίνεται κάθε 15 Ιουλίου όχι γιατί το μάθαμε στο κατηχητικό ως μια κακιά ώρα. 

Γίνεται κάθε 15 Ιουλίου επειδή ο ιμπεριαλισμός βρήκε το δρόμο του γυρισμού. Με ενα θεό Οδυσσέα πορνοστάρ και παντοκράτορα τα τσιμπούκια του ιμπεριαλισμού γίνονται προσευχές με ντέφια και βιολιά που γλιστρούν σε ένα πένθιμο τέλος. 

Οι ψείρες της Κυπριακής αριστερής πρωτοπορείας

Η κινούμενη άμμος της Κυπριακής αριστεράς είναι η αριστερά που σε βουλιάζει, αφού επιλέξεις να γευτείς το μητρικό της γάλα. Σ’ αναθεματίζει στην μικροαστική συνειδησιακή υπο-ορθόδοξη μαρξιστική αντίληψη μιας παθητικής αναμονής στο μοιραίο και στην υπεραισιόδοξη ελαφρότητα της πετυχημένης αναγνωρισιμότητας.

Οι κύπριοι αριστεροί δεν είναι η κυπριακή αριστερά αλλά η τελευταία στιγματίζει τους πρώτους σαν την ζέση μιας απειλητικής αναγκαστικής ηλιοφάνειας. Η θεσμική κυπριακή αριστερά και οι κάθε λογής πρωτοπόροι δορυφόροι της χαρακτηρίζονται από την μικροαστική αυτοδυναμία του πολιτικά ορθού. Οικειοποιούνται τους αγώνες τις ιστορίας σαν μια μυθολογική αλήθεια που δεν πρόκειται να εισχωρήσει ποτέ ως πραγματικότητα στο πραγματικό. Η απόσταση του κύπριου αριστερού από την κυπριακή πρωτοπόρα αριστερά είναι τόσο βαθιά όσο η πληγή της αριστεράς που προκλήθηκε από την σοσιαλδημοκρατική ψείρα. Η κυπριακή αριστερά έχει εθιστεί στην υπερδιέγερση του κνησμού. Οι ψείρες εναποθέτουν την ιστορική ασφάλεια μιας πολιτικής μηχανής από την οποία θα παράγεται από την μια ο σχεδόν οργασμικός κνησμός και από την άλλη η παραγωγή της ψείρας. Η Κυπριακή αριστερή πρωτοπορεία καταφέρνει με επιτυχία να διαιωνίζει τον πολιτικό κνησμό, αφού προκαλεί το θεμιτό αποτέλεσμα της μη απειλούμενης διατήρησης στην πολιτική σκηνή των τεχνιτών κεφαλαιοκρατικών σεναρίων.

Η πολιτική λειτουργία της κυπριακής αριστεράς έγκειται στην αντι-διαλεκτική σχέση μιας παραγωγικής διαδικασίας ανακυκλωμένου προγράμματος αρχίζοντας και τελειώνοντας στο ίδιο σημείο. Ο σκοπός είναι λοιπόν το πολιτικά ευδιάκριτο της σοσιαλδημοκρατικής συνέχισης ως της μόνης αριστεράς. Η τυποποιημένη, με άλλα λόγια, ικανοποίηση με το να υπάρχει ως θεσμικό όργανο στον καπιταλιστικό παράδεισο. Το να διατηρείται η παρουσία στον πολιτικό χώρο είναι και το ζητούμενο για τον σοσιαλδημοκρατικό τρόπο πολιτικοποίησης.

Η μεταμοντέρνα κυπριακή αριστεροσύνη ή καλύτερα η μεταμοντέρνα ριζοσπαστική αριστερά εκφράζεται στην Κύπρο με πολλούς τρόπους αλλά πάντα κάτω από την αγκαλιά της θεσμοθετημένης κρατικής εξουσίας. Η κυπριακή αριστερά έχει αγαπήσει και αγαπάει τόσο τον μαρξισμό/λενινισμό όσο που η ιδεολογική πρακτικότητά του γίνεται το τυράκι που μόλις φαγώθηκε από το ποντίκι.

Η ρεαλιστικότητα της αριστεράς έγκειται στο ότι αφού το τυρί πάει πέταξε, το μόνο που μένει είναι ο συνειδησιακός αυνανισμός ως η ερασιτεχνική επαναληπτικότητα ενός σκληρού και συνάμα κρυφού παιχνιδιού ως το καμάρι της προοδευτικής σκέψης.

Η μικροαστική ασφάλεια του σπιτιού, μιας άκρως δελεαστικής τιμής, γίνεται η αιώνια στιγμή της ζωής. Πρέπει πρώτα να μπούν τα πράγματα στην θέση τους. Να φτιάξει η κατάσταση, και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες πάμε να βρούμε το επαναστατικό κίνημα που δεν έχει σημασία αν δεν υφίσταται.

Το ζητούμενο για την μεταμοντέρνα επαναστατική σκέψη είναι η πετυχημένη αξιοποίηση της συγκεκριμένης φρασεολογίας απλά για να μη χάνεται η αγαπημένη αφηρημένη σύγκλιση των εννοιών με την ενημερωμένη και σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα των συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική πράξη ενός άλλου κόσμου.

Ο κυπριακός λαός είναι εγκλωβισμένος στον κύκλο των γενεών που θέλει τον χειραφετητικό αγώνα να φιλτράρεται απ’ την θεσμική κατοχύρωση των πολιτικών επιδιώξεων. Ο φορέας του αγώνα για λαϊκή εξουσία, δεν υφίσταται. Ο φορέας μιας ανεπίσημης έστω μαρξιστικής προβληματικής που αγγίζει κριτικά σημαντικά θεσμικά κατεστημένα, δεν υφίσταται. Ο φορέας ο οποίος ελέγχει την κίνηση των πολιτικών σχηματισμών ή ομάδων για τυχόν αμφισβήτησή του όχι μόνο υφίσταται αλλά έχει και όνομα, και λέγεται ΑΚΕΛ.

Η κοινωνική και πολιτική αναζήτηση μιας άλλης αριστεράς αλλά εντός της ίδιας θεσμικής ισχύος, αντιστοιχεί με το να διαβάζουμε παραψυχολογικά την πρωινή άμεση αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της συλλογιστικής μας. Με άλλα λόγια η ευτυχία της αλλαγής θα έρθει απο την βουλησιαρχική μας αμεσότητα να αναγνωρίζουμε όντας δυστυχισμένοι την φαντασιακή ευτυχία μας. Όλες οι προσπάθειες της αριστεράς να βρίσκει διεξόδους ανασυγκρότησης είτε με τις διαδικτυακές πλατφόρμες δημοκρατίας είτε με μια ιδεολογικο-εκπαιδευτική φαντασιακή φώτιση για ένα ταξικό ξημέρωμα πέφτουν στο πολιτικό κενό.

Αυτός που θέτει το ερώτημα του “τι κάνουμε” είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η αριστερά της Κύπρου έχει απαντήσει επανειλημμένα. Η σοσιαλδημοκρατία είναι η απάντηση της κυπριακής αριστεράς και των δορυφόρων της. Δεν μπορεί να το θέσει διαφορετικά και πιο ξεκάθαρα. Ως εκ τούτου, όσοι ελπίζουν σε μια ανασυγκροτημένη νέα τύπου αριστερά που θα ανοίξει τον δρόμο μιας κινηματικής λαϊκής εξέγερσης απλά εθελοτυφλούν στην παραίτηση της ακαδημαϊκής τους παρατηρητικότητας και στον διανοουμενισμό της φαντασιακής τους αλλαγής. 

Ποιά είναι λοιπόν η πρωτοπορεία εκείνη η οποία θα μπορούσε να θέσει μπροστά στο λαό τα κοινωνικά και πολιτικά εχέγγυα για να μπορεί ο λαός να βρίσκει ένα φορέα στον οποίο να μπορεί να βλέπει τον εαυτό του ως κοινωνικό υποκείμενο; Ποια πρωτοπορεία είναι εκείνη, αν όχι η κομμουνιστική πρωτοπορεία, που θα αμφισβητήσει την σοσιαλδημοκρατική κατάντια της δήθεν κυπριακής αριστερής πρωτοπορείας;

 

Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει

Αποσπάσματα ποιημάτων του Ν Καρούζου. Μια βαθιά ανάσα πριν ν’ αρχίσει η ναρκοθέτηση των εισηγητών της ταχείας αποκατάστασης για ένα όμορφο καλοκαίρι.

“Ο Μαρξ αποθυρώνει τον κύκλο – ο Νίτσε τον σπιτώνει. Τα φονικά λουτρά του Αγαμέμνονα και του Μαράτ δεν καταδέχονται φιλοσοφία – οπουδήποτε λάμπουν από λύσσα η Κλυταιμνή­στρα, η Charlotte (η μικρανιψιά του ποιητή Corneille, που εκτελέστηκε την ημέρα των γενεθλίων μου, 17 Ιουλίου). Στο χειρό­γραφο έβαλα φωτιά και έτσι κάηκε ολάκερη γνωσιμαχία. Κά­ποια σελίδα όμως τυχαία ολίσθησε στις φλόγες και μισογλίτωσε. Κι απ’ αυτήνε την καψαλισμένη σελίδα τώρα ξεκόβω λίγες άθλιες αλήθειες.

https://i0.wp.com/www.sigmalive.com/uploads/default/files/1576a78f7acbc1.jpg

“Οι αναστενάρηδες φωνάζουν, πατώντας απάνω στη φωτιά: Στάχτ’ να γέν’. Εμείς απ’ αλλού με άλλους όρους φωνάζουμε: Να μεγαλώνει,
η φωτιά να μεγαλώνει,
να γίνετ’ ολοένα ψηλότερη εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη.”

“Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο. Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
Στίχοι και στίχοι — λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο. Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα…”

“Χιλιάδες χρόνια έρημου νερού με συντροφεύουν
(ένα κουφάρι πεθαμένης μέλισσας
ανάλαφρο μέσ’ στο λιοπύρι) καθώς η νύχτα η αστραπομάτα χύνεται κάποτε στην πολύκροτη φωτιά στη μαύρη
νευροπάθεια
με στομωμένο κόκκινο ξηλώνοντας με φλόγες το σκοτάδι.”

“σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος
τον είδες; — πάει με το σάλιο ο γελοιοδέστατος να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.”

“… έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο- ρίξε κλαριά
κι άλλα κλαριά στην ανεξέλιχτη φωτιά
ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της
και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα. Η οπλή του Κενταύρου τα μεσάνυχτα
σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.
Είν’ ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου-
είν’ ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις. Το φως είναι μόνον εικόνισμα…”

“Θα πεθάνω ανατινάζοντας με νιτρογλυκερίνη τη Δραστηριότητα
στα δάση σας θα εγκαταλείψω ένα πύρινο όνομα να θρακιάζει
για να θυμόσαστε της άκαυτης φωτιάς την ισότητα για να βρυχιέται θαυμάσια ο χείμαρρος της Απουσίας.”

Κείθε θ’ ανάψουμε παλαιική φωτιά για να κάψουμε συμπεράσματα και θα ’ναι βαθιά ξεχασμένη η τηλεόραση.

“Το κάρβουνο που κοκκινίζει στη φωτιά την ιδέα του μαύρου δεν την αλλάζει.”

 

Εβραϊκά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κύπρο, 1946-1949

Το 1946 η δύσκολη μεταπολεμική εποχή έχει ήδη ξεκινήσει, με συμβατική αφετηρία τη Διάσκεψη του Πότσδαμ, ένα χρόνο πριν. Στη ρευστή ζώνη της Μέσης Ανατολής, η Κύπρος παραμένει βρετανική αποικία, ενώ στην υπό βρετανική κηδεμονία Παλαιστίνη η κατάσταση είναι έκρυθμη. Στο όνομα της ίδρυσης εβραϊκής εστίας στην αρχαία κοιτίδα τους, την οποία επαγγέλλεται το σιωνιστικό κίνημα, πολλοί Εβραίοι της διασποράς μετοικούν εκεί ήδη από δεκαετίες.

Στο στρατόπεδο λειτουργούσε και σχολείο για την κατάρτιση των νέων στην εβραϊκή κουλτούρα Στο στρατόπεδο λειτουργούσε και σχολείο για την κατάρτιση των νέων στην εβραϊκή κουλτούρα Η αραβική κοινότητα της περιοχής, ωστόσο, θεωρεί την εβραϊκή διείσδυση υπονομευτική για τη δική της παρουσία στην Παλαιστίνη. Προσπαθώντας να διατηρήσουν τις ισορροπίες, οι Βρετανοί παίρνουν μέτρα για να ανακόψουν την εβραϊκή μετοικεσία, εκδίδοντας -από το 1939- οδηγία η οποία προβλέπει αυστηρό περιορισμό των εβραϊκών αφίξεων στην περιοχή, και εποπτεύοντας στρατιωτικά τις ακτές της Παλαιστίνης.

Στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την κατάσταση, εμπλέκουν τελικά και την Κύπρο. Από τον Αύγουστο του 1946, συλλαμβάνουν τους Εβραίους πρόσφυγες που καταπλέουν στα νερά της Παλαιστίνης και τους οδηγούν στο νησί, όπου τους εγκαθιστούν προσωρινά σε υποτυπωδώς οργανωμένους και φρουρούμενους καταυλισμούς στην ανατολική του πλευρά, στις περιοχές του Καράολου στην Αμμόχωστο (θερινό στρατόπεδο) και της Δεκέλειας – Ξυλοτύμπου (χειμερινό στρατόπεδο).

Αμέσως σχεδόν διασαφηνίζεται το νομικό καθεστώς κράτησης με σχετική ανακοίνωση, η οποία δηλώνει ρητά και καθησυχαστικά: «Εις ουδένα εξ αυτών θα επιτραπή να καταστή κάτοικος της Κύπρου» («Ελευθερία», 13-8-1946)…

Οι πρώτοι πρόσφυγες

Οι πρώτοι Εβραίοι πρόσφυγες φτάνουν στο νησί στις 15 Αυγούστου 1946 με δύο ατμόπλοια που αγκυροβολούν έξω από το λιμάνι της Αμμοχώστου και αποβιβάζονται κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Παρά τις δοκιμασίες, το φρόνημά τους είναι ιδιαίτερα μαχητικό. Οι νεότεροι απ’ αυτούς φωνάζουν θαρραλέα αντιβρετανικά συνθήματα, που παραλληλίζουν τη βρετανική πολιτική με τη ναζιστική. Αλλοι επιδεικνύουν τις ανεξίτηλες σφραγίδες, τις οποίες απέκτησαν στα ναζιστικά στρατόπεδα -αδιάψευστη μαρτυρία των δεινών που προηγήθηκαν- και έπειτα δείχνουν προς την κατεύθυνση του νέου στρατοπέδου που τους περιμένει.

Μεταξύ των προσφύγων που οδηγούνται στην Κύπρο, υπάρχουν και αρκετοί Ελληνοεβραίοι. Ορισμένοι απ’ αυτούς δηλώνουν πως πολέμησαν στο Αλβανικό μέτωπο, ενώ μια μαυροφορεμένη γυναίκα αφηγείται ότι έχασε όλη την οικογένειά της στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ενώ η ίδια ήταν μεταξύ των γυναικών της Πίνδου που μετέφεραν τρόφιμα και πολεμοφόδια στους Ελληνες φαντάρους. Αν και υπερήφανοι για την ελληνική τους καταγωγή, παραμένουν, όπως και όλοι οι άλλοι, φανατικά προσανατολισμένοι στο όραμα της ίδρυσης του ισραηλινού κράτους: «Ως Ελληνες την καταγωγήν, είπον, έχουν ακμαίον το ηθικόν, το οποίον δεν κατόρθωσαν να λυγίσουν τα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, αλλά θ’ αγωνισθούν αδιαφορούντες προς τας θυσίας των, όπως επανέλθουν εις Παλαιστίνην […]» («Ελευθερία», 20-8-1946).

Παρά τις προσπάθειες να εξασφαλιστεί μια ικανοποιητική ποιότητα ζωής στους κρατούμενους Εβραίους, οι συνεχείς αφίξεις την υπονομεύουν διαρκώς. Αντί για 10.000, στα στρατόπεδα θα στρατωνιστούν τελικά 52.221 πρόσφυγες, αριθμός πενταπλάσιος σε σχέση με τις επίσημες προβλέψεις και διαβεβαιώσεις…. Η διοίκηση των στρατοπέδων ασκείται από Βρετανό στρατιωτικό διοικητή, για την ομαλότερη λειτουργία τους, όμως, και την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ κρατουμένων και Αρχών, συγκροτείται και Εβραϊκή Επιτροπή από τους ίδιους τους κρατούμενους, η οποία συνιστά ένα είδος αυτοδιοίκησης.

Για την κατασκευή των καταλυμάτων εργάστηκαν Βρετανοί στρατιώτες και Κύπριοι εργάτες. Μια μάλλον άκομψη πρόταση προς τους ίδιους τους Εβραίους πρόσφυγες να βοηθήσουν έναντι πληρωμής στην ανέγερση κατασκηνώσεων στο στρατόπεδο, έλαβε αμέσως την αποστομωτική απάντηση ότι αυτοί «[…] έχουν κτίση αρκετά στρατόπεδα εις ολόκληρον την Ευρώπην και ότι δεν επιθυμούν να ανεγείρουν και έτερον στρατόπεδον» («Ελευθερία», 31-8-1946). Το έργο συμπληρώνουν Γερμανοί αιχμάλωτοι, οι οποίοι μεταφέρονται στο νησί για να εκπληρώσουν κατά ιστορική ειρωνεία ακόμα μία φορά την ίδια αποστολή: να φτιάξουν νέα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μόλις πρόσφατα απελευθερωμένους Εβραίους, στο όνομα αυτή τη φορά των βρετανικών συμφερόντων. Η αντίδραση των κρατουμένων για την παρουσία και τον ρόλο των Γερμανών στη ζωή τους ακόμα μία φορά, είναι η αναμενόμενη. Ο πρόεδρος της Εβραϊκής Επιτροπής του στρατοπέδου δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι οι κρατούμενοι διατηρούν εξαιρετικά πικρές αναμνήσεις απ’ αυτούς και προειδοποιεί ότι αν τολμήσουν Γερμανοί αιχμάλωτοι να επισκεφθούν το στρατόπεδο θα εκτυλιχθούν εξαιρετικά δυσάρεστες σκηνές.

Αντιβρετανικές εξεγέρσεις

Η απογοήτευση των Εβραίων προσφύγων που βλέπουν να ακυρώνεται το όνειρο της εγκατάστασης στην Παλαιστίνη, οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης και ο αυταρχισμός των Βρετανών, προκαλούν από την πρώτη στιγμή ξεσπάσματα που συχνά παίρνουν διαστάσεις εξέγερσης με αιματηρά αποτελέσματα. Σποραδικά επεισόδια και απεργίες πείνας σημειώνονται συχνά, ενώ σύμφωνα με την εφημερίδα «Ελευθερία», 1.809 Εβραίοι δραπέτευσαν συνολικά από τα στρατόπεδα, κατά τα δυόμισι χρόνια λειτουργίας τους, καταφεύγοντας στην Παλαιστίνη.

Οταν διαφάνηκε ότι η Κύπρος θα λειτουργήσει πράγματι ως σταθμός υποδοχής των Εβραίων προσφύγων, εκδηλώθηκαν και οι πρώτες αντιδράσεις των ντόπιων μαζικών φορέων (συνδικαλιστικών οργανώσεων, δήμων κ.ά.). Ολες σχεδόν διαπνέονται από ανησυχία για τις επιπτώσεις που θα έχει στο επίπεδο ζωής των ήδη δεινοπαθούντων Κυπρίων η παραμονή και σίτιση των προσφύγων. Οι ανησυχίες των ντόπιων ενισχύονται από την αβεβαιότητα για το αν η εγκατάσταση των Εβραίων είναι προσωρινή ή μόνιμη. Η τελευταία πιθανότητα συνεπαγόταν τον κίνδυνο μελλοντικής αλλοίωσης του δημογραφικού, γεγονός που θα μπορούσε να δυσχεράνει την επίτευξη του ενωτικού στόχου (η Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα υπήρξε μαχητική επιδίωξη του ελληνοκυπριακού εθνικού κινήματος ήδη από τον 19ο αι.). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δηλώσεις του Τοποτηρητή της Εκκλησίας της Κύπρου Λεόντιου, ο οποίος δηλώνει πως η κυπριακή γη είναι προορισμένη ιστορικά να δεχτεί Ελληνες και όχι Εβραίους, οι οποίοι έχουν πατρίδα την Παλαιστίνη, και ότι «[…] είναι δίκαιον εκάστη χώρα να ανήκη εις τα τέκνα της» («Ελευθερία», 17-8-1946).

Απουσία αντισημιτισμού

Σε καμιά, ωστόσο, από τις τοποθετήσεις δεν διαφαίνονται αντισημιτικές προκαταλήψεις. Εξάλλου, οι Βρετανοί είναι κοινό εμπόδιο στις εθνικές επιδιώξεις τόσο των Εβραίων όσο και των Κυπρίων. Επομένως, εκτός από τα αισθήματα συμπόνιας απέναντι στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, στην τοπική κοινωνία είναι αναπόφευκτο να αναπτυχθούν και αισθήματα κατανόησης απέναντί τους. Τα αυθόρμητα αισθήματα συμπάθειας του κυπριακού λαού, που συχνά θα πάρουν τη μορφή έμπρακτης αλληλεγγύης, εισπράχθηκαν με ευγνωμοσύνη από τους αποδέκτες τους και ανταποδόθηκαν με θέρμη. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι Εβραίοι μετανάστες στηρίχτηκαν σ’ αυτά προκειμένου να αποκτήσουν συμμάχους στον αγώνα τους για εγκατάσταση στην Παλαιστίνη, να υπομείνουν την αναγκαστική κράτηση ή να αποδράσουν απ’ αυτήν.

Στη στήριξη των εκτοπισμένων Εβραίων στην Κύπρο, αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η Αμερικανοεβραϊκή Κοινή Επιτροπή Διανομής (JDC). Το δίκτυό της καταγράφει ή και προβλέπει πάσης φύσεως ανάγκες τους και τους στηρίζει τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εκτός από τις κοινωνικές υπηρεσίες που τους προσφέρει, αποτελεί γι’ αυτούς έναν ομφάλιο λώρο που τους συνδέει με το εβραϊκό κίνημα ανά τον κόσμο. Και οι βρετανικές Αρχές, ωστόσο, εξυπηρετήθηκαν από το άρτιο δίκτυο κοινωνικής δράσης και προσφοράς της, αφού η JDC επωμίστηκε μέρος των δαπανών που απαιτήθηκαν για τη συντήρηση των κρατουμένων. Αλληλέγγυα στάθηκε, επίσης, απέναντι στους δεινοπαθούντες ομοφύλους της και η τοπική εβραϊκή κοινότητα, η οποία αριθμούσε τότε περίπου εκατό μέλη. Με την άφιξη των πρώτων προσφύγων, αποστέλλει αμέσως στο στρατόπεδο «μέγα δέμα, περιέχον διάφορα γλυκίσματα διά τα παιδιά» («Ελευθερία», 18-8-1946).

Εντός των στρατοπέδων η κοινωνική ζωή οργανώνεται υποδειγματικά. Διεξάγονται αθλητικές δραστηριότητες, γίνονται γάμοι, γεννήσεις και κηδείες, λειτουργούν σχολεία που μετατρέπουν τον χώρο κράτησης των παράνομων μεταναστών σε χώρο κατάρτισης των νεαρών Εβραίων πάνω στην κοινή εβραϊκή κουλτούρα. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για έναν πληθυσμό ετερόκλητο ως προς την ιδιαίτερη καταγωγή, το δόγμα και τις πολιτικές πεποιθήσεις, η ζωή στα στρατόπεδα θα σφυρηλατήσει δεσμούς ενότητας και θα ενισχύσει τη δημιουργία κοινής εθνικής συνείδησης.

Με την κατάθεση της εντολής από τη Μεγάλη Βρετανία και τη σύσταση του κράτους του Ισραήλ, το Μάιο του 1948, η ύπαρξη των στρατοπέδων στην Κύπρο δεν έχει νόημα και γίνονται σκέψεις για μαζική μεταφορά των εκτοπισμένων στην Παλαιστίνη. Θα χρειαστούν ακόμα μερικοί μήνες, αλλά στις 9 Φεβρουαρίου 1949 τα στρατόπεδα κράτησης στην Κύπρο θα αδειάσουν οριστικά. Εφοδιασμένοι με μια ακόμα πικρή μνήμη, οι τρόφιμοί τους φεύγουν από το νησί ως δεσμώτες των Βρετανών και φτάνουν στη γη της Παλαιστίνης ως πολίτες του Ισραήλ.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΕΛΙΩΤΗ: Φιλόλογος, μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας με ειδίκευση στη θεωρία, πράξη και αξιολόγηση της διδασκαλίας. Θέμα της διπλωματικής της διατριβής είναι «Η εικόνα των ευρωπαϊκών λαών στα εγχειρίδια νεότερης και σύγχρονης ιστορίας μέσης εκπαίδευσης»

ΑΚΕΛ: οπορτουνιστική αποφόρτιση

Τα δημοκρατικά ανοίγματα του ΑΚΕΛ, μετά τις εκλογές, περί της δυνατότητας να εκφραστούν όλοι και όλες όσον αφορά την πορεία του κόμματος, εκ πρώτης όψεως φαίνεται μια δημοκρατική προοδευτική κίνηση. Εντούτοις, ταυτόχρονα, ελλοχεύει να διατηρηθεί η ταξική ακινησία.

Πιο συγκεκριμένα λοιπόν το ΑΚΕΛ φαίνεται να θεματοποιεί την σχέση της ηγεσίας με φίλους του κόμματος και σε όσους ψηφοφόρους δεν ψήφισαν το κόμμα και γενικότερα απευθύνεται σε πολίτες που θέλουν να μεταφέρουν τις θέσεις τους για την πορεία του ΑΚΕΛ.

Η απόφαση αυτή του κόμματος σίγουρα δεν γεννήθηκε μετά το πέρας των εκλογών. Η απόφαση αυτή ήταν και είναι το σχέδιο Β μιας επικείμενης ήττας του ΑΚΕΛ στις εκλογές. Το ΑΚΕΛ πολύ πιθανόν να έχει εις γνώση του την ήττα του πριν ακόμα τις εκλογές. Λόγω όμως του οπορτουνιστικού του χαρακτήρα δεν μπορούσε να ληφθεί για παράδειγμα η απόφαση του ανοιχτού επικοινωνιακού διαλόγου πριν τις εκλογές και εν μέσω τελευταίου συνεδρίου έτσι ώστε το “νέο ΑΚΕΛ “να πορευτεί συλλογικά με τις αποφάσεις που θα λάμβανε. Ο οπορτουνισμός έγκειται συν τοις άλλοις στην στρατηγική του να αλλάζει κάθε φορά η πορεία αφού η εκλογική διαδικασία δεν του έκανε την χάρη να γίνει ο διαχειριστής του καπιταλιστικού συστήματος. Αν δηλαδή μετά την εκλογική διαδικασία έβρισκε το ΑΚΕΛ όχι τόσο στενάχωρα στο πολιτικό στερέωμα θα λάμβανε επίσης τις ίδιες αποφάσεις περί του τι μέλλει γενέσθαι;

Όσον αφορά την απόφαση του ανοικτού επικοινωνιακού διαλόγου με φίλους και γνωστούς έχω την πεποίθηση ότι αυτή έγκειται πραγματικά σε μια οπορτουνιστική τακτική. Δημιουργεί διόδους επικοινωνίας οι οποίες ενδέχεται να στοχεύουν στην αποφόρτιση των ταξικών ενστίκτων του λαού τα οποία το ΑΚΕΛ βλέπει να σχηματίζονται σταδιακά και ως συνεπακόλουθο να το απειλούν.

Τι θα έχει ως στόχο άραγε όλη αυτή η ανοικτή επικοινωνιακή πλατφόρμα που θα δημιουργήσει το ΑΚΕΛ; Θα είναι άραγε η αποτίναξη του οπορτουνισμού εν μια νυκτί ή θα έχει ως στόχο την αποφόρτιση των θυμωμένων ψηφοφόρων σε μια κούρσα συσπείρωσης για τον επικείμενο προεδρικό θώκο;

Τεύκρος Ανθίας: “Ελέησόν με, άγιε Σατάν” αιώνιε Διαφορετικέ

Το ποίημα “Προσευχή” είναι το πρώτο από τη συλλογή του Τεύκρου Ανθία: “Άγιε Σατάν ελέησόν με” γραμμένο το 1930. Η πρώτη έκδοση των ποιημάτων έγινε στην Αθήνα το 1930 και η δεύτερη έκδοση στην Κύπρο το 1942.

Προσευχή

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου…

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.

image

Η πρώτη στροφή του ποιήματος μας μεταφέρει χωρίς εισαγωγικές προφάσεις κοινωνικής διαγωγής και χωρίς καμία μεταφυσική εποπτεία των οιστρογόνων ποιητικών ευαισθησιών, στην κόλαση. Η κόλαση του Ανθία και συγκεκριμένα του ποιήματος δεν ταυτίζεται και δεν σχετίζεται με την κόλαση που κατοικεί η χριαστιανική αμαρτία. Η κόλαση εδώ δεν έχει ούτε θρησκευτικό περιεχόμενο, ούτε την πολυπόθητη υπερβατική ασφάλεια αλλά ούτε καμιά υπερβατολογική αρχή.

Η κόλαση του Ανθία ή η κόλαση του 1930 είναι η κόλαση της πείνας δηλαδή “της κοιλιάς μου το γουργουρητό” ή τα “έντερα” που γίνονται μουσικά όργανα τα οποία βρίσκονται σε μόνιμο allegro και σε συνεχές tremolo. Αυτό το “γουργουρητό” λοιπόν είναι η κόλαση της οποίας γινόμαστε θεατές. Το “γουργουρητό” αυτό είναι το “γουργουρητό” το οποίο μοιράζεται μια ολόκληρη κυπριακή κοινωνική πραγματικότητα όπως επίσης και η διαλυμένη τότε όπως και τώρα δυτική πολιτική οικονομία. Τα όνειρα σε μια τέτοια εκμεταλλευτική κοινωνική πραγματικότητα γίνονται “μέγαιρες” που γελούν.

Η δεύτερη στροφή του ποιήματος εκφράζει το μεγάλο άλμα της προόδου της ανθρωπότητας που καταφέρνει από ζώο να γίνει άνθρωπος. Ο ποιητής όμως φτάνει δυστυχώς την ιστορική πραγματικότητα η οποία αφήνεται ο άνθρωπος να γίνεται και πάλι ζώο: “Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.”

Τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται και πάλι ζώο; Για τον ποιητή ειναι ξεκάθαρο επειδή ακριβώς:

“δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του…”.

Ο ποιητής στην δεύτερη στροφή μας βουλιάζει στο λήθαργο της εκμετάλλευσης και της σκλαβιάς. Η ανελευθερία και η κτηνώδης ζωή του εργάτη είναι το μοναδικό βίωμα του ανθρώπου που ούτε καν σαν ζώο δεν μπορεί να βοσκήσει:

“που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει…”.

Με τον πρώτο στίχο της τρίτης στροφής ο ποιητής αναμεταθέτει την πραγματική κόλαση του “γουργουρητού” και των “μουσικών εντέρων” ονομάζοντάς την τελικά ως “κόλαση”:

“Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή”.

Με την επιλογή “πνίγοντας” ο ποιητής μας προϊδεάζει για τον επόμενο κιόλας στίχο.

Αυτή η ξαφνικότητα των μεταβάσεων της διάρρηξης της πραγματικότητας διακρίνεται σε όλο το φάσμα της ποίησης του Ανθία. Η αμεσότητα της ποίησης του Ανθία δεν έγκειται στην μυστηριακού τύπου διαδικασία διευθέτησης του κόσμου αλλά γίνεται η διαλεκτική διαμεσολαβητική ενέδρα από την οποία εκτοξεύει την πολεμική του δράση. Ως εκ τούτου δεν διακρίνεται πουθενά κανένα επιτηδευμένο φτιασίδωμα στην ποιητική του παραγωγή κι ούτε επίσης καμιά υπεραξιακή παραγωγή λόγου.

Ας επιστρέψουμε όμως στην τρίτη στροφή και στην ανάδειξη της υπομονής:

“Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω…”. Η συγκεκριμένη υπομονή είναι παράγωγο της ταξικής του ύπαρξης. Μια τέτοια υπομονή διακατέχεται από αγωνιστική πάλη και χειραφετητική προοπτική και όχι απο την υπομονή η οποία απαντάει στην εκδικητική παντοδυναμία της Δευτέρας Παρουσίας. Όταν λοιπόν φτάσει η επαναστατική πράξη τότε ο ποιητής θα μπορέσει δικαίως και προπαντός νικητής να ξεχυθεί “μέσα στο φως, μες τη χαρά” και θα δεί
“μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη”.

Τέλος, με την τρίτη στροφή ο ποιητής απαντάει στο τι θ’ απογίνει ο εργάτης αν σταματούσαν να τον “σφίγγουν οι αλυσίδες του”. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: δεν έχουν να χάσουν τίποτα εκτός από τις αλυσίδες τους.

Με την τέταρτη και τελευταία στροφή ο ποιητής εισάγει το στοιχείο εκείνο με το οποίο συνίσταται η κόλαση. Η φωτιά θα ρημάξει κυριολεκτικά την αιτία που δημιουργεί το δάκρυ, τον πόνο και την μιζέρια και έτσι θα διατηρηθούν “λαμπρά τ΄αστέρια [που] θα οργιάζουν μες το φως”.

Οι τελευταίοι δυο στίχοι του ποιήματος:

“Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου”,

όπως και ο πρώτος στίχος: “Ελέησόν με, άγιε Σατάν…”, ο ποιητής επικαλείται τον διάβολο. Ένα διάβολο ο οποίος εξαιρείται από την χριστιανική κοσμικότητα αποδιοργανώνοντας τον μεταφυσικό “υλισμό” της χριστιανοσύνης. Ο διάβολος του Ανθία έχει όνομα, είναι ο ίδιος ο διάβολος του Ρεμπώ που “στοιχειό δεν είναι, μήτε φάντασμα” αλλά και ο ίδιος ο διάβολος που βρίσκει κανείς στον Πεσσόα στο βιβλίο του “Η ώρα του διαβόλου”:

Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ’ αλήθεια ο Διάβολος, και γι’ αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι’ αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα προσέβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο“.

Ο Σατανάς στον οποίο επικαλείται ο εργάτης να οδηγεί τα βήματά του είναι αυτός ο Σατανάς που μιλάει και ταυτοποιείται:

Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχω — ούτε εγώ, ούτε τίποτε άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και όλα τα άλλα σύμπαντα, με τους διαφορετικούς Δημιουργούς τους και τους διαφορετικούς Σατανάδες τους λιγότερο ή περισσότερο τέλειους και εκπαιδευμένους— είναι κενά μέσα στο κενό, ανυπαρξίες που περιφέρονται, δορυφόροι στην ανώφελη τροχιά του τίποτα“.

Ο Σατανάς του Ανθία είναι εξαιρετική αλήθεια μιας ρήξης με την καθεστωτική αμηχανία ενός πολιτικού κόσμου που θέλει μια κλούβια ενωτική αμβροσία. Αυτό το δηλητήριο λοιπόν της δυτικής ισότιμης εκμετάλλευσης γίνεται για τον Σατανά του Ανθία και του Πεσσόα η αιώνια αλήθεια του “έξω”. Να πως το εκφράζει ο Σατανάς τον ευατό του:

Είμαι ο αιώνιος Διαφορετικός, ο αιώνιος Αναβληθείς, ο αιώνιος Πλεονάζων της Αβύσσου. Βρέθηκα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν από τον Κόσμο. Η παρουσία μου στον κόσμο αυτόν είναι η παρουσία εκείνου που ήρθε απρόσκλητος. Κουβαλάω μνήμες πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν αλλά που προορίζονταν για να υπάρξουν“.

“τώρα που γέρασε ο Θεός” γράφει ο Ανθίας. Εξαιρετική και αυτή η αλήθεια του ποιητή η οποία αμφισβητεί την όποια Νιτσεϊκή αιωνιότητα ενός ζώντος θεϊκού θανάτου. Ο Θεός στον Ανθία δεν πεθαίνει αλλά γερνάει. Ο Ανθίας μέσα από το ποίημα του φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ότι ο θάνατος του Θεού σημαίνει θάνατος της Ιδέας. Επικαλείται λοιπόν ένα διάβολο που θα τον οδηγήσει στην διαλεκτική άρνηση της συλλογικής νικηφόρας χειράφετησης. Μόνο με μια τέτοια αρνητική διαλεκτική μπορούμε να τον πεθαίνουμε αλλά και ζωντανεύοντάς τον να τον παιδεύουμε. Ο Θεός δεν γίνεται πλέον η γέρικη αδιαμεσολάβητη σχέση αλλά η διαμεσολαβημένη συγκεκριμενοποίηση. Ο Θεός γίνεται ορατός, άρα προσβάσιμος, άρα ελέγξιμος.

“Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου”.

Με αυτό τελειώνει η προσευχή του Ανθία και κάθε Ανθία που βιώνει την εκμετάλλευση και την πλήξη της αποξένωσης. “φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει” λέει ο ποιητής όπως ακριβώς επικαλείται την διαβολική φωτιά και ένας άλλος ποιητής, ο Ρεμπώ:

“Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ ́ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι. Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους”.