Category Archives: Εργατική Τάξη

Νυχτολόγιο 4

Τι είναι η Ενότητα των Αντιθέτων;

Μια προσπάθεια πρώτης κατανόησης της διαλεκτικής κίνησης της Ενότητας των Αντιθέτων σε γράφημα:

Screen Shot 2016-07-10 at 02.35.17

Εδώ το pdf

Advertisements

Οι ψείρες της Κυπριακής αριστερής πρωτοπορείας

Η κινούμενη άμμος της Κυπριακής αριστεράς είναι η αριστερά που σε βουλιάζει, αφού επιλέξεις να γευτείς το μητρικό της γάλα. Σ’ αναθεματίζει στην μικροαστική συνειδησιακή υπο-ορθόδοξη μαρξιστική αντίληψη μιας παθητικής αναμονής στο μοιραίο και στην υπεραισιόδοξη ελαφρότητα της πετυχημένης αναγνωρισιμότητας.

Οι κύπριοι αριστεροί δεν είναι η κυπριακή αριστερά αλλά η τελευταία στιγματίζει τους πρώτους σαν την ζέση μιας απειλητικής αναγκαστικής ηλιοφάνειας. Η θεσμική κυπριακή αριστερά και οι κάθε λογής πρωτοπόροι δορυφόροι της χαρακτηρίζονται από την μικροαστική αυτοδυναμία του πολιτικά ορθού. Οικειοποιούνται τους αγώνες τις ιστορίας σαν μια μυθολογική αλήθεια που δεν πρόκειται να εισχωρήσει ποτέ ως πραγματικότητα στο πραγματικό. Η απόσταση του κύπριου αριστερού από την κυπριακή πρωτοπόρα αριστερά είναι τόσο βαθιά όσο η πληγή της αριστεράς που προκλήθηκε από την σοσιαλδημοκρατική ψείρα. Η κυπριακή αριστερά έχει εθιστεί στην υπερδιέγερση του κνησμού. Οι ψείρες εναποθέτουν την ιστορική ασφάλεια μιας πολιτικής μηχανής από την οποία θα παράγεται από την μια ο σχεδόν οργασμικός κνησμός και από την άλλη η παραγωγή της ψείρας. Η Κυπριακή αριστερή πρωτοπορεία καταφέρνει με επιτυχία να διαιωνίζει τον πολιτικό κνησμό, αφού προκαλεί το θεμιτό αποτέλεσμα της μη απειλούμενης διατήρησης στην πολιτική σκηνή των τεχνιτών κεφαλαιοκρατικών σεναρίων.

Η πολιτική λειτουργία της κυπριακής αριστεράς έγκειται στην αντι-διαλεκτική σχέση μιας παραγωγικής διαδικασίας ανακυκλωμένου προγράμματος αρχίζοντας και τελειώνοντας στο ίδιο σημείο. Ο σκοπός είναι λοιπόν το πολιτικά ευδιάκριτο της σοσιαλδημοκρατικής συνέχισης ως της μόνης αριστεράς. Η τυποποιημένη, με άλλα λόγια, ικανοποίηση με το να υπάρχει ως θεσμικό όργανο στον καπιταλιστικό παράδεισο. Το να διατηρείται η παρουσία στον πολιτικό χώρο είναι και το ζητούμενο για τον σοσιαλδημοκρατικό τρόπο πολιτικοποίησης.

Η μεταμοντέρνα κυπριακή αριστεροσύνη ή καλύτερα η μεταμοντέρνα ριζοσπαστική αριστερά εκφράζεται στην Κύπρο με πολλούς τρόπους αλλά πάντα κάτω από την αγκαλιά της θεσμοθετημένης κρατικής εξουσίας. Η κυπριακή αριστερά έχει αγαπήσει και αγαπάει τόσο τον μαρξισμό/λενινισμό όσο που η ιδεολογική πρακτικότητά του γίνεται το τυράκι που μόλις φαγώθηκε από το ποντίκι.

Η ρεαλιστικότητα της αριστεράς έγκειται στο ότι αφού το τυρί πάει πέταξε, το μόνο που μένει είναι ο συνειδησιακός αυνανισμός ως η ερασιτεχνική επαναληπτικότητα ενός σκληρού και συνάμα κρυφού παιχνιδιού ως το καμάρι της προοδευτικής σκέψης.

Η μικροαστική ασφάλεια του σπιτιού, μιας άκρως δελεαστικής τιμής, γίνεται η αιώνια στιγμή της ζωής. Πρέπει πρώτα να μπούν τα πράγματα στην θέση τους. Να φτιάξει η κατάσταση, και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες πάμε να βρούμε το επαναστατικό κίνημα που δεν έχει σημασία αν δεν υφίσταται.

Το ζητούμενο για την μεταμοντέρνα επαναστατική σκέψη είναι η πετυχημένη αξιοποίηση της συγκεκριμένης φρασεολογίας απλά για να μη χάνεται η αγαπημένη αφηρημένη σύγκλιση των εννοιών με την ενημερωμένη και σύγχρονη ακαδημαϊκή κοινότητα των συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική πράξη ενός άλλου κόσμου.

Ο κυπριακός λαός είναι εγκλωβισμένος στον κύκλο των γενεών που θέλει τον χειραφετητικό αγώνα να φιλτράρεται απ’ την θεσμική κατοχύρωση των πολιτικών επιδιώξεων. Ο φορέας του αγώνα για λαϊκή εξουσία, δεν υφίσταται. Ο φορέας μιας ανεπίσημης έστω μαρξιστικής προβληματικής που αγγίζει κριτικά σημαντικά θεσμικά κατεστημένα, δεν υφίσταται. Ο φορέας ο οποίος ελέγχει την κίνηση των πολιτικών σχηματισμών ή ομάδων για τυχόν αμφισβήτησή του όχι μόνο υφίσταται αλλά έχει και όνομα, και λέγεται ΑΚΕΛ.

Η κοινωνική και πολιτική αναζήτηση μιας άλλης αριστεράς αλλά εντός της ίδιας θεσμικής ισχύος, αντιστοιχεί με το να διαβάζουμε παραψυχολογικά την πρωινή άμεση αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της συλλογιστικής μας. Με άλλα λόγια η ευτυχία της αλλαγής θα έρθει απο την βουλησιαρχική μας αμεσότητα να αναγνωρίζουμε όντας δυστυχισμένοι την φαντασιακή ευτυχία μας. Όλες οι προσπάθειες της αριστεράς να βρίσκει διεξόδους ανασυγκρότησης είτε με τις διαδικτυακές πλατφόρμες δημοκρατίας είτε με μια ιδεολογικο-εκπαιδευτική φαντασιακή φώτιση για ένα ταξικό ξημέρωμα πέφτουν στο πολιτικό κενό.

Αυτός που θέτει το ερώτημα του “τι κάνουμε” είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η αριστερά της Κύπρου έχει απαντήσει επανειλημμένα. Η σοσιαλδημοκρατία είναι η απάντηση της κυπριακής αριστεράς και των δορυφόρων της. Δεν μπορεί να το θέσει διαφορετικά και πιο ξεκάθαρα. Ως εκ τούτου, όσοι ελπίζουν σε μια ανασυγκροτημένη νέα τύπου αριστερά που θα ανοίξει τον δρόμο μιας κινηματικής λαϊκής εξέγερσης απλά εθελοτυφλούν στην παραίτηση της ακαδημαϊκής τους παρατηρητικότητας και στον διανοουμενισμό της φαντασιακής τους αλλαγής. 

Ποιά είναι λοιπόν η πρωτοπορεία εκείνη η οποία θα μπορούσε να θέσει μπροστά στο λαό τα κοινωνικά και πολιτικά εχέγγυα για να μπορεί ο λαός να βρίσκει ένα φορέα στον οποίο να μπορεί να βλέπει τον εαυτό του ως κοινωνικό υποκείμενο; Ποια πρωτοπορεία είναι εκείνη, αν όχι η κομμουνιστική πρωτοπορεία, που θα αμφισβητήσει την σοσιαλδημοκρατική κατάντια της δήθεν κυπριακής αριστερής πρωτοπορείας;

 

Brexit και η δικτατορία του προλεταριάτου

Η απόγνωση και η δυσαρέσκεια του βρετανικού λαού, μπροστά στην λαίλαπα της απατηλής Ευρωπαϊκής Ιδέας και της αντιλαϊκής πολιτικής της, είχε γίνει για τον λαό ένας κοινωνικοπολιτικός βραχνάς. Ο λαός ήθελε και θέλει κάτι “άλλο” αλλά αυτό το “άλλο” δεν είναι εδώ ούτε με συγκεκριμένη πολιτική μορφή και ούτε με οργανωμένη ταξική συγκρότηση.

Brexit και εθνικισμός

Απ’ το προχθεσινό Brexit προκλήθηκε ένα πολιτικό κενό στην καρδιά της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη Βρετανία την “ιδέα” εξόδου την είχε ρητορικά καρπωθεί ο εθνικισμός. Η ιδέα όμως δεν προσδιορίζεται από το περιεχόμενο της πραγματικότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση η ρητορικά εθνικιστική ιδέα του Brexit έγκειται στη κενού περιεχομένου σύσταση της ιδέας του, άρα και μιας αφηρημένης πραγματικότητας. Το Brexit δεν είναι εθνικιστικό αίτημα αλλά η δημοψηφική έκφραση του λαού για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο εθνικισμός υπάρχει στην Βρετανία και η διατήρηση του έγκειται στον ευρωσκεπτικισμό του και στις εθνικιστικές πεποιθήσεις του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει τον εθνικισμό και μέσα από τον ευρωσκεπτικισμό η Ένωση ενδυναμώνεται. Ο ευρωσκεπτικισμός έχει εθνικιστικές, ρατσιστικές και φασιστικές αντιλήψεις αλλά δεν είναι αντιτιθέμενες οντότητες με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει υλικά αλλά και πολιτικά/θεσμικά τον εθνικισμό και το φασισμό. Οποιαδήποτε μορφή ευρωσκεπτικισμού που εκφράζει ο εθνικισμός δεν έγκειται σε τίποτε άλλο παρά σ’ ένα ευρωπαϊκό μανδύα προπαγανδιστικού περιεχομένου ώστε ν’ αποπροσανατολίζει την εγχώρια οργάνωση της εργατικής τάξης και μιας οργανωμένης διεθνιστικής κομμουνιστικής προοπτικής. Ο αντι-κομμουνισμός της ΕΕ είναι θεσμική πλέον διαδικασία που συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των ευρωπαϊκών αξιών και της ελευθερίας.

 

Bremain και άγιος ο Θεός

Από την άλλη ένα Bremain υποσχόταν την ασφάλεια μιας ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα διατηρούσε την απραξία και την μίζερη αποδοχή μιας κοινής στέγης. Ενός κοινού οικοδομήματος για το οποίο δεν θα επιτρεπόταν σε κανένα να το θέτει υπό αμφισβήτηση. Τα αντεργατικά/αντιλαϊκά μέτρα θα συνέχιζαν ως ο καλύτερος κοινωνικοπολιτικός τρόπος κοινωνικής επιβίωσης. Η εναλλακτική πολιτικοοικονομική πρακτική αρχίζει και τελειώνει στην επιτρεπόμενη πολιτικά αριστερή σοσιαλδημοκρατία.

 

Brexit και δικτατορία του προλεταριάτου

Το πολιτικό και κοινωνικό σοκ που προέκυψε με το αποτέλεσμα του Brexit γίνεται η απόδειξη ότι ακόμα και ο λαός, για ένα μέρος του συνειδητά, και για κάποιο άλλο ενστικτωδώς, αναγνώρισε το πολιτικό/ιστορικό κενό της εποχής. Ο λαός ανέμενε ενστικτωδώς μετά το Brexit μια εναλλακτική, άμεση κινητικότητα αλλά καμιά φωνή, καμιά ακρόαση, καμιά πρόταση. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το Brexit δεν εκφράζει καμιά λύση κανενός προβλήματος. Αυτό το οποίο εμφανίζεται από το Brexit είναι η ανάγκη ενός ιστορικού συμβάντος. Με άλλα λόγια γίνεται φανερό το πραγματολογικό ιστορικό θραύσμα ως κενό αλλά ταυτόχρονα η ανάγκη της συγκεκριμένης λαϊκής/εργατικής ιστορικής διαμεσολαβημένης αναγκαιότητας. Το αναγκαίο ιστορικά προλεταριάτο πρέπει να απαντήσει και να προσδιορίσει το ιστορικό κενό που προέκυψε. Το κομμουνιστικό κίνημα είναι το πολιτικό ταξικό εγχείρημα που ο λαός ενστικτωδώς απαιτεί. Το πολιτικό και κοινωνικό επιθυμητικό διακινείται αυθορμήτως και άμορφα όταν δεν το έχει μπροστά στα μάτια του ως επιλογή. Εδώ έγκειται και η ανάγκη των Κομμουνιστικών Κομμάτων, κινημάτων να λάβουν δράση. Το Brexit δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως κατάσταση εξαίρεσης εντός των πλαισίων των αστικών ορίων. Κατάσταση εξαίρεσης θα ήταν μόνο εάν η εργατική τάξη μπορούσε να οργανωθεί και εκμεταλλευτεί αυτό το ιστορικό/πολιτικό κενό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επιβάλει την δικτατορία της.

 

Το κυνήγι των ευθυνών

Το κυνήγι των ευθυνών για το Brexit κινείται ήδη σε μια μιντιακή ρητορεία για το ποιος ευθύνεται για την αναστάτωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την μια οι διανοούμενοι “επαναστατικοί” κύκλοι της Ένωσης προσδίδουν ευθύνες στην ακαδημία, δηλαδή στους διανοούμενους, σαν να η ακαδημία να ξέχασε το ταξικό της πρόταγμα ως τάχα μου οργανωμένο ταξικό σύνολο και να γελάστηκε στην δίνη μιας φαρσοκωμωδίας. Δεν αναγνωρίζεται ότι δεν είναι παρά ένας μηχανισμός της Νέας Αριστεράς από την δεκαετία του 60′ που αλλάζει κάθε φορά την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική του φύση υπέρ της αστικής τάξης. Ευθύνες επίσης προσδίδονται στην υπό έκπληξη ανοργάνωτη Ευρωπαϊκή Αριστερά ή στην Βρετανική Αριστερά. Δεν θυμούνται ότι μέχρι τώρα οι ίδιοι οι αριστεροί της Δύσης έψαχναν μέσα στα σκονισμένα δεφτέρια τα οντολογικά αφηρημένα αιτία της παρακμής τους. Μετά προσδίδονται ευθύνες στους ηλικιωμένους, στον εθνικισμό, στην επιθυμία. Παντού ευθύνες. Η υπερ-ευθυνολογία λοιπόν γίνεται το πρώτο στρώμα ενός αντι-δραστικού δημοσιογραφικού λαβυρίνθου. Το να αναζητούνται οι αιτίες ενός Brexit διακρίνεται ο πραγματολογικός πολιτικοκοινωνικός αστικός μηχανισμός να καλύψει με σύννεφα τον ουρανό που έριξε ένα κεραυνό εν αιθρία. Η απαραίτητη ανάγκη της πιο βαριάς ευθύνης είναι ένας ακόμα μηχανισμός άμυνας για την επιστροφή στην ασφάλεια της κοινής Ευρωπαϊκής στέγης μπροστά στην ζαλάδα του πολιτικού κενού της εποχής. Η απάντηση λοιπόν στους ευθυνολάτρεις διανοούμενους, δημοσιογράφους και αστούς πολιτικούς θα την δώσει μόνο αν ενδυναμωθεί μια ταξική/αντι-ιμπεριαλιστική πάλη. Μόνο έτσι κλείνει αυτό το κενό, με την διαμεσολαβημένη αμεσότητα του δραστικού και έμπρακτου κομμουνιστικού προτάγματος που θα δώσει τελικά στην ακαδημία το μάθημα που πρέπει να πάρει.

 

Σοσιαλδημοκρατία και η επαναθεμελιωμένη ΕΕ

Το συγκεκριμένο κενό πολιτικής που δημιουργείται με το Brexit δεν θα κινητοποιήσει θετικά τίποτε για το συμφέρον του λαού παρά θα συνεχίσει την ταξική πολιτική των αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων και την εκμεταλλευτική πολιτική της αστικής τάξης έναντι της εργατικής. Τα Σοσιαλδημοκρατικά αριστερά σχήματα και κόμματα με τις πολιτικές που πρεσβεύουν γίνονται τ’ αρπαχτικά, τα οποία ήδη προσπαθούν να προσδώσουν στο Brexit είτε ένα εθνικιστικό παραλήρημα είτε μια αφηρημένη αιτιολογία με σκοπό να αποπροσανατολίζουν τον λαό προς την λαϊκή/εργατική οργάνωση και εξέγερση. Οι νεκρές αφηρημένες αναλύσεις της σοσιαλδημοκρατίας αρχίζουν ήδη να γεμίζουν το πολιτικό κενό με παράταση της δράσης και μιας θριαμβευτικής επανέναρξης μιας άλλης δημοκρατικής, δίκαιης και επαναθεμελιωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης.

H ταξική πάλη στην Γαλλία

Το Γαλλικό «παράδοξο»

Παρακολουθούμε τους δύο τελευταίους μήνες στην Γαλλία μια σειρά από οξύτατους ταξικούς αγώνες, και μάλιστα με αναβαθμισμένες μορφές πάλης και εντός ενός κράτους που εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης μετά τις επιθέσεις του Νοέμβρη του ’15 στο Παρίσι και αλλού.

Αιτία για όλα αυτά, είναι ο νέος εργασιακός νόμος της υπουργού Μιριάμ Ελ Κομρί που δεν αφήνει πραγματικά λίθο επί λίθου στα εργασιακά-συνδικαλιστικά δικαιώματα του γαλλικού λαού.

Παρά το γεγονός πως ανάλογες νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» γίνονται λίγο έως πολύ σε όλο το μήκος και πλάτος της ΕΕ (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ελλάδα των «μνημονίων», που βέβαια δεν εφαρμόζει κάτι άλλο, παρά ότι κάνουν και όλες οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, με ή χωρίς «μνημόνια»), στην Γαλλία είναι η πρώτη φορά που η επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη βρίσκει μια τόσο πεισματώδη και αποφασιστική αντίσταση.

-Ποιό είναι το «παράδοξο»;

Πως η αντίσταση αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα μέρος του κόσμου, που το ΚΚ του είναι από δεκαετίες τώρα καρικατούρα του παλιού ένδοξου εαυτού του.

Το ακόμη πιο παράδοξο της ιστορίας αυτής είναι πως, της αντίστασης της Γαλλικής εργατικής τάξης ηγείται ακριβώς η συνδικαλιστική συνομοσπονδία CGT (ουσιαστικά το συνδικαλιστικό σκέλος του ΓΚΚ, παρότι δεν έχει οργανική σχέση μαζί του ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90), μπροστάρηδες του αγώνα είναι πρώην ή και νυν μέλη του ΓΚΚ, ενώ η μόνη εφημερίδα που έχει πάρει ανοιχτά το μέρος των αγωνιζόμενων απεργών είναι το πρώην όργανο του ΓΚΚ, η «Ουμανιτέ».

Παρότι λοιπόν το Γαλλικό ΚΚ έκανε εδώ και δεκαετίες ότι μπορούσε προκειμένου να αυτοδιαλυθεί και σίγουρα είναι ανίκανο να καθοδηγήσει την ταξική πάλη, όχι μόνο είναι τελικά η όξυνση της ταξικής πάλης που (αντιστρόφως) παρασύρει το ΓΚΚ, αλλά ακόμη πιο παράδοξα βλέπουμε τους Γάλλους κομμουνιστές (όχι την ηγεσία τους βέβαια) να είναι παντού σε αυτό τον αγώνα, και μάλιστα στην πρώτη γραμμή του.

Και μάλιστα σε βαθμό που, κάποιος που θα κατέβαινε από άλλον πλανήτη και δεν ήξερε τι εστί ΓΚΚ, θα μπορούσε κάλιστα –με μια επιφανειακή ματιά- να πιστέψει πως πρόκειται για «κομμουνιστική εξέγερση» οργανωμένη από τα «κόκκινα συνδικάτα» της CGT, και υποστηριζόμενη από το «κόκκινο» έντυπο «Ουμανιτέ».

-Πως εξηγούνται οι παραπάνω αντιφάσεις;

Εδώ θα κάνουμε μια στάση να θυμηθούμε λίγο τον Ένγκελς:

«Η Γαλλία είναι η χώρα όπου περισσότερο από οπουδήποτε αλλού οι ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως την αποφασιστική μάχη και όπου, συνεπώς, διαγράφονταν με τον πιο ανάγλυφο τρόπο οι μεταβαλλόμενες πολιτικές μορφές που μέσα τους κινούνται οι ταξικοί αγώνες και όπου συνοψίζονται τ’ αποτελέσματά τους. Κέντρο της φεουδαρχίας στο μεσαίωνα, πρότυπο χώρας της ενιαίας φεουδαρχικής μοναρχίας ύστερα από την αναγέννηση, η Γαλλία τσάκισε στη μεγάλη επανάσταση το φεουδαρχισμό και εγκαθίδρυσε την καθαρή κυριαρχία της αστικής τάξης με τέτοια κλασική μορφή που δεν την έφτασε καμιά άλλη χώρα στην Ευρώπη. Κι ο αγώνας του προλεταριάτου που ανεβαίνει, ενάντια στην κυρίαρχη αστική τάξη εκδηλώνεται εδώ, στη Γαλλία, με τέτοια έντονη μορφή που είναι άγνωστη αλλού….»[1]

Στην Γαλλία λοιπόν υπάρχει μια εργατική τάξη με παραδοσιακά υψηλή ταξική συνείδηση, καθώς και με παραδοσιακά μαζική οργάνωση.

Αυτό δεν άλλαξε (ούτε και θα μπορούσε να αλλάξει) από την μετάλλαξη του Γαλλικού ΚΚ, καθώς είναι η ταξική συνείδηση που είναι προαπαιτούμενο της πολιτικής και όχι το αντίστροφο, μια και η πολιτική συνείδηση είναι ανώτερη μορφή της ταξικής.

Κανένα «παράδοξο» λοιπόν δεν υπάρχει στην Γαλλία, παρά μόνο εάν προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το τι γίνεται εκεί, παίρνοντας σαν νόρμα το ελληνικό (άνευ εισαγωγικών) παράδοξο, του να υπάρχει πιο ανεπτυγμένη πολιτική παρά ταξική συνείδηση, για μια σειρά από ιστορικούς λόγους που αφορούν την χώρα μας (εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος, χούντα, κλπ).

Κλείνοντας.

Μέχρι στιγμής η Γαλλική οργανωμένη εργατική τάξη έχει δείξει αξιοθάυμαστα δείγματα αγωνιστικότητας, έχοντας δύο μήνες στους δρόμους υπό καθεστώς σκληρής καταστολής, πολιτικής ωριμότητας καταφέρνοντας να εκτοπίσει τις γαλλικές «πλατείες» από το επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης σχεδόν με το καλημέρα (ας συγκρίνουμε λίγο με τα δικά μας), καθώς και οργανωτικής συγκρότησης με γερά περιφρουρημένες απεργίες και κινητοποιήσεις, παρά τις προβοκάτσιες που διαδέχονται η μια την άλλη και εντός «κατάστασης έκτακτης ανάγκης».

Τι μέλλει γενέσθαι;

Παρά το γεγονός πως οι συνδικαλιστές της CGT έχουν ήδη ξεπεράσει τον εαυτό τους με όλα τα παραπάνω, η πολιτική αλλαγή –και με τον όρο εννούμε εδώ την αλλαγή της κυρίαρχης τάξης- δεν είναι ούτε μέσα στις δυνατότητες, ούτε στις αρμοδιότητες και του πιο αγωνιστικού και οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό είναι πάντα δουλειά ενός επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος.

Έτσι λοιπόν, στην Γαλλία και αλλού θα παιχτεί ξανά το αποφασιστικό παιχνίδι. Το παιχνίδι ενός αντικειμενικού κινήματος που χρειάζεται την συμβολή του υποκειμενικού παράγοντα, του ταξικού κόμματος.[2]

Καλό σκάψιμο γέρο τυφλοπόντικα![3]
________________
[1]Από τον πρόλογο του Φ.Ένγκελς στην 3η γερμανική έκδοση της 18ης Μπρυμπαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, του κ.Μαρξ
[2]Μάριο Μάφι, Underground,εκδ.Οδυσσέας 1982
[3] Αλλά η επανάσταση είναι συστηματική. Ακόμα ταξιδεύει μέσα στο καθαρτήριο. Κάνει τη δουλειά της μεθοδικά…Και όταν έχει ολοκληρώσει το δεύτερο μισό της προκαταρκτικής της εργασίας, η Ευρώπη θα αναπηδήσει απ’ το κάθισμά της και θα φωνάξει: έσκαψες καλά, γερο- τυφλοπόντικα!
Κ. Μαρξ, η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη

Πηγή: fadomduck2

Μαρξ: “Στη θέση του βούρδουλα του επιστάτη των δούλων μπαίνει το βιβλιάριο τιμωριών του επιστάτη εργασίας”

Στη μανουφακτούρα και στη χειροτεχνία ο εργάτης εξυπηρετείται από το εργαλείο, ενώ στο εργοστάσιο ο εργάτης υπηρετεί τη μηχανή. Εκεί η κίνηση του μέσου εργασίας ξεκινάει απ’ αυτόν, εδώ είναι υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί αυτός τις κινήσεις του μέσου εργασίας. Στη μανουφακτούρα οι εργάτες είναι μέλη ενός ζωντανού μηχανισμού.

Στο εργοστάσιο υπάρχει ένας νεκρός μηχανισμός ανεξάρτητα από τους εργάτες, και οι εργάτες προσαρτούνται σ’ αυτόν σαν ζωντανά εξαρτήματα- «Η θλιβερή μονοτονία ενός ατέλειωτου μαρτυρίου της δουλειάς, όπου επαναλαβαίνεται διαρκώς το ίδιο μηχανικό προτσές, μοιάζει με το μαρτύριο του Σίσυφου. Το βάρος της δουλειάς πέφτει συνεχώς ξανά και ξανά σαν το βράχο του Σίσυφου πάνω στον αποκαμωμένο εργάτη». Ενώ η δουλειά στις μηχανές καταπονεί στο έπακρο το νευρικό σύστημα, πνίγει το πολύπλευρο παιχνίδι των μυώνων και στερεί από τον άνθρωπο κάθε ελεύθερη σωματική και πνευματική δραστηριότητα. Ακόμα και το ξαλάφρωμα της δουλειάς γίνεται μέσο βασανισμού, γιατί η μηχανή δεν απελευθερώνει τον εργάτη από την εργασία, αλλά την εργασία από το περιεχόμενο της.

Κάθε κεφαλαιοκρατική παραγωγή, εφόσον δεν είναι μόνο προτσές εργασίας, μα ταυτόχρονα είναι και προτσές αξιοποίησης του κεφαλαίου, έχει κοινό χαρακτηριστικό της ότι δε χρησιμοποιεί ο εργάτης τον όρο εργασίας, αλλά αντίστροφα ο όρος εργασίας χρησιμοποιεί τον εργάτη, μονάχα όμως με τις μηχανές η αντιστροφή αυτή αποκτάει μια τεχνικά χειροπιαστή πραγματικότητα. Στη διάρκεια του ίδιου του προτσές εργασίας, το μέσο εργασίας, με τη μετατροπή του σε αυτόματο, ορθώνεται απέναντι στον εργάτη σαν κεφάλαιο, σαν νεκρή εργασία, που εξουσιάζει και απομυζά τη ζωντανή εργατική δύναμη. “Όπως είπαμε κιόλας πιο πάνω, ο χωρισμός των πνευματικών δυνάμεων του προτσές παραγωγής από τη χειρωνακτική εργασία και η μετατροπή τους σε δυνάμεις κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία ολοκληρώνονται στη μεγάλη βιομηχανία που στηρίζεται στις μηχανές. Η μερική δεξιότητα του μεμονωμένου εργάτη, που δουλεύει στη μηχανή και που του αφαίρεσαν κάθε περιεχόμενο, εξαφανίζεται σαν μηδαμινό πάρεργο μπρος στην επιστήμη, μπρος στις τεράστιες φυσικές δυνάμεις και μπρος στη μαζική κοινωνική εργασία πού ενσαρκώνονται στο σύστημα των μηχανών και αποτελούν μαζί του τη δύναμη του «αφεντικού» (master).

Γιαυτό, σε περίπτωση σύγκρουσης με τα «χέρια», το αφεντικό αυτό, που στο μυαλό του είναι αχώριστα συνυφασμένα οι μηχανές και το μονοπώλιο του σ’ αυτές, αναφωνεί περιφρονητικά απευθυνόμενος στα «χέρια»: «Οι εργοστασιακοί εργάτες θάκαναν καλά να θυμούνται ότι στην πραγματικότητα η εργασία τους είναι ένα πολύ κατώτερο είδος ειδικευμένης δουλειάς, ότι καμιά άλλη δουλειά δεν μπορεί να μαθευτεί πιο εύκολα και ότι, παίρνοντας υπόψη την ποιότητα της καμιά άλλη δεν πληρώνεται καλύτερα, ότι καμιά εργασία δεν μπορεί, με μια τόσο σύντομη διδασκαλία στο λιγότερο έμπειρο, να προσφερθεί σε τέτοια αφθονία και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Στην πραγματικότητα οι μηχανές του αφεντικού παίζουν στην υπόθεση της παραγωγής πολύ σημαντικότερο ρόλο από το ρόλο της εργασίας και της δεξιότητας του εργάτη, που μπορεί να τη διδαχτεί κανείς με μαθήτευση 6 μηνών και που μπορεί να τη μάθει και ο τελευταίος σκαφτιάς».

Η τεχνική υποταγή του εργάτη στη μονότονη πορεία του μέσου εργασίας και η ιδιόμορφη σύνθεση του σώματος εργασίας από άτομα και των δυο φύλων και των πιο διαφορετικών ηλικιών δημιουργούν μια πειθαρχία στρατώνας, που διαμορφώνεται και γίνεται το ολοκληρωμένο καθεστώς του εργοστασίου και πού αναπτύσσει ως την ολοκλήρωση της την προαναφερμένη δουλειά της επίβλεψης, δηλ. ταυτόχρονα και το χωρισμό των εργατών σε χειρωνακτικούς εργάτες και σε επιστάτες εργασίας, σε κοινούς φαντάρους τής βιομηχανίας και σε υπαξιωματικούς τής βιομηχανίας. «Η κύρια δυσκολία στο αυτόματο εργοστάσιο συνίστατο στην πειθαρχία, που είναι απαραίτητη για να μάθουν τους ανθρώπους ν’ απαρνηθούν τις άταχτες συνήθειες τους στη δουλειά και για να τους κάνουν ένα με την αμετάβλητη κανονικότητα του μεγάλου αυτόματου.

Ήταν όμως ηράκλειο έργο η εφεύρεση και η πετυχημένη εφαρμογή ενός κώδικα πειθαρχίας, που ν’ ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στην ταχύτητα του αυτόματου συστήματος, και το ευγενικό αυτό έργο το πραγματοποίησε ο Αρκραϊτ! Ακόμα και σήμερα, που το σύστημα είναι οργανωμένο σ’ όλη του την εντέλεια, είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς κατάλληλους βοηθούς για το αυτόματο σύστημα ανάμεσα στους εργάτες πού έχουν φτάσει την ανδρική ηλικία…». Ο κώδικας του εργοστασίου, με τον όποιο το κεφάλαιο διατυπώνει την απόλυτη κυριαρχία του πάνω στους εργάτες του σαν ιδιώτης νομοθέτης και αυτεξούσια, χωρίς το χωρισμό των εξουσιών, τον τόσο αρεστό άλλωστε στους αστούς, και χωρίς το αντιπροσωπευτικό σύστημα, που τους αρέσει ακόμα περισσότερο, ο κώδικας αυτός είναι απλώς η κεφαλαιοκρατική γελοιογραφία της κοινωνικής ρύθμισης του προτσές εργασίας, που την κάνει απαραίτητη η συνεργασία σε πλατιά κλίμακα και η χρησιμοποίηση κοινών μέσων εργασίας, και ιδίως των μηχανών. Στη θέση του βούρδουλα του επιστάτη των δούλων μπαίνει το βιβλιάριο τιμωριών του επιστάτη εργασίας. “Όλες οι τιμωρίες ανάγονται φυσικότατα σε χρηματικά πρόστιμα και σε περικοπές από το μισθό, και η νομοθετική οξυδέρκεια των Λυκούργων του εργοστασίου κάνει γι’ αυτούς την παράβαση των νόμων τους ακόμα πιο επικερδή από την τήρηση τους”. (…)

 

Κ. Marx, “Το Κεφάλαιο”, Μέρος Τέταρτο: Η Παραγωγή της Σχετικής Υπεραξίας, Το εργοστάσιο, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002 (σελ. 438-441).

Γαλλία: “Το Euro αναβάλλεται, έχουμε απεργία”

Μέρες αναταραχής “όμορφες” μέρες ζει η Γαλλία, καθώς οι εργαζόμενοι της χώρας με αιχμή του δόρατος τους νέους κινητοποιούνται με διάφορες μορφές ενάντια στις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης.

Το alfavita από την αρχή των κινητοποιήσεων καλύπτει με ρεπορτάζ και live όλες τις κινητοποιήσεις, τα πάντα από την Γαλλία.

(UPD 26/05: Το CGT, ένα από τα πέντε μεγάλα της Γαλλίας, ανακοίνωσε πως οι εργαζόμενοι σε 16 από τις 19 πυρηνικές μονάδες της χώρας ψήφισαν για 24ωρη απεργία σήμερα Πέμπτη – ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ)

Τις τελευταίες ημέρες έχουν ξεσπάσει απργίες σε όλη την χώρα με τους εργαζόμενους να έχουν καταλάβει διυλιστήρια.

Λίγο πριν τη διεξαγωγή του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου, η χώρα άρχισε να χρησιμοποιεί τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που διαθέτει.

Σήμερα Τέταρτη (25/5) οι εργαζόμενοι στο πυρηνικό εργοστάσιο Nogent-sur-Seine ανακοίνωσαν ότι προχωρούν επίσης σε 24ωρη απεργία ενάντια στις νέες εργασιακές μεταρρυθμίσεις, ενώ υπενθυμίζεται ότι η Γαλλία προμηθεύεται  περίπου το 75% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια.

 Η αντιπαράθεση γύρω από τη μεταρρύθμιση της εργασιακής νομοθεσίας επεκτείνεται και λαμβάνει πλέον διαστάσεις σύγκρουσης ανάμεσα στη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φρανσουά Ολάντ κι ένα από τα μεγαλύτερα συνδικάτα στη Γαλλία, το “CGT”. Πολλοί διαδηλωτές φωνάζουν “Το Euro αναβάλλεται, έχουμε απεργία”!

Όπως αναφέρει το CGT, το οποίο πρόσκειται στους κομμουνιστές και το FO, η Εργατική Δύναμη, έχουν μπλοκάρει από το πρωί 6 από τα 8 διυλιστήρια, απ’ όπου φεύγουν τα βυτία για τη διανομή καυσίμων ανά τη Γαλλία. Iσχυρή αστυνομική δύναμη με δακρυγόνα και εκτοξευτήρες νερού κατάφερε να λύσει χαράματα, το μπλόκο στο κομβικό διυλιστήριο στο λιμάνι Fos sur Μer πλησίον της Μασσαλίας. Τραυματίστηκαν 7 αστυνομικοί αλλά και ορισμένοι απεργοί.
Πέτρα του σκανδάλου ο εργασιακός νόμος


Ο Φιλίπ Μαρτινέζ, επικεφαλής του CGT αντέδρασε άμεσα το πρωί δηλώνοντας ότι η απάντηση θα είναι η γενίκευση της απεργίας σε όλους του τομείς. Ο εργασιακός νόμος παραμένει η πέτρα του σκανδάλου, σύμφωνα με τον Μαρτινέζ.
Από την πλευρά του ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ κατήγγειλε ότι δεν μπορεί μια μειοψηφία να παραλύει τη χώρα, ότι ο πρωθυπουργός δεν θα υποχωρήσει, όπως και ο υπουργός Οικονομίας Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος βρίσκεται πίσω από τον επίμαχο εργασιακό νόμο.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εν μέσω γενικευμένης κοινωνικής σύγχυσης, οι Γάλλοι έχουν αρχίσει να ανησυχούν και για το μεγάλο ραντεβού του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, που ξεκινάει στις 10 Ιουνίου. Η ασφάλεια των αγώνων παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση.

FRENCH DEMONSTRATIONS
Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας θεωρεί ότι «η CGT βρίσκεται σε αδιέξοδο» και «παίρνει όμηρο τη χώρα», αλλά θα λάβει μία σθεναρή απάντηση. Για τον γενικό γραμματέα της CGT, τον Φιλίπ Μαρτινές, αντίθετα, ο πρωθυπουργός «παίζει ένα επικίνδυνο παιγνίδι», που προσπαθεί «να φέρει σε αντιπαράθεση τη CGT με τους πολίτες».

«Η κοινή γνώμη παραμένει προσηλωμένη στην αμφισβήτηση του νομοσχεδίου», είπε ο Φιλίπ Μαρτινές, που τάσσεται ανοικτά υπέρ της κλιμάκωσης των απεργιακών κινητοποιήσεων.

«Ο Φιλίπ Μαρτινές αναγορεύει εαυτόν σε αρχηγό της αντιπολίτευσης», σχολίασε η Le Monde . «Αλλά, μπορεί η CGT να ακινητοποιήσει τη χώρα;», αναρωτιέται η Liberation, υπογραμμίζοντας ότι το συνδικάτο, που βγαίνει από μία διετή σοβαρή κρίση διαδοχής, «δεν διαθέτει αναγκαστικά τα μέσα που να ανταποκρίνονται στις φιλοδοξίες του».

Ο αποκλεισμός των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων έχει προκαλέσει ελλείψεις καυσίμων στα πρατήρια, το 20% των οποίων έχει κλείσει ή συναντά μεγάλες δυσκολίες τροφοδοσίας.

Η ανησυχία αυξάνεται στις επιχειρήσεις και τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια κάλεσαν την κυβέρνηση «να άρει τους αποκλεισμούς που πλήττουν την οικονομία και τις γαλλικές επιχειρήσεις».

TOTAL

Ο πετρελαϊκός όμιλος Total, που διαθέτει πέντε διυλιστήρια που έχουν αποκλεισθεί, προειδοποίησε ότι θα αναθεωρήσει τα πλάνα επενδύσεων στη Γαλλία.

Η συνέχεια θα εξαρτηθεί από την απάντηση της κυβέρνησης, σημειώνει ο γαλλικός Τύπος, διότι «η σύγκλιση των κινητοποιήσεων» μοιάζει να αμβλύνεται: η κινητοποίηση των πανεπιστημίων έχει αρχίσει να εξασθενεί και το κίνημα Nuit Debout στην Πλας ντε λα Ρεπυμπλίκ φαίνεται προς το παρόν να σβήνει.

Η κινητοποίηση των οδηγών φορτηγών που ξεκίνησε πριν από μία εβδομάδα μοιάζει επίσης να βρίσκεται σε αποκλιμάκωση έπειτα από τις εγγυήσεις που προσέφερε η κυβέρνηση για τις υπερωριακές αμοιβές, ενώ στους σιδηροδρόμους, η συμμετοχή στην απεργία της Δευτέρας στο δίκτυο της γαλλικής πρωτεύουσας και στα προάστια ήταν μικρή.

Πηγή: alfavita

Τεύκρος Ανθίας: “Ελέησόν με, άγιε Σατάν” αιώνιε Διαφορετικέ

Το ποίημα “Προσευχή” είναι το πρώτο από τη συλλογή του Τεύκρου Ανθία: “Άγιε Σατάν ελέησόν με” γραμμένο το 1930. Η πρώτη έκδοση των ποιημάτων έγινε στην Αθήνα το 1930 και η δεύτερη έκδοση στην Κύπρο το 1942.

Προσευχή

Ελέησόν με, άγιε Σατάν, το βράδι αυτό,
κι άκουσε, αν θέλεις, της κοιλιάς μου το γουργουρητό.
Κλαρίνα, πίπιζες, ταμπούρλα, τα έντερά μου,
μια χλαλοή, ένα πανηγύρι διοργανώνουν.
Σαν εφιάλτες οι αναμνήσεις με κυκλώνουν,
γελούν, σα μέγαιρες, τριγύρω τα όνειρά μου…

Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά
κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.
Ναι, κάποιο χτήνος, με τα πόδια του δεμένα,
που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει,
δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του, ωιμένα!

Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή.
Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω, που όταν φτάσει,
μέσα στο φως, μες τη χαρά θα ξεχυθώ,
μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη θα ιδώ.

Κάθε μου δάκρυ, που απ’ τα μάτια μου έχει στάξει,
φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει.
Γαλάζια η νύχτα θα χορεύει ολόγυρά μου,
λαμπρά τ΄ αστέρια θα οργιάζουν μες το φως.
Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου.

image

Η πρώτη στροφή του ποιήματος μας μεταφέρει χωρίς εισαγωγικές προφάσεις κοινωνικής διαγωγής και χωρίς καμία μεταφυσική εποπτεία των οιστρογόνων ποιητικών ευαισθησιών, στην κόλαση. Η κόλαση του Ανθία και συγκεκριμένα του ποιήματος δεν ταυτίζεται και δεν σχετίζεται με την κόλαση που κατοικεί η χριαστιανική αμαρτία. Η κόλαση εδώ δεν έχει ούτε θρησκευτικό περιεχόμενο, ούτε την πολυπόθητη υπερβατική ασφάλεια αλλά ούτε καμιά υπερβατολογική αρχή.

Η κόλαση του Ανθία ή η κόλαση του 1930 είναι η κόλαση της πείνας δηλαδή “της κοιλιάς μου το γουργουρητό” ή τα “έντερα” που γίνονται μουσικά όργανα τα οποία βρίσκονται σε μόνιμο allegro και σε συνεχές tremolo. Αυτό το “γουργουρητό” λοιπόν είναι η κόλαση της οποίας γινόμαστε θεατές. Το “γουργουρητό” αυτό είναι το “γουργουρητό” το οποίο μοιράζεται μια ολόκληρη κυπριακή κοινωνική πραγματικότητα όπως επίσης και η διαλυμένη τότε όπως και τώρα δυτική πολιτική οικονομία. Τα όνειρα σε μια τέτοια εκμεταλλευτική κοινωνική πραγματικότητα γίνονται “μέγαιρες” που γελούν.

Η δεύτερη στροφή του ποιήματος εκφράζει το μεγάλο άλμα της προόδου της ανθρωπότητας που καταφέρνει από ζώο να γίνει άνθρωπος. Ο ποιητής όμως φτάνει δυστυχώς την ιστορική πραγματικότητα η οποία αφήνεται ο άνθρωπος να γίνεται και πάλι ζώο: “Άνθρωπος ήμουνα κ΄ εγώ κάποια φορά κ΄ έγινα ζώο, απ΄ των πραγμάτων τη φορά.”

Τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται και πάλι ζώο; Για τον ποιητή ειναι ξεκάθαρο επειδή ακριβώς:

“δεν ημπορεί τ΄ αφεντικό του να κλωτσήσει,
γιατί το σφίγγουν οι αλυσίδες του…”.

Ο ποιητής στην δεύτερη στροφή μας βουλιάζει στο λήθαργο της εκμετάλλευσης και της σκλαβιάς. Η ανελευθερία και η κτηνώδης ζωή του εργάτη είναι το μοναδικό βίωμα του ανθρώπου που ούτε καν σαν ζώο δεν μπορεί να βοσκήσει:

“που δε μπορεί μες το λειβάδι να βοσκήσει…”.

Με τον πρώτο στίχο της τρίτης στροφής ο ποιητής αναμεταθέτει την πραγματική κόλαση του “γουργουρητού” και των “μουσικών εντέρων” ονομάζοντάς την τελικά ως “κόλαση”:

“Κόλαση γύρω μου η ζωή με τυραννεί,
πνίγοντας κάθε βογγητό μου και φωνή”.

Με την επιλογή “πνίγοντας” ο ποιητής μας προϊδεάζει για τον επόμενο κιόλας στίχο.

Αυτή η ξαφνικότητα των μεταβάσεων της διάρρηξης της πραγματικότητας διακρίνεται σε όλο το φάσμα της ποίησης του Ανθία. Η αμεσότητα της ποίησης του Ανθία δεν έγκειται στην μυστηριακού τύπου διαδικασία διευθέτησης του κόσμου αλλά γίνεται η διαλεκτική διαμεσολαβητική ενέδρα από την οποία εκτοξεύει την πολεμική του δράση. Ως εκ τούτου δεν διακρίνεται πουθενά κανένα επιτηδευμένο φτιασίδωμα στην ποιητική του παραγωγή κι ούτε επίσης καμιά υπεραξιακή παραγωγή λόγου.

Ας επιστρέψουμε όμως στην τρίτη στροφή και στην ανάδειξη της υπομονής:

“Μα, ως τόσο, κάτι περιμένω…”. Η συγκεκριμένη υπομονή είναι παράγωγο της ταξικής του ύπαρξης. Μια τέτοια υπομονή διακατέχεται από αγωνιστική πάλη και χειραφετητική προοπτική και όχι απο την υπομονή η οποία απαντάει στην εκδικητική παντοδυναμία της Δευτέρας Παρουσίας. Όταν λοιπόν φτάσει η επαναστατική πράξη τότε ο ποιητής θα μπορέσει δικαίως και προπαντός νικητής να ξεχυθεί “μέσα στο φως, μες τη χαρά” και θα δεί
“μια νέα αυγή, μια μέρα ολόφωτη”.

Τέλος, με την τρίτη στροφή ο ποιητής απαντάει στο τι θ’ απογίνει ο εργάτης αν σταματούσαν να τον “σφίγγουν οι αλυσίδες του”. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: δεν έχουν να χάσουν τίποτα εκτός από τις αλυσίδες τους.

Με την τέταρτη και τελευταία στροφή ο ποιητής εισάγει το στοιχείο εκείνο με το οποίο συνίσταται η κόλαση. Η φωτιά θα ρημάξει κυριολεκτικά την αιτία που δημιουργεί το δάκρυ, τον πόνο και την μιζέρια και έτσι θα διατηρηθούν “λαμπρά τ΄αστέρια [που] θα οργιάζουν μες το φως”.

Οι τελευταίοι δυο στίχοι του ποιήματος:

“Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου”,

όπως και ο πρώτος στίχος: “Ελέησόν με, άγιε Σατάν…”, ο ποιητής επικαλείται τον διάβολο. Ένα διάβολο ο οποίος εξαιρείται από την χριστιανική κοσμικότητα αποδιοργανώνοντας τον μεταφυσικό “υλισμό” της χριστιανοσύνης. Ο διάβολος του Ανθία έχει όνομα, είναι ο ίδιος ο διάβολος του Ρεμπώ που “στοιχειό δεν είναι, μήτε φάντασμα” αλλά και ο ίδιος ο διάβολος που βρίσκει κανείς στον Πεσσόα στο βιβλίο του “Η ώρα του διαβόλου”:

Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μην τρομάζετε, γιατί είμαι στ’ αλήθεια ο Διάβολος, και γι’ αυτό δεν κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου, στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δεν γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ, τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι’ αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα προσέβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δεν μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο“.

Ο Σατανάς στον οποίο επικαλείται ο εργάτης να οδηγεί τα βήματά του είναι αυτός ο Σατανάς που μιλάει και ταυτοποιείται:

Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχω — ούτε εγώ, ούτε τίποτε άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και όλα τα άλλα σύμπαντα, με τους διαφορετικούς Δημιουργούς τους και τους διαφορετικούς Σατανάδες τους λιγότερο ή περισσότερο τέλειους και εκπαιδευμένους— είναι κενά μέσα στο κενό, ανυπαρξίες που περιφέρονται, δορυφόροι στην ανώφελη τροχιά του τίποτα“.

Ο Σατανάς του Ανθία είναι εξαιρετική αλήθεια μιας ρήξης με την καθεστωτική αμηχανία ενός πολιτικού κόσμου που θέλει μια κλούβια ενωτική αμβροσία. Αυτό το δηλητήριο λοιπόν της δυτικής ισότιμης εκμετάλλευσης γίνεται για τον Σατανά του Ανθία και του Πεσσόα η αιώνια αλήθεια του “έξω”. Να πως το εκφράζει ο Σατανάς τον ευατό του:

Είμαι ο αιώνιος Διαφορετικός, ο αιώνιος Αναβληθείς, ο αιώνιος Πλεονάζων της Αβύσσου. Βρέθηκα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν από τον Κόσμο. Η παρουσία μου στον κόσμο αυτόν είναι η παρουσία εκείνου που ήρθε απρόσκλητος. Κουβαλάω μνήμες πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν αλλά που προορίζονταν για να υπάρξουν“.

“τώρα που γέρασε ο Θεός” γράφει ο Ανθίας. Εξαιρετική και αυτή η αλήθεια του ποιητή η οποία αμφισβητεί την όποια Νιτσεϊκή αιωνιότητα ενός ζώντος θεϊκού θανάτου. Ο Θεός στον Ανθία δεν πεθαίνει αλλά γερνάει. Ο Ανθίας μέσα από το ποίημα του φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ότι ο θάνατος του Θεού σημαίνει θάνατος της Ιδέας. Επικαλείται λοιπόν ένα διάβολο που θα τον οδηγήσει στην διαλεκτική άρνηση της συλλογικής νικηφόρας χειράφετησης. Μόνο με μια τέτοια αρνητική διαλεκτική μπορούμε να τον πεθαίνουμε αλλά και ζωντανεύοντάς τον να τον παιδεύουμε. Ο Θεός δεν γίνεται πλέον η γέρικη αδιαμεσολάβητη σχέση αλλά η διαμεσολαβημένη συγκεκριμενοποίηση. Ο Θεός γίνεται ορατός, άρα προσβάσιμος, άρα ελέγξιμος.

“Άγιε Σατάν, τώρα που γέρασε ο Θεός,
οδήγει, Εσύ, οδήγει, Εσύ, τα βήματά μου”.

Με αυτό τελειώνει η προσευχή του Ανθία και κάθε Ανθία που βιώνει την εκμετάλλευση και την πλήξη της αποξένωσης. “φωτιά θα γίνει, που ό,τι με σφίγγει θα ρημάξει” λέει ο ποιητής όπως ακριβώς επικαλείται την διαβολική φωτιά και ένας άλλος ποιητής, ο Ρεμπώ:

“Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ ́ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι. Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους”.