Category Archives: Επανάσταση

Νυχτολόγιο 10: Η αριστερά ανθρωποφάγος

Η καύλα του ανθρωποφάγου δεν είναι κατ’ ανάγκην η ανθρωποφαγία. Μπορεί να είναι η χορτοφαγία. Η βασική αντιφατική γοητεία του πολιτισμένου ανθρωποφάγου έγκειται στην εικόνα του προσώπου την στιγμή που γευματίζει. Ο ανθρωποφάγος δεν χρησιμοποιεί μαχαιροπίρουνα αλλά μόνο οδοντογλυφίδες. 

Διαβάζουμε λοιπόν τα εξης: 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” σας καλωσορίζει επίσημα στην ιστοσελίδα της για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και για την επίτευξη της σοσιαλιστικής επανάστασης. 

Επειδή εργαζόμαστε αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της Κύπρου είμαστε όλοι μαζί στο αγώνα για ένα χειραφετημένο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο αυτό είναι μη-κερδοσκοπικό αλλα κερδοσκοπικίζων το οποίο μπορεί να λειτουργεί στα πλαίσια της επαγγελματικής και τεχνοκρατικής κατάρτισης και των ίσων ευκαιριών. 

Η ιστορική αναδρομή σκοπεύει άσκοπα και ανέξοδα στην εικόνα μιας ψευδαίσθησης που θέλει να ανοίγει τα κρανία των εργαζομένων με πρόσχημα την καπιταλιστική ευελιξία. 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” υπόσχεται μια συμπληρωματική ασφάλεια ζωής σε μια τιμή γνωριμίας. Έχουμε αρκετές χιλιάδες πελάτες, οι οποίοι είναι όχι μόνο ικανοποιημένοι από τις υπηρεσίες μας αλλά πιστοί στις όποιες αναθεωρήσεις του εταιρικού μας φόρου και της υπεραξίας μας. 

Σήμερα το βράδυ ένα συσπειρωτικό φεστιβάλ χάλκινων άηχων πνευστών θα γίνει ο αποκλειστικός ήχος έλξεως των πιο αγαπημένων συντρόφων. Οι κοσμοσπάστες σύντροφοι μπορεί να μην είναι υπάλληλοι της εταιρείας αλλά είναι πιστά σκυλιά στην πρώτη γραμμή του αγωνιστικού πελατολογίου. 

Με επάρκεια, αμεσότητα και αντικειμενικότητα η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” έχει ανοιχτούς λογαριασμούς μόνο με τις οδοντογλυφίδες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και της νοθείας καυσίμων. 

Η προσπάθεια να ενισχυθεί ο δρόμος αυτός που οδηγεί στην θεϊκή καταστροφή έχει αγκαλιάσει ολόκληρη την αριστερή διανόηση αφού ασφαλίζονται οι αγωνιστές για μια αγωνιστική καριέρα εφ όρου ζωής. 

Η εταιρεία “Αριστερά της Κύπρου” αγωνίζεται για την αντιμετώπιση επίσης του ιμπεριαλισμού. Ο ιμπεριαλισμός για την εταιρεία είναι ένας κλάδος που θα μπορούσε να γίνει μία συνήθεια γλυκιά. Χρειαζόμαστε κάθε ιμπεριαλισμό για να μπορούμε να κάνουμε την διαφορά στους εικονικούς μας αγώνες. Η τεχνολογία που διαθέτει η εταιρεία κάνει το επίπεδο της ιστορίας του πολιτισμού να μην έχει σημεία αμφισβήτησης. 
Ο ιμπεριαλισμός γίνεται για τον λαό μια συμπληρωματική πληροφορία σχετικά με την Ανατολή και τον ορίζοντα του δυτικού πολιτισμού. Χορεύοντας με τα ομόλογα και τα ακίνητα η εταιρεία θα δώσει τη λύση του μυστηρίου που ταλανίζει το Κυπριακό εδώ και κάποιες δεκαετίες. 

Ζήτω η εταιρεία…

BREXIT και μαντικές ικανότητες

Έχουμε ακούσει τους ΝΑΙνέκους του Ηνωμένου Βασιλείου να εκπροσωπούνται από ρατσιστές μέχρι αριστερούς. Τους έχουμε δει ως θύματα των ανθρώπων μιας εποχής που θέλει το μίσος να κυριαρχεί γιατί είπαν ΟΧΙ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έχουμε δει πορείες διαμαρτυρίας, και συλλογή υπογραφών με αίτημα την επιστροφή των καλών καιρών που είχαμε την συνειδησιακή απονεύρωση του Ευρωπαϊκού συνδρόμου ‘πας μη δυτικός βάρβαρος εστίν’.

Δημοσιογράφοι με φλύαρα λογύδρια, πολιτικοί με επαναστατικές διακηρυκτικές καρικατούρες, διανοούμενοι με αφηρημένα εννοιολογικά μπαλόνια, ακαδημαϊκοί με μαντικές ικανότητες έχουν να λένε για συμπεράσματα, για συμπεράσματα, συμπεράσματα, συμπεράσματα, συμπεράσματα…

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά μαζί με τον Ευρωπαϊκό εθνικισμό αποφάσισαν την ίδια πορεία. Οι πολιτικές παραιτήσεις των εθνικιστών στο Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και η ανημποριά των αριστερών να αναλάβουν την απόφαση του λαού τι αποτέλεσμα έχει; Τι συμπεράσματα βγάζουν οι προφεσόροι διανοούμενοι, πολιτικοί και δημοσιογράφοι που άλλο τίποτα παρά ακόμα και την συγκεκριμένη ιστορική απόφαση του βρετανικού λαού την διαβάζουν μέσα από το αιώνιο φίλτρο της παρατηρητικότητας;

Η φωνή του λαού, του 52%, από ποιο μικρόφωνο, ποια οθόνη, ποια αίθουσα θα μπορούσαν να εισακουστούν; Τι σκέφτεται αλήθεια ο βρετανικός λαός μια που η φωνή του δεν ακούγεται από κανένα επίσημο στόμα;

Τι άλλο άφησε το BREXIT πίσω του τελικά παρά την ανημποριά και την ανετοιμότητα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς να αλλάξει την Ευρωπαϊκή Ένωση από τα μέσα;

Τι άλλο άφησε αν όχι την απόδειξη ότι ο εθνικισμός είναι η άθλια υπαρξιακή οντότητα, η οποία ο πατριωτισμός του έγκειται στο ατομικίστικο συμφέρον;

Τι άλλο άφησε το BREXIT παρά την τυφλή ακαδημία να ψάχνει στις βιβλιογραφίες τι πήγε στραβά;

South Korea: Gwangju Uprising, May 1980

“The American bases that still dot Japan and South Korea (containing nearly 100,000 troops) were agents both to contain the Communist enemy and to constrain the capitalist ally. Meanwhile both countries were showered with all manner of support in the early postwar period, as part of a Cold War project to re-make both of them as paragons of noncommunist development.” (…) “Japan was shorn of its military and political clout to become an American-sponsored “economic ani- mal,” with coercive functions transferred to bloated authoritarian states in Taiwan and South Korea, each of which had mammoth armies and which spent almost all the income they extracted from their people on coercion, getting what else they needed from direct American aid grants.From the book: Lee Jae-eui, “Kwangju Diary: Beyond Death, Beyond the Darkness of the Age”, UCLA, 1999, (p: 18, 19):

Εχοντας αυτά υπόψιν:

“Η εξέγερση του Gwangju συνδέεται με ένα πολύ σημαντικό ερώτημα σχετικά με την ευθύνη των ΗΠΑ για τη σφαγή που έλαβε χώρα. Γεγονός είναι, ότι εκείνη την εποχή ο κορεάτικος στρατός ήταν ελεγχόμενος από διοικητές των ΗΠΑ, και ως εκ τούτου η χρήση της στρατιωτικής βίας κατά του άμαχου πληθυσμού έπρεπε να εγκριθεί από την Ουάσιγκτον. (…)

Τα στοιχεία σχετικά με το συνολικό αριθμό των θυμάτων ποικίλλουν – σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, 191 άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Gwangju, αλλά μέλη της αντιπολίτευσης μιλούν για δέκα χιλιάδες θύματα. Ωστόσο, αν αναλύσουμε τα συνολικά στατιστικά στοιχεία των θανάτων στην πόλη τον Μάιο του 1980, ανέρχονται στα 4.900… (…)

Πολλοί συγγραφείς, όχι μόνο εκείνων που προέρχονται από την αριστερά, συγκεντρώνουν την προσοχή τους στο γεγονός ότι το διοικητικό σύστημα που προέκυψε αυθόρμητα (;) στην πόλη θύμιζε την Κομμούνα του Παρισιού ή κάποιες διοικητικές αρχές από τις πρώτες δημοκρατικές κυβερνήσεις. (…)”

Ακολουθεί το άρθρο “To the Anniversary of the 1980 Gwangju Uprising” στα αγγλικά:

3453453444 At the National Cemetery in Gwangju, anofficial ceremony was held to commemorate the 36th anniversary of the May 18 democratic uprising, which played an important role in the democratization of the Republic of Korea (RK). In order to express their condolences to the families of the victims, RK Prime Minister, Hwang Kyo-ahn, and representatives of the ruling and opposition parties arrived in Gwangju. In his speech, the Prime Minister said that the establishment of the democratic society of the Republic of Korea is continuing on the basis of the principles laid down 36 years ago. The leader of the ruling party Saenuri, Chung Jin-suk said that the spirit of the democratic movement should promote national unity.

Is that the case or not? Let us recall the events of that time.

After the assassination of General Park Chung-hee on October 26, 1979 the new government tried to carry out democratization measures, but only 6 days later, there was a coup d’état organized by the head of military intelligence, General Chun Doo-hwan.

The new attempt to usurp power met the resistance of the opposition and the youth, but Chun actively sought the approval of the United States of his securing the Presidential post, all the while trying to play the North Korean card. As part of this strategy, on May 13, he said that North Korea was behind the student and the radical left movement. In response, on May 15 more than 100 thousand people gathered in front of Seoul Station, but on 17-18 of May 1980, Chun Doo-hwan held large-scale arrests of opposition members, disbanded the National Assembly and declared complete martial law instead of the partial one, which had already been in place.

The reaction to these developments was the uprising in Gwangju, where it all began with a dispersal of the demonstration against the closure of the Chonnam University that had been a bulwark of democratic sentiment. To suppress the protests of 18-20 of May 1980, 3 thousand air force soldiers and officers with no prior experience of this kind were engaged alongside 18 thousand police officers. Moreover, the soldiers were told that the city was in the throes of a communist rebellion, and, according to some unconfirmed reports, many of them were under the influence of drugs.

In principle, this was not the first time special forces were employed against demonstrators, but it was the first time that such brutal beatings had ever been administered against such a big crowd of people. In Gwangju, it ended up with bayonets and flamethrowers being used against unarmed civilians; the soldiers not only dispersed the demonstration, but also broke into cafes and buses and targeted all the young people of around college age in brutal attacks; they even killed taxi drivers who tried to take the injured to the hospitals.

Such unprecedented and brutal suppression of a purely peaceful demonstration prompted the students to fight back; the students were joined by the city’s inhabitants and the unrest escalated into a large-scale uprising. On May 21, 1980 the number of protesters reached 300 thousand people. The rebels stormed 16 police stations and other government offices, seized stocks of weapons and 350 vehicles including armored personnel carriers.

Fearing massive bloodshed, the government withdrew the special division from the city. The rebels seized the Office of the Provincial Administration, set up their authorities to maintain order and conduct negotiations with the central government, and organized the delivery of food to the city.

Among those who had seized power in the city, it was young radicals who were in the majority; their plan was to hold out for as long as possible and either die as heroes, thus demonstrating the barbarity of the military regime, or seek out the intervention of the US that was supposed to stand up for democracy.

Many authors, not only those from the left, draw attention to the fact that the governing system that spontaneously arose in the city was reminiscent of the Paris commune or the authorities of the first democratic governments. There was no looting in the city, the banks and offices of large companies were left unharmed, there were virtually no communist slogans. On the contrary, the authorities tried to control the private stock of weapons and actively relied on the assistance of religious authorities, while squadrons created to maintain order had the American acronym SWAT written on their cars.

Early in the morning of May 27, the city was stormed by tanks, and within ninety minutes the main government offices were occupied by government troops. The seizure of the city was very quick and well-organized and was perceived as a successful military operation.

Thus, Korean history was “enriched” by a new landmark event, which became an age-long symbol of suppression of opposition. No one believed the rumor that it was Communist provocation, moreover, there was no direct evidence found even in the aftermath of the events proving the North Korean influence on the events in Gwangju. Japanese TV filmed the uprising close enough to capture a large number of frames showing the war crimes of the regime, including images of people crushed by tanks, on film.

Data on the total number of victims vary – according to official data, 191 people were killed in Gwangju, but dissidents and members of the opposition speak about ten thousand victims. However, if we analyze the overall statistics of deaths in the city in May 1980, it totaled 4,900 people in comparison to the usual figure of about 2,000 people.

That is why events in Gwangju are regularly compared to another “tank suppression”: that of Beijing’s Tiananmen Square, and it is argued that the Korean case was bloodier, since in China, according to some data, the number of dead came to around 700 people.

However, it can be observed that while the story about the “tank-crushed democracy” in China is well-known and is constantly in the public arena, the Korean history is hardly known to anyone but specialists.

The uprising in Gwangju is associated with a very important question about the US responsibility for the massacre that took place. The fact is that at that time the Korean army was subordinate to US commanders, and thus the use of military force against the civilian population had had to be approved by Washington.

American authors are trying to cover up the participation of the United States, portraying the case in such a light that the Korean government not only ignored and failed to publish a statement of the United States government calling for a peaceful settlement, but, on the contrary, trumpeted that the United States gave the “green light” for the suppression of the uprising. However, although the United States provided no direct support to Chun Doo-hwan, they did nothing to keep the regime from bloodshed.

Although representatives of the City Council set up by the rebels immediately contacted the US embassy with a plea to intervene in the situation, America was afraid of creating a dangerous precedent by supporting citizens in their struggle against the regime. Curiously, the decisive role in elaborating the decision that was adopted, was played by Richard Holbrooke, who then stated that “the issue is attracting too much attention, whereas it should be considered more broadly in terms of national security interests. We have to give the nod to Chun to suppress the uprising, and he then will be much more dependent on Washington than his predecessor”. And so it happened, and, with the exception of Lee Myung-bak, Chun was considered the most pro-American leader of the country.

The prosecution for the massacre only followed in the 90s and under very particular circumstances. As part of the political struggle to force out the military from political life, “the first civilian president” Kim Young-sam initiated a legal process against Chun Doo-hwan, accusing him of corruption. But the evidence was insufficient, and to force his opponents out, on December 20, 1995 the “Special Law on the events in Gwangju” was adopted, which was endowed with retroactive effect and served as the basis for the accusation of Chun Doo-hwan of crimes against the constitutional order and treason. The particular choice of the chief investigator, the propaganda campaign in the press and mass rallies organized by the authorities reminded the author of the political process in the times of Chun Doo-hwan himself. In December 1996, Chun Doo-hwan was sentenced to life in prison, but sometime later he was pardoned, while most of the direct participants in the events were never prosecuted, which still causes resentment in the opposition.

Thus, the statements of the current RK leaders that they are continuing the traditions of those who died for democracy 36 years ago have at least a dash of hypocrisy.

 

Επίσης μπορείτε να διαβάσετε και εδώ:

1980: The Kwangju uprising

25 Years Ago: The Kwangju Massacre in South Korea

Εδώ 2 βιβλία (1 και 2) όσον αφορά το “The Kwangju Massacre in South Korea”

 

 

Εκλογική ανάσταση

 Ευκολάκι είναι για τον καθένα που θέλει να αναδείξει την προοδευτικότητά του, την επαναστατικότητα και τον διαφορετικό εναλλακτικό τρόπο σκέψης κατά την διάρκεια του Άγιου Πάσχα των χριστιανών. 

Από την μια θα έχει την ευκαιρία να διατυμπανίζει στις παρέες και στους συγγενείς ότι δεν εκκλησίαζεται και θα νιώθει την απόλαυση της νοητικής αυτοεκσεπερμάτωσης της δήθεν εναλλακτικότητας. Από τη άλλη θα βρεί τρόπους να νιώσει το πνευματικό επίπεδο της ανύψωσης με ένα διαφορετικό τρόπο αλλά κάθε άλλο παρά να μην ξεπερνάει το σολιψιστικό υπαρξιακό ύφος μιας ηθελημένης μελαγχολίας και περισυλλογής περί θανάτου. 

Αυτό συμβαίνει σε όλες τις θεσμικές κοινωνικές συνευρέσεις είτε θρησκευτικού ύφους, είτε εκπαιδευτικού και φυσικά πολιτικού. Η αποχή με άλλα λόγια, μια που είμαστε σε προεκλογική περίοδο, γίνεται ακριβώς η ίδια υπαρξιακή κατάσταση μ’ αυτή του σολιψιστικού βαθιά κατά τα άλλα θρησκευόμενου υποκειμένου που δεν εκκλησιάζεται. Οι ακόλουθοι της αποχής φαίνεται τελικά να είναι βαθία πολιτικοποιημένοι χώρις να το συνειδητοποιούν. 

Ο ψηφοφόρος που απέχει είναι ο εναλλακτικός τύπος που βρίσκει το πολιτικό νόημα της ανάστασης στο συνειδησιακό νοητικό κλουβί του. Δεν χρειάζεται την εκκλησία ως θεσμό όπως δεν χρειάζεται την βουλή ως την δημοκρατική επικύρωση του να είναι ελεύθερος. 

Από την μια δηλαδή διακρίνεται αρχικά η νίκη της αστικής πολιτικής τάξης με την εγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που έβαλε τα θεμέλια η Γαλλική επανάσταση. Κατά δεύτερον, γίνεται φανερός ο θρίαμβος της αστικής πολιτικής ισχύς να μην γίνεται αρεστή και απαραίτητη από τους πολιτευτές και τους πολιτευόμενους η όποια δημοκρατική διαδικασία. 

Η αποχή λοιπόν εκφράζει εμπράκτως την νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά και την αναγκαία πολιτική “επιλογή”. Με άλλα λόγια ο φιλελευθερισμός κατάφερε να αποδεσμεύσει ή να απονεκρώσει όχι την κρατική εξουσία αλλά την οργανωμένη εργατική πάλη για εργατική εξουσία. 

Η αποχή και οι ακόλουθοί της γίνονται τα θύματα της κλούβιας επανάστασης πίσω από την homemade αγία τράπεζα και οι εκλογικοποιημένοι πολίτες τα θύματα μιας εκκλησιάζουσας πατριωτικοκομματικής μιζέριας που η παλαβή ελπίδα γίνεται πολιτική δράση. 

Η καταφατική “αισιοδοξία” της αριστεράς

Jukka Siikala

Experimental Portrait 2 – Jukka Siikala

Η αριστερά εκφράζει την έλλογη υπευθυνότητα και την αποδοτικότερη επιλογή μιας εποχής που ανέχεται την απροκάλυπτη απέχθεια της απόλυτης καθολικής κατάφασης. Η κατάφαση αυτή διακηρύττει την επιβολή μιας πολιτικής πραγματικότητας της οποίας η προτεραιότητα είναι το αισιόδοξο σύνθημα του τύπου: “μαζί μπορούμε”, “η αλλαγή έρχεται”, “ναι στο μέλλον”. Με ένα μεταμοντέρνο “ναι” δηλαδή που εισχωρεί σε κάθε τύπου αίτημα, σε κάθε σκέψη, σε κάθε πρακτική.


Η καταφατική αυτή αριστερά έγκειται στην καθολική αισιοδοξία του διαφωτισμού. Η πολιτική αισιοδοξία της αριστεράς έχει την δυνατότητα ακόμη και όταν είσαι μέχρι τα ρουθούνια στα σκατά να επιμένεις σε μυρωδάτα λουλούδια. Η καταφατική “αισιοδοξία” επικαλείται την ανοργασμική ψευδαίσθηση. Η “αισιοδοξία” του διαφωτισμού έχει τις ρίζες του στην ερμηνευτική βία του “καλύτερου δυνατού κόσμου” του Λάιμπνιτς. Η ανάγκη να εκλογικευτεί μεταφυσικά η καταγωγή του κακού και να εκκοσμικευτεί ως ηθική εκφράζεται σήμερα με την πολιτικοποιημένη “αισιόδοξη” αριστερά.

Η “αισιοδοξία” της αριστεράς χρειάζεται ένα κοινό που βρίσκεται το χείλος του κόλπου της παραγωγής. Μπροστά στο χείλος βρίσκεται το τέλος της ιστορίας και μπροστά στο τέλος της ιστορίας ο τελευταίος άνθρωπος. Ο τελευταίος άνθρωπος είναι που ξεφύτρωσε από τις φαινομενολογικές εντός των παρενθέσεων εποχές και από την καταγωγή μιας ιστορίας που βρίσκει τα αίτια στην γενεαλογία της ηθικής. Από την άλλη υπάρχει ήδη η απαντητική υλιστική δόση που σπάζει κυριολεκτικά τις δομές του κατεστημένου πολιτικού υπάρχοντος. Η κυριότητα της άρνησης φωνάζει ένα “όχι” που αρνείται μέχρι το μεδούλι την βαρβαρότητα.

Jukka Siikala experimental-portrait-iii

Experimental portrait iii – Jukka Siikala

Αυτό το “όχι” απαντά στην τερατώδη κατάφαση του καπιταλισμού που γεννά όλες τις χρωματιστές αισιοδοξίες και επαναστάσεις. Κομμουνισμός… έτσι λέγεται αυτό το “όχι” που πηγάζει από τα σκοτεινά περιθώρια της ιστορίας κι αναπνέει μόνο γιατί διαμορφώνει την πραγματικότητα με το οικείο πολιτικό, το αφαιρετικό ποιητικό και το συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο. Η αφαίρεση και η δημιουργική διαδικασία δεν εμπίπτουν στην επικινδυνότητα της μεταφυσικής καθολικότητας αλλά πηγάζουν από την εμπειρία και την παρατήρηση. Το συγκεκριμένο και το καθολικό είναι παιδιά του επαναστατικού μαρξισμού σε αντίθεση με κάθε αριστερά που εναποθέτει την εξέγερση σε ένα φαντασιακό πανδαιμόνιο ελπίδας.

Το νόημα της αλλαγής και του αισιόδοξου “ναι” που κινείται από τα δεξιά στα αριστερά και τανάπαλιν έχει τον χαρακτήρα της φαντασιακής εξέγερσης. Η φαντασιακή εξέγερση δεν έγκειται στην καταστροφική διαδικασία ή σε μια εκμηδενιστική λειτουργία, αλλά χαρακτηρίζεται από μια τύπου αποσυναρμολόγηση και διαμελισμό. Ο συγκεκριμένος διαμελισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από τον ντερριντιανό όρο της déconstruction.

O Ντεριντά εισάγει την “νέα γραφή” ως η γραφή η οποία γίνεται το διαμεσολαβητικό εργαλείο μεταξύ του αδιάσκεπτου ή του ανείπωτου με το αισθητό. Αυτό το διαμεσολαβητικό εργαλείο μεταφράζεται πολιτικά ως ο αισιόδοξος διαμελισμός μιας φαντασιακής εξέγερσης η οποία γίνεται το κέντρο της αφομοίωσης η οποία διατηρείται αφού φτάνει να υπάρχει η αριστερά που λέει “ναι μπορούμε”.
Η déconstruction είναι η πολιτική εργαλειοθήκη που δίνει σε ακαδημία και κοινωνία, σχολεία και κόμματα τα εργαλεία εκείνα που έχουν ως σκοπό να χρησιμοποιηθούν πισώπλατα όποτε και όταν πρέπει ενάντια στον επαναστατικό μαρξισμό. Αφενός δημιουργείται από τα κατάλοιπα της ιστορίας της οντολογίας μια “νέα μεταφυσική” η οποία διαμελίζει τα δεδομένα και αφετέρου επιστρέφει στην αιώνια επανάληψη της μεταφυσικής μιζέριας.

 

Francis Bacon, Portrait de Michel Leiris, circa 1976

Francis Bacon, Portrait de Michel Leiris, circa 1976

Από το 1927 όταν το “Είναι και Χρόνος” κάνει την επίσημη εμφάνισή του προμηνύει την βία που έρχεται. Από την μια προμηνύει την βία του φασισμού και από την άλλη την βία της ερμηνείας. Τα πάντα συντρίβονται με την déconstruction ώσπου το κείμενο να εξαφανιστεί, ώσπου ο άνθρωπος να κερδίσει την αιωνιότητα περιπλανώμενος στην ιστορία πάντα κάτω από την δικτατορία της ερμηνείας. Η βία της φιλοσοφικής ερμηνευτικής déconstruction οδηγεί τα ερωτήματα στις εκ των προτέρων δοσμένες απαντήσεις. Η ερμηνευτική βία γεννημένη ουσιαστικά από το 1927 και καλλιεργημένη ήδη από τον Βίλχελμ Ντίλταϋ, επιδιώκει παντού να αναγνωρίζει τον εαυτό της.
Η ερμηνευτική βια του Μάρτιν Χάιντεγκερ ή διαφορετικά το ξεγύμνωμα της φασιστικής δομής της απόκτησης γνώσης γίνεται το επίσημο εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό σύστημα παραγωγής γνώσης, ιστορίας και ποίησης. Οι ποιητές του δυτικού άξονα και της σημερινής ευρωπαϊκής κουλτούρας βαφτίστηκαν από τα μουστάκια του Γερμανού οραματιστή για την τόσο πολυπόθητη αυθεντικότητα του Dasein.

Οι ερωτικοί κομμουνιστές: Καβάζογλου – Μισιαούλης

Η αστική τάξη, λέει ο ποιητής και σκηνοθέτης Παζολίνι, “είναι ένα εύθραυστο οικοδόμημα που μόλις δεχτεί μια δυνατή γροθιά – παρέμβαση θα γκρεμιστεί. Και θα γκρεμιστεί γιατί η “σύνθεσή” της, ο τρόπος που ενώνονται τα μέλη της, η έλλειψη ισχυρών ηθικών αξιών που τη διακρίνει, προδικάζουν και τη συντριβή της.”

Ο Παζολίνι βρίσκεται στη καρδιά της διαμεσολαβητικής σχέσης μεταξύ του προβλήματος της αγιότητας (Χριστιανισμός) με αυτό της στράτευσης (Κομμουνισμός) και αυτό εκφράζεται με ένα πολύ πολύπλοκο σενάριο για τη ζωή του Απόστολου Παύλου. (περισσότερα εδώ και εδώ)

Με το πιο πάνω απόσπασμα από το ποίημά του “Η Πραγματικότητα” συνοψίζεται ο χειραφετητικός αγώνας του κομμουνιστή και ομοφυλόφιλου Παζολίνι:

“έχω κάτι μάλλον διαφορετικό να πω: όχι ως Μαρξιστής
πλέον, ή ίσως ναι, αλλά από αυτή τη στιγμή μόνο
–εφόσον η έκσταση των Συγγραφέων

της Αποκάλυψης μυθοποιείται
σε μια άχρονη φλόγα: Οι αγάπες μου–
θα φωνάξω–είναι όπλο τρομερό

γιατί δεν το χρησιμοποιώ; Τίποτε δεν είναι τρομερότερο
απ’ το να είσαι διαφορετικός. Εκτεθειμένος κάθε στιγμή
–φωναγμένο διαρκώς–ασταμάτητη εξαίρεση–

 

Ο Παζολίνι δολοφονήθηκε και κακοποιήθηκε άγρια επειδή ακριβώς κατάφερε να δώσει γροθιά στην καρδιά του πραγματικού που είναι η Ιστορία. Το πραγματικό του Παζολίνι γίνεται ο συγκεκριμένος εκείνος αγώνας για την άρνηση. Έδωσε το πραγματικό μάθημα του Μαρξισμού όχι στα έδρανα και στα γραφεία, σχολιάζοντας ο ίδιος την ακαδημαϊκή του εμπειρία ως “ένα πανεπιστήμιο με δομή φασιστική”.

Στο μεγάλο ποίημα Vittoria (Νίκης) ο Παζολίνι γράφει κάπου στην μέση τους εξής στίχους:

οπουδήποτε πάει ο εχθρός, οδηγούμενη από μια ιστορία

που είναι η ιστορία και των δυο, και τους κάνει, βαθιά κάτω,

διεστραμμένα, αδελφούς.”

Ο Παζολίνι τερματίζει το διορατικό του βλέμμα στο τέρμα της πραγματικότητας. Δεν έχει να στρέψει το βλέμμα κάπου άλλου αφού η όποια πολιτική ελπίδα κλειδώνεται στην απολυτότητα του αδύνατου ή στην πορεία με τα τέσσερα. 

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα

Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα, Pier Paolo Pasolini

 

Γιατί η ηθική
της κοινής λογικής, της παθητικής κοινότητας
χωρίς απομεινάρι πραγματικότητας, δεν είναι τίποτα”.

(στίχοι από το ποίημα “Η Πραγματικότητα”)

 

Η συνενοχή είναι το μέσο που μας οδηγεί “διεστραμμένα” να γίνουμε αδελφοί στο τέλμα της βαρβαρότητας. “Όπως γράφει ο Παζολίνι: αναγνωρίζουμε ότι πάμε ακριβώς εκεί που πάει ο εχθρός μας, “οδηγούμενοι από μια Ιστορία, που είναι η ιστορία και των δυο.” Κι είναι αδύνατη η πολιτική ελπίδα.”

Το “φωναγμένο διαρκώς” και η “ασταμάτητη εξαίρεση” ταυτοχρόνως δολοφονείται. Και επειδή ακριβώς δολοφονείται και επειδή ακριβώς αγγίζει με αγένεια τα αχαμνά του καλογεννημένου δυτικού πολιτισμού είναι αναγκαία η επιμονή να γίνουνε κομμάτια.

Σαν κινηματογραφική σκηνή του Παζολίνι λοιπόν η φωτογραφία των δολοφονημένων από τους φασίστες Καβάζογλου – Μισιαούλη.

καβαζογλου

 

 

Νά τι σκότωσαν οι φασίστες και νά τι εξακολουθούν να σκοτώνουν οι φασίστες: το κάθε φορά “φωναγμένο διαρκώς” και την αιώνια “ασταμάτητη εξαίρεση”.

 

 

Η φωτογραφία των δολοφονημένων κομμουνιστών ακόμα και όταν τα σώματα πέφτουν, πέφτουν ερωτικά, για προσέξτε καλύτερα, σαν τις κινηματογραφικές ποιητικές σκηνές του Παζολίνι ή σαν τις ερωτικές πινελιές του άλλου κομμουνιστή, του Πικάσο.

 

Figures at the Seaside, 1931 Pablo Picasso

Figures at the Seaside, 1931 Pablo Picasso

 

Ο αγώνας της χειραφέτησης δεν επικυρώνει καμιά εξαγρίωση των σωμάτων αλλά ούτε σκύβει το κεφάλι στο δημοκρατικό πέπλο της κυριαρχίας παρά οφείλουμε “να μάθουμε κάτι από τη μηδενιστική υποκειμενικότητα”.

 

 

Σκίστε τον κόσμο των καλογεννημένων σε κομμάτια!
Μόνο ένα λουτρό αίματος μπορεί να σώσει τον κόσμο
από τα αστικά του όνειρα, που είναι βέβαιο

ότι τον κάνουν όλο και πιο ψευδή!
Μόνο μια επανάσταση που σφαγιάζει
τους νεκρούς αυτούς άνδρες μπορεί να αποκαθηλώσει το κακό τους!”

Μόνο όταν ειπωθεί ή φωναχτεί αυτό
θα μπορέσει η μοίρα μου να λευτερωθεί
και να αρχίσει τον λόγο μου για την πραγματικότητα.” (απόσπασμα από το ποίημά του “Η Πραγματικότητα”)