Category Archives: Αστική Τάξη

Επιτραπέζιο Παιχνίδι 

Η μικροαστική εφημεριδοποίηση των πολιτικών γεγονότων εκφράζει την ήρεμη τυποποιημένη υπόκλιση στην αδρανή συχνότητα του καθημερινού μόχθου. Η συγκεκριμένη συχνότητα οδεύει προς την κορυφή της υπερπλήρους αποδοχής της προκαθορισμένης κοσμικής αρμονίας χωρίς την παρουσία του υποκειμένου.

Το μεταμοντέρνο αδρανοποιημένο στοιχείο της συχνότητας του πολιτικά αφηρημένου απτού γίνεται ο μέσος όρος. Ένας μέσος όρος ο οποίος συσχετίζει την λογική της εξουσίας μαζί με την φιλελεύθερη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή αριστερά.

Αυτό το οποίο συνδέει τον φιλελεύθερο με τον σοσιαλδημοκράτη ριζοσπάστη αριστερό και τον φασίστα έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχει ένας μέσος όρος ή ένας κοινός χώρος που διαπερνά και τις τρεις πολιτικές υπάρξεις.

Η δύναμη της αστικής κυριαρχίας επιτρέπει αβασάνιστα την αστικοποιημένη ιδεολογία κάθε εκδοχής – η οποία δεν είναι κομμουνιστική – ακόμα και να αντιστέκεται στον ίδιο τον χώρο.

Μέσα σ’ αυτό ακριβώς το πολιτικό πλαίσιο χώρου, ο φιλελευθερισμός νικηφόρα διατείνεται για την πολιτική ελευθερία του υποκειμένου. Εντός αυτού του κοινού χώρου διακρίνεται επίσης και η σοσιαλδημοκρατία εκφράζοντας τις θεσμικές της επαναστάσεις. Σε αυτόν τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο ο φασισμός εκμεταλλεύεται την θεσμική του νομιμότητα να υπάρχει ως απαραίτητο λήμμα στην κρατική εξουσία.

Η περίπτωση αυτού του κοινού πολιτικού πλαισίου δεν αντιστοιχεί στην χρηστική του λειτουργία, όπως για παράδειγμα ένα μαχαίρι με το οποίο γίνεται δυνατό να σκοτώσεις αλλά και να κόψεις ένα κομμάτι ψωμί. Η Χαϊντεγκεριανή οντολογική ουσία της χρήσης, που εκφράζεται στο Είναι και Χρόνος, αυτοδιαλύεται σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο. Ο συγκεκριμένος αυτός πολιτικός χώρος δεν προσδιορίζεται ως εργαλείο για σωστή ή κακή χρήση. Ακόμα και το βιβλίο χρήσης του για παράδειγμα – το σύνταγμα – είναι και εκφράζει την κυριαρχία μιας κοινωνικής τάξης πάνω σε μιαν άλλη.

Μέσα σε αυτόν τον χωρικό πολιτικό ιστορικό προσδιορισμό της κρατικής κυριαρχίας φτάνει από την μια στο πολυπόθητο ανώτατο στάδιο της ίδιας, ως ιμπεριαλιστική δύναμη, και από την άλλη εκφράζονται οι υπόλοιποι κυριαρχικοί χώροι ως δίοδοι εμπιστοσύνης της ιμπεριαλιστικής δύναμης.

Το πολιτικό υποκείμενο σε αυτήν την περίπτωση γίνεται το μεταμοντέρνο αφηρημένο υπερ-κείμενο. Η οντότητα του υποκειμένου ως υπερ-κειμένου, μιας δηλαδή ανάγνωσης της ερμηνευτικής αποδόμησης του κειμένου σε υπαρξιστική τύπου αναγνωστική οντολογία, αντιστοιχεί απόλυτα με την Ντεριντιανή ερμηνεία της αποδομητικής ανάγνωσης που βρήκε όαση στο Ντελεζιανό σώμα χωρίς όργανα. Από την ερμηνευτική φαινομενολογία της αποδόμησης του εννοιολογικού κειμένου μεταφερόμαστε στο κενό περιεχομένου υποκείμενο το οποίο δύναται να λειτουργεί ως αυτοματοποιημένη μηχανική αλλοτρίωση. 

Η αποδόμηση γίνεται ο οριζόντιος πολιτικός χώρος που μπορεί να εκχωρεί με μία αέναη ροή την απόλυτη εκεχειρία μπροστά στην καπιταλιστική παραγωγή. Η κυριαρχική δύναμη των μη ορίων σε μια κρυστάλλινη ομίχλη δημοκρατικής κοινωνίας φαίνεται να είναι ο οίκος ανοχής του υποκειμένου. Ένας οίκος του κόσμου και των παραισθήσεων που το κορμί γίνεται το μέσο για την αντιμετώπιση της κρίσης και της νοθείας των πολιτικών καυσίμων. Δεν υπάρχει υποκείμενο ούτε σε σχέση με το αντικείμενο αλλά ούτε σε σχέση με τον εαυτό του. Το υποκείμενο εξατμίζεται καθέτως για να μην μπορεί να εξαπλώνεται. 

Το πολιτικό υποκείμενο έχει αποδομηθεί στην απεραντοσύνη της εκδημοκρατικοποίησης ως μια ατομικότητα ενοχικής τρομοκρατίας. Το συλλογικό δεν επιτρέπεται και το ατομικό γεύεται την λατρεμένη αποδόμηση ως ελευθερία.

Βιώνουμε την εποχή της εξολοκλήρου καταστροφής. Φτάσαμε στο ιστορικό κέντρο του κόσμου που τα πάντα έχουν τελειώσει και απλά αναμένεται ο τελευταίος κραδασμός του τέλους. Όταν ο μηδενισμός γίνεται στα χέρια της κρατικής εξουσίας επιτραπέζιο παιχνίδι τότε εισέρχεται η ιστορία στην κυκλική της θανάτωση. 

Advertisements

Brexit και η δικτατορία του προλεταριάτου

Η απόγνωση και η δυσαρέσκεια του βρετανικού λαού, μπροστά στην λαίλαπα της απατηλής Ευρωπαϊκής Ιδέας και της αντιλαϊκής πολιτικής της, είχε γίνει για τον λαό ένας κοινωνικοπολιτικός βραχνάς. Ο λαός ήθελε και θέλει κάτι “άλλο” αλλά αυτό το “άλλο” δεν είναι εδώ ούτε με συγκεκριμένη πολιτική μορφή και ούτε με οργανωμένη ταξική συγκρότηση.

Brexit και εθνικισμός

Απ’ το προχθεσινό Brexit προκλήθηκε ένα πολιτικό κενό στην καρδιά της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη Βρετανία την “ιδέα” εξόδου την είχε ρητορικά καρπωθεί ο εθνικισμός. Η ιδέα όμως δεν προσδιορίζεται από το περιεχόμενο της πραγματικότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση η ρητορικά εθνικιστική ιδέα του Brexit έγκειται στη κενού περιεχομένου σύσταση της ιδέας του, άρα και μιας αφηρημένης πραγματικότητας. Το Brexit δεν είναι εθνικιστικό αίτημα αλλά η δημοψηφική έκφραση του λαού για την αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο εθνικισμός υπάρχει στην Βρετανία και η διατήρηση του έγκειται στον ευρωσκεπτικισμό του και στις εθνικιστικές πεποιθήσεις του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει τον εθνικισμό και μέσα από τον ευρωσκεπτικισμό η Ένωση ενδυναμώνεται. Ο ευρωσκεπτικισμός έχει εθνικιστικές, ρατσιστικές και φασιστικές αντιλήψεις αλλά δεν είναι αντιτιθέμενες οντότητες με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζει υλικά αλλά και πολιτικά/θεσμικά τον εθνικισμό και το φασισμό. Οποιαδήποτε μορφή ευρωσκεπτικισμού που εκφράζει ο εθνικισμός δεν έγκειται σε τίποτε άλλο παρά σ’ ένα ευρωπαϊκό μανδύα προπαγανδιστικού περιεχομένου ώστε ν’ αποπροσανατολίζει την εγχώρια οργάνωση της εργατικής τάξης και μιας οργανωμένης διεθνιστικής κομμουνιστικής προοπτικής. Ο αντι-κομμουνισμός της ΕΕ είναι θεσμική πλέον διαδικασία που συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των ευρωπαϊκών αξιών και της ελευθερίας.

 

Bremain και άγιος ο Θεός

Από την άλλη ένα Bremain υποσχόταν την ασφάλεια μιας ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα διατηρούσε την απραξία και την μίζερη αποδοχή μιας κοινής στέγης. Ενός κοινού οικοδομήματος για το οποίο δεν θα επιτρεπόταν σε κανένα να το θέτει υπό αμφισβήτηση. Τα αντεργατικά/αντιλαϊκά μέτρα θα συνέχιζαν ως ο καλύτερος κοινωνικοπολιτικός τρόπος κοινωνικής επιβίωσης. Η εναλλακτική πολιτικοοικονομική πρακτική αρχίζει και τελειώνει στην επιτρεπόμενη πολιτικά αριστερή σοσιαλδημοκρατία.

 

Brexit και δικτατορία του προλεταριάτου

Το πολιτικό και κοινωνικό σοκ που προέκυψε με το αποτέλεσμα του Brexit γίνεται η απόδειξη ότι ακόμα και ο λαός, για ένα μέρος του συνειδητά, και για κάποιο άλλο ενστικτωδώς, αναγνώρισε το πολιτικό/ιστορικό κενό της εποχής. Ο λαός ανέμενε ενστικτωδώς μετά το Brexit μια εναλλακτική, άμεση κινητικότητα αλλά καμιά φωνή, καμιά ακρόαση, καμιά πρόταση. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το Brexit δεν εκφράζει καμιά λύση κανενός προβλήματος. Αυτό το οποίο εμφανίζεται από το Brexit είναι η ανάγκη ενός ιστορικού συμβάντος. Με άλλα λόγια γίνεται φανερό το πραγματολογικό ιστορικό θραύσμα ως κενό αλλά ταυτόχρονα η ανάγκη της συγκεκριμένης λαϊκής/εργατικής ιστορικής διαμεσολαβημένης αναγκαιότητας. Το αναγκαίο ιστορικά προλεταριάτο πρέπει να απαντήσει και να προσδιορίσει το ιστορικό κενό που προέκυψε. Το κομμουνιστικό κίνημα είναι το πολιτικό ταξικό εγχείρημα που ο λαός ενστικτωδώς απαιτεί. Το πολιτικό και κοινωνικό επιθυμητικό διακινείται αυθορμήτως και άμορφα όταν δεν το έχει μπροστά στα μάτια του ως επιλογή. Εδώ έγκειται και η ανάγκη των Κομμουνιστικών Κομμάτων, κινημάτων να λάβουν δράση. Το Brexit δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως κατάσταση εξαίρεσης εντός των πλαισίων των αστικών ορίων. Κατάσταση εξαίρεσης θα ήταν μόνο εάν η εργατική τάξη μπορούσε να οργανωθεί και εκμεταλλευτεί αυτό το ιστορικό/πολιτικό κενό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επιβάλει την δικτατορία της.

 

Το κυνήγι των ευθυνών

Το κυνήγι των ευθυνών για το Brexit κινείται ήδη σε μια μιντιακή ρητορεία για το ποιος ευθύνεται για την αναστάτωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την μια οι διανοούμενοι “επαναστατικοί” κύκλοι της Ένωσης προσδίδουν ευθύνες στην ακαδημία, δηλαδή στους διανοούμενους, σαν να η ακαδημία να ξέχασε το ταξικό της πρόταγμα ως τάχα μου οργανωμένο ταξικό σύνολο και να γελάστηκε στην δίνη μιας φαρσοκωμωδίας. Δεν αναγνωρίζεται ότι δεν είναι παρά ένας μηχανισμός της Νέας Αριστεράς από την δεκαετία του 60′ που αλλάζει κάθε φορά την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική του φύση υπέρ της αστικής τάξης. Ευθύνες επίσης προσδίδονται στην υπό έκπληξη ανοργάνωτη Ευρωπαϊκή Αριστερά ή στην Βρετανική Αριστερά. Δεν θυμούνται ότι μέχρι τώρα οι ίδιοι οι αριστεροί της Δύσης έψαχναν μέσα στα σκονισμένα δεφτέρια τα οντολογικά αφηρημένα αιτία της παρακμής τους. Μετά προσδίδονται ευθύνες στους ηλικιωμένους, στον εθνικισμό, στην επιθυμία. Παντού ευθύνες. Η υπερ-ευθυνολογία λοιπόν γίνεται το πρώτο στρώμα ενός αντι-δραστικού δημοσιογραφικού λαβυρίνθου. Το να αναζητούνται οι αιτίες ενός Brexit διακρίνεται ο πραγματολογικός πολιτικοκοινωνικός αστικός μηχανισμός να καλύψει με σύννεφα τον ουρανό που έριξε ένα κεραυνό εν αιθρία. Η απαραίτητη ανάγκη της πιο βαριάς ευθύνης είναι ένας ακόμα μηχανισμός άμυνας για την επιστροφή στην ασφάλεια της κοινής Ευρωπαϊκής στέγης μπροστά στην ζαλάδα του πολιτικού κενού της εποχής. Η απάντηση λοιπόν στους ευθυνολάτρεις διανοούμενους, δημοσιογράφους και αστούς πολιτικούς θα την δώσει μόνο αν ενδυναμωθεί μια ταξική/αντι-ιμπεριαλιστική πάλη. Μόνο έτσι κλείνει αυτό το κενό, με την διαμεσολαβημένη αμεσότητα του δραστικού και έμπρακτου κομμουνιστικού προτάγματος που θα δώσει τελικά στην ακαδημία το μάθημα που πρέπει να πάρει.

 

Σοσιαλδημοκρατία και η επαναθεμελιωμένη ΕΕ

Το συγκεκριμένο κενό πολιτικής που δημιουργείται με το Brexit δεν θα κινητοποιήσει θετικά τίποτε για το συμφέρον του λαού παρά θα συνεχίσει την ταξική πολιτική των αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων και την εκμεταλλευτική πολιτική της αστικής τάξης έναντι της εργατικής. Τα Σοσιαλδημοκρατικά αριστερά σχήματα και κόμματα με τις πολιτικές που πρεσβεύουν γίνονται τ’ αρπαχτικά, τα οποία ήδη προσπαθούν να προσδώσουν στο Brexit είτε ένα εθνικιστικό παραλήρημα είτε μια αφηρημένη αιτιολογία με σκοπό να αποπροσανατολίζουν τον λαό προς την λαϊκή/εργατική οργάνωση και εξέγερση. Οι νεκρές αφηρημένες αναλύσεις της σοσιαλδημοκρατίας αρχίζουν ήδη να γεμίζουν το πολιτικό κενό με παράταση της δράσης και μιας θριαμβευτικής επανέναρξης μιας άλλης δημοκρατικής, δίκαιης και επαναθεμελιωμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιμπεριαλισμός: αντεργατική οντολογία

Το κεφάλαιο και η αστική τάξη του δυτικού κόσμου που το υπηρετεί με τον εγγενή ιμπεριαλιστικό του χαρακτήρα είχε ως στόχο την οποιαδήποτε μορφή μόλυνσης της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλισμού όπως ακριβως αναπτυσσόταν τον 20ον αιώνα.

Όταν η μεταπολεμική δυτική μηχανή του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης κατασκεύασαν τον λεγόμενο ‘Ψυχρό Πόλεμο’ για να μπορέσουν να δημιουργήσουν το τέρας του κομμουνισμού, ο δυτικός πολιτισμός έβαζε τα θεμέλια της μεταμοντέρνας τέχνης προσπαθώντας να εκσφενδονίσει την ιστορία στην ανυπολόγιστη κοσμική αταξία. 

Ο αντικομμουνισμός παρέμεινε στην πρώτη γραμμή μετά και την νικηφόρα μάχη του δυτικού ιμπεριαλιστικού κόσμου έναντι της ΕΣΣΔ. Από τότε η σύγχρονη αντικομμουνιστική προπαγάνδα γίνεται η θεσμική διαδικασία των προοδευτικών αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Σήμερα ο αντι-κομμουνισμός δεν έχει την ΕΣΣΔ έτσι ώστε να φτάνουν τα πυρά του. Σήμερα οι επιθέσεις συγκεντρώνονται στην μορφή της ταξικής πάλης, στο εργατικό κίνημα και στην μαρξιστική/λενινιστική ιδεολογία.

Η μορφή αντίστασης και πάλης απο τα οπορτουνιστικά κόμματα εγινε διαχειριστική πολιτική εξανθρωπισμού του καπιταλισμού είτε με την θεωρια των σταδίων είτε με την εκλογίκευση μέσα στο παράλογο.

Η αποθέωση του κοινοβουλευτισμού και η διαχειριστική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας από τα νεο-αριστερά κόμματα με σκοπό να λύσει το πρόβλημα της εθνικής κυριαρχίας είναι ακριβώς ο σύγχρονος πόλεμος της αστικής τάξης με άλλα μέσα για να αποτελειώσει τις όποιες ταξικές οργανωτικές κινηματικές εκλάμψεις που παρέμειναν εν ζωή.

Ο ιμπεριαλισμός δεν εκφράζεται μόνο σαν ένας οικονομικός μηχανισμός υπεροχής αλλά αληθεύει να έχει ανεξάντλητα αποθέματα πολιτικής αντεργατικής οντολογίας.

Εκλογική ανάσταση

 Ευκολάκι είναι για τον καθένα που θέλει να αναδείξει την προοδευτικότητά του, την επαναστατικότητα και τον διαφορετικό εναλλακτικό τρόπο σκέψης κατά την διάρκεια του Άγιου Πάσχα των χριστιανών. 

Από την μια θα έχει την ευκαιρία να διατυμπανίζει στις παρέες και στους συγγενείς ότι δεν εκκλησίαζεται και θα νιώθει την απόλαυση της νοητικής αυτοεκσεπερμάτωσης της δήθεν εναλλακτικότητας. Από τη άλλη θα βρεί τρόπους να νιώσει το πνευματικό επίπεδο της ανύψωσης με ένα διαφορετικό τρόπο αλλά κάθε άλλο παρά να μην ξεπερνάει το σολιψιστικό υπαρξιακό ύφος μιας ηθελημένης μελαγχολίας και περισυλλογής περί θανάτου. 

Αυτό συμβαίνει σε όλες τις θεσμικές κοινωνικές συνευρέσεις είτε θρησκευτικού ύφους, είτε εκπαιδευτικού και φυσικά πολιτικού. Η αποχή με άλλα λόγια, μια που είμαστε σε προεκλογική περίοδο, γίνεται ακριβώς η ίδια υπαρξιακή κατάσταση μ’ αυτή του σολιψιστικού βαθιά κατά τα άλλα θρησκευόμενου υποκειμένου που δεν εκκλησιάζεται. Οι ακόλουθοι της αποχής φαίνεται τελικά να είναι βαθία πολιτικοποιημένοι χώρις να το συνειδητοποιούν. 

Ο ψηφοφόρος που απέχει είναι ο εναλλακτικός τύπος που βρίσκει το πολιτικό νόημα της ανάστασης στο συνειδησιακό νοητικό κλουβί του. Δεν χρειάζεται την εκκλησία ως θεσμό όπως δεν χρειάζεται την βουλή ως την δημοκρατική επικύρωση του να είναι ελεύθερος. 

Από την μια δηλαδή διακρίνεται αρχικά η νίκη της αστικής πολιτικής τάξης με την εγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που έβαλε τα θεμέλια η Γαλλική επανάσταση. Κατά δεύτερον, γίνεται φανερός ο θρίαμβος της αστικής πολιτικής ισχύς να μην γίνεται αρεστή και απαραίτητη από τους πολιτευτές και τους πολιτευόμενους η όποια δημοκρατική διαδικασία. 

Η αποχή λοιπόν εκφράζει εμπράκτως την νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά και την αναγκαία πολιτική “επιλογή”. Με άλλα λόγια ο φιλελευθερισμός κατάφερε να αποδεσμεύσει ή να απονεκρώσει όχι την κρατική εξουσία αλλά την οργανωμένη εργατική πάλη για εργατική εξουσία. 

Η αποχή και οι ακόλουθοί της γίνονται τα θύματα της κλούβιας επανάστασης πίσω από την homemade αγία τράπεζα και οι εκλογικοποιημένοι πολίτες τα θύματα μιας εκκλησιάζουσας πατριωτικοκομματικής μιζέριας που η παλαβή ελπίδα γίνεται πολιτική δράση. 

Ο καρνάβαλος της απόλυτης αλήθειας

Το φαινόμενο της μετα-μαρξιστικής διανόησης – χρησιμοποιούμενος επίσης με το ίδιο περιεχόμενο και ο όρος μαρξισμός – προσδιοριζεται μεσα από το βασικότερο χαρακτηριστικό του, το οποίο έγκειται στην επανίδρυση της επαναστατικής διαδικασίας σε ένα συνειδησιακό/ιδεολογικό μεταφυσικό μόρφωμα. Το φαινόμενο σίγουρα δεν είναι καινούργιο. Γεννιέται από τους δεξιούς εγελιανούς στοχαστές και εκφράζεται με τον Μάη του 1968 μέχρι και σήμερα. Σήμερα εμφανίζεται ως ένα καθολικό κοινωνικοπολιτικό πραγματολόγημα και σίγουρα δεν σημαίνει ότι έχει τον χαρακτήρα του τυχαίου και έχει αξία μόνο επειδή έχει γίνει προϊόν αγοράς.

Ο μετα-μαρξιστικός διανοουμενισμός που εκφράζεται στα έδρανα του ακαδημαϊκού κόσμου αλλά και στα έδρανα των αστικών πολιτικών κομμάτων εκπροσωπείται από τον Ευρωπαϊκή αριστερά. Η Ευρωπαϊκή αριστερά είναι η οπορτουνιστική μετα-μαρξιστική σκέψη που εκφράζεται πολιτικά από τον σημερινό αριστερό ακτιβιστή μέχρι τον μαχόμενο διαλεκτικό αναλυτή που γνωρίζει κάθε μαρξική έννοια σαν να βρίσκεται σε παιχνίδι γνώσεων. Ο οπορτουνισμός λοιπόν είναι η ενσυνείδητη πολιτικοθεωρητική προσπάθεια εδραίωσης του δικαιώματος της αστικής τάξης να διατηρεί την κοινωνική, πολιτική και οικονομική της κυριαρχία επειδή αυτή την ιστορική στιγμή με αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει η δυνατότητα σύγκρουσης, ρήξης και κατεδάφισης του υπάρχοντος συστήματος.

Η αντικειμενικότητα του φαινομένου είναι αποτέλεσμα μιας επίπονης και επίμονης προσπάθειας παραγωγής της κυριαρχίας του κεφαλαίου έναντι της εργατικής τάξης. Η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από τους κεφαλαιοκράτες δεν προκύπτει από την δύναμη των έξεων, δηλαδή της συνήθειας. Οι Αριστοτελικές έξεις/συνήθειες δεν είναι συναισθηματικού τύπου πρακτικές αλλά πρόκειται για ένα ξεχωριστό αρεταϊκό τύπο βασισμένο σε ένα συγκεκριμένο ηθικοπρακτικό πακέτο. Ως εκ τούτου, το κάθε κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι αποτέλεσμα της αρεταϊκής συνήθειας αλλά της αντικειμενικής εκμεταλλευτικής βίαιης καπιταλιστικής πολιτικής και οικονομικής πρακτικής. Η ταξικότητα των φαινομένων είναι που βαφτίζει τα ίδια τα φαινόμενα να έχουν αντικειμενικούς λόγους ύπαρξης και όχι η συνήθεια.

Η “συνήθεια” είναι απλά ένα επιπλέον εργαλείο για μια αντικειμενική ή υποκειμενική περιγραφική προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς όμως να αγγίζει τις πραγματολογικές παραγωγικές σχέσεις. Η παραγωγή και η εξαγωγή της αλήθειας γίνεται μόνο μέσα από τον μαρξισμό όχι όμως στην βάση μιας θεωρητικοφιλοσοφικής διαλεκτικής, ούτε στην βάση μιας κοινωνιολογικής πειραματικής αναγνωρισιμότητας αλλά ούτε εντός του πλαισίου μιας οικονομικής θεωρίας. Ο επαναστατικός μαρξισμός είναι η παραγωγή της αλήθειας που θέτει τις υλικές βασικές προϋποθέσεις και τα αναγκαία πολιτικά μέσα για την πραγματική συγκρουσιακή μορφή του αγώνα προς ένα άλλο είδος κοινωνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Η υλική πραγμάτωση μιας τέτοιας κοινωνίας με το συγκροτητικό στοιχείο της συλλογικής οργάνωσης ονομάζεται “κομμουνισμός”.

Το παιχνίδι γνώσεων μετατρέπεται σε παιχνίδι αγοράς. Η διανοητική και ακαδημαϊκή παραγωγή πουλιέται, είναι δηλαδή πουλημένη. Έχει πουληθεί η διανόηση και αγοραστεί όχι μόνο υλικά αλλά και πνευματικά. Το μικροαστικό επιχείρημα του διανοούμενου που δεν έχει πουληθεί πνευματικά γιατί συντάσσει μερικά άρθρα προς δημοσίευση αλλά υλικά έχει αγοραστεί δεν δικαιώνει τίποτε παρά την υπαρξιακή δικαίωση της υποκειμενικής ηθικής του. O συνειδητά αδιάθετος για την αγορά διανοούμενος ή ο απρόθυμος και άχρηστος θεωρητικός είναι το πταίσμα και ο περιθωριακός που η αναγνώριση της αντίστασής του δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν. Σήμερα οι ευσυνείδητοι διανοούμενοι που ενσυνείδητα έχουν ως πολιτική στρατηγική να είναι άχρηστοι για τον καπιταλισμό είναι αυτοί που έχουν πραγματικά κάτι να προσφέρουν στην κοινωνία.

Η διαφθορά και τα σκάνδαλα δεν εξαντλούνται στις ερμηνείες ως αυτοσκοπού του κέρδους για το κέρδος κτλ. Ο ιδιωτικός ή ο συλλογικός πλουτισμός γίνεται όχι αυτοσκοπός αλλά η ουσία της πολιτικής δράσης ακόμα και στις εργατικές συντεχνίες. Συμπερασματικά λοιπόν δεν τίθεται θέμα αυτοσκοπού αλλά ενός πολιτικού χάσματος που γεμίζεται από την κυριαρχία της αστικής φιλελεύθερης ιδεολογίας και των πολιτικών υλικών μέσων με την υπεραξία να είναι το οντολογικό στοιχείο της αλυσίδας του ιστορικού νόμου της πάλης των τάξεων. Το μέγα σκάνδαλο, παραφράζοντας το Badiou, έγκειται στην αποδοχή της συναινετικής αντιπροσώπευσης του καπιταλισμού ως δημοκρατικής διαδικασίας. Η μη εναντίωση σε μια τέτοια συναινετική δημοκρατία δηλαδή η άρνηση μιας μεταβατικής δικτατορίας, η λεγόμενη δικτατορία του προλεταριάτου, έχει ως αποτέλεσμα την αδιαφάνεια της διαλεκτικής μεταξύ αντιπροσώπευσης και διαφθοράς.

Ο μετα-μαρξιστικά ακτιβιστής αριστερός, ο ακαδημαϊκός θεωρητικός μαρξιστής ή ο οπορτουνιστής που διαβάζει την πραγματικότητα και συμβαδίζει μαζί της γιατί το επιβάλλει η πραγματικότητα έχει τα εξής πραγματολογικά πολιτικοκοινωνικά αποτελέσματα:

α) κατεδαφίζει τη μαρξιστική υλική πραγμάτωση της ταξικής πάλης

β) δημιουργεί άμεσα την αντίληψη της ορθότητας του καπιταλισμού ωσαν να κρύβει ένα ανθρώπινο πρόσωπο

γ) οδηγεί την εργατική τάξη στην προσκόλληση της συνθηματολογίας της Ε.Ε ως την επιτομή του βασιλείου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

δ) προσφέρει τις απαιτούμενες ασφαλιστικές δικλείδες του να λαμβάνει μέρος σε πολέμους αλλά να μην πολεμάει

ε) δημιουργεί ένα κοινωνικού τύπου ηρωισμό για το ποιος θα βγει λιγότερο χαμένος από την κρίση

Ο καπιταλισμός είναι η απόδειξη, χωρίς να χρειάζεται καμιά δικαστική εξουσία, ότι ακόμα και η καθολικοποιημένη τύπου αμφισβήτηση του συστήματος δεν αρκεί να συνειδητοποιηθεί ότι δεν έγκειται ως η φύση της πραγματικότητας.

Μπορούν να αμφιβάλουν με όση ακαδημαϊκή ένταση επιθυμούν. Μπορούν να οργανωθούν συλλογικά μέχρι και να συγκροτήσουν κόμμα. Μπορούν να διατυμπανίζουν με όποια μαρξιστική σημείωση ότι η πραγματικότητα είναι ζήτημα συνειδησιακής εκπλήρωσης και ομοφωνιών. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι τώρα η πραγματικότητα καλύπτει τα δεδομένα και η συμφωνία γίνεται το μέσο για να γίνει προσβάσιμη η πραγματικότητα πανω στην οποία εγινε κατορθωτη η μαρξιστική ανάλυση.

Μπορει ο νεομαρξιστής να γίνει ο καρνάβαλος της απόλυτης αλήθειας την οποία διατείνεται ότι κυνηγά, λησμονώντας ότι θα αφαιμάσσεται από τη πραγματικότητα καθημερινά, αφού η όποια ιδεολογική αμφισβήτηση του συστήματος δεν μπορεί παρά να παράξει απλά και το νέκταρ της νίκης του.

Η σιωπηρή αποδοχή της βαρβαρότητας

Για τον μελλοντικό ιστορικό η εποχή μετά το ολοκαύτωμα της σάρκας και του λόγου μέχρι και σήμερα, θα είναι η εποχή της αποδεκτής και ελκυστικής βαρβαρότητας. Ο δυτικός πολιτισμός δημιουργεί την βαρβαρότητα στην μεταπολεμική δύση να λειτουργεί ως μια προσβάσιμη έλλογη διαδικασία, φτιασιδωμένη αναγκαία με το καθεστωτικό εργαλείο της έκπληξης ως αρκετό για να συμβάλει κανείς στην κίνηση του ιστορικού χρόνου.

Κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου στην καρδιά της Ευρώπης κάποιοι κάνανε σχέδια διακοπών το καλοκαίρι και δεν μυρίστηκαν ποτέ καμένη σάρκα, ούτε ακούσανε ποτέ κραυγές, ούτε είδανε σκελετούς να περπατάνε. Κάποιοι ακόμα τα είδανε όλ’ αυτά αλλά συνεχίζαν να ψάχνουν καλοκαιρινά θέρετρα για να περάσουν καλά, να ξεχαστούν. Άλλοι πάλι το φχαριστιόντουσαν άλλοι πάλι όχι.

nazi holidays

Η φασιστική και ναζιστική βαρβαρότητα τότε ήταν πρωτόγνωρο πολιτικό βίωμα. Γέννημα θρέμμα από τον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Η βαρβαρότητα δεν ήταν ασθενική τρέλα αλλά πολιτική προοπτική, συγκεκριμένες πολιτικο-οικονομικές θέσεις, νόρμες και νομοθετήματα.

??????????????????????????????????

Η βαρβαρότητα σήμερα είναι καταδικαστέα όταν, και μόνο όταν, δεν λες ότι είναι καταδικαστέα. Διαφορετικά η βαρβαρότητα είναι η επιθυμητή παρέκκλιση του αλλοτριωμένου καπιταλιστικού τρόπου εκμετάλλευσης του πλούτου που παράγει ο εργαζόμενος.

Αν ο πλούτος που παράγεται από αυτούς που τον παράγουν δεν τους ανήκει τότε έχει ήδη αρχίσει ένας πόλεμος με εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενο. Σε κάθε χώρα υπάρχει ο κυρίαρχος ο οποίος καρπώνει τον πλούτο που ο άλλος παράγει. Για να διατηρηθεί η κυριαρχία πρέπει να καταστέλλεται η αντίσταση στον κυρίαρχο, η οργάνωση των εργαζομένων που παράγουν τον πλούτο… και φτου το αστικό κράτος και φτου η διεθνής αγκαλιά του δυτικού ιμπεριαλισμού.

Σήμερα η κυριαρχία είναι το καθολικό τίποτα που πραγματώνεται ως πολιτισμός. Ο δυτικός πολιτισμός, οι δυτικές αξίες και τα δυτικά ευρωενωσιακά ιδεώδη, η δυτική σκέψη, φιλοσοφία και εκπαίδευση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η βαρβαρότητα που κατάφερε να γίνει πολιτική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ είναι ο πολιτικός πολιτισμός της βαρβαρότητας και το ΝΑΤΟ ο διεθνής εκφραστής αυτής της πολιτικής. Το ΝΑΤΟ είναι το πολιτικό όργανο του δυτικού πολιτισμού. Όσο για τα πολλά πρόσωπα της ΕΕ που θέλουν να βλέπουν, όσο για τις ελπίδες που θέλουν να τρέφουν, όσο για τις αναλύσεις που θέλουν να δείχνουν είναι απλά η κατάντια της τελειωμένης αριστεράς που ακόμα ελπίζει όχι στην ανατροπή αλλά στην σιωπηρή αποδοχή της βαρβαρότητας.

Hassiktir ο ιμπεριαλισμός…

Το “κυπριακό πρόβλημα” είναι δημιούργημα της πολιτικοοικονομικής πρακτικής της κυπριακής αστικής τάξης εκφράζοντας τις ενδοαστικές συγκρούσεις των αστικών τάξεων των δύο κοινοτήτων και όχι μόνο.

Το δημιούργημα όμως του “κυπριακού προβλήματος” δεν έγκειται σε μια αποκαλυπτική πολιτική παρθενογένεση αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε κατηγορική ενοχή παντός και γενικού τύπου. Οι ενδοαστικές συγκρούσεις των δυο κοινοτήτων πηγάζουν από τις σχέσεις που έχουν με τις αστικές τάξεις των δυτικών δυνάμεων πάνω σε πολιτικοοικονομικά και κοινωνικά πλαίσια.

Με άλλα λόγια το “κυπριακό” είναι αποτέλεσμα μιας καθαρά αστικής διένεξης με κύριο άξονα τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των δυτικών δυνάμεων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ο ιμπεριαλισμός παράγει, συν τις κυριαρχικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μέθοδες και πολεμικές εντάσεις ή συρράξεις για να επιτυγχάνει τους στόχους του. Η Κύπρος σε αυτή την περίπτωση με το πρόβλημα που οικειοποιήθηκε έλυσε σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες των ιμπεριαλιστικών δυτικών κύκλων των δεκαετιών 70′ και 80′ σχετικά με τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου.

Το “κυπριακό” δημιουργήθηκε από συγκεκριμένη πολιτική εξουσία και για συγκεκριμένο πολιτικό, γεωστρατηγικό και οικονομικό στόχο. Το “κυπριακό” ως τέτοιο δεν αποτελεί ουσιαστικά πρόβλημα για την αστική τάξη. Αν προκύψει ως πρόβλημα μόνο τότε θα “λυθεί” και θα λυθεί δια μαγείας. Το “κυπριακό πρόβλημα” δεν φράσσει καμιά κεφαλαιοκρατική διακίνηση και δεν αποτελεί καμία απειλή για καμία ιμπεριαλιστική κινητικότητα. Κάθε άλλο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε: το “κυπριακό πρόβλημα” είναι ο έξοχος διακανονισμός των ιμπεριαλιστών για να επιτυγχάνουν τους ιμπεριαλιστικούς τους στόχους στην Μέση Ανατολή. Δέστε για παράδειγμα τώρα στην Συρία. Το ότι ο βρετανικός ιμπεριαλισμός έχει βάση στην Κύπρο και βομβαρδίζει Συρία και Ιράκ αυτό δεν είναι ούτε αυτονόητο αλλά ούτε αφήνει αμέτοχη την Κύπρο στην υπεράσπιση του ιμπεριαλισμού στην Μέση Ανατολή. Αν επιθυμούν οι ιμπεριαλιστές να τελειώνουν με το “κυπριακό πρόβλημα” δεν είναι γιατί ξαφνικά απέκτησαν το καλό πρόσωπο του ιμπεριαλιστή που διατείνεται για μια παγκόσμια καντιανή ειρήνη υπό το φως των πυραύλων. Άρα, όταν μιλάμε για “λύση”, δεν σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούμε αλλά θα πρέπει να τοποθετήσουμε το περιεχόμενο της λύσης πάντοτε μέσα στο πολιτικό πλαίσιο στο οποίο διακανονίζεται.

Συνεπώς το ”κυπριακό πρόβλημα” δεν συνεπάγεται ως πρόβλημα από τους ιμπεριαλιστές άρα δεν υπάρχει προοπτική ουσιατικής επίλυσης. Όσο η πολιτική εξουσία καθορίζει τις βάσεις της “λύσης” η λύση θα προκύπτει πάντα ως μια μορφή μη λύσης.

Το πολιτικό “κυπριακό πρόβλημα” είναι πρόβλημα μεσανατολικό και όχι ευρωπαϊκό και ούτε δυτικού τύπου πρόβλημα που θα λυθεί στα σαλόνια των τραπεζικών λόμπι αλλά ούτε και στις συναντήσεις κορυφής όπου στην κορυφή κυματίζει θριαμβευτικά το ΝΑΤΟ. Μεσανατολικό λοιπόν το πρόβλημα της Κύπρου όπως ακριβώς και το Παλαιστιανιακό, όπως ακριβώς και το Συριακό και το Ιρακινό και το Κουρδικό. Μεσανατολικό ζήτημα που σημαίνει πρόβλημα που γεννιέται από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές, από την πολιτισμένη Ε.Ε. και το πολυφάνταστο Παρίσι, από την πολυκουλτουριάρικη Νέα Υόρκη και στο τίγκα στην υγρασία Λονδίνο.

Η Μέση Ανατολή καίγεται από τους δυτικούς ιμπεριαλιστές και η κυπριακή αστική τάξη θριαμβολογεί για την επικείμενη “λύση” του κυπριακού προβλήματος γιατί ακριβώς η “λύση” τώρα είναι ένας διακανονισμός των ιμπεριαλιστών. Από την άλλη διακρίνεται εύστοχα μια κακόμοιρη αριστερά (ΑΚΕΛ) που περιμένει σχεδόν μισό αιώνα για την αποκαλυπτική ιμπεριαλιστική “λύση” του κυπριακού για να αρχίσει μια δήθεν σοσιαλιστική επανάσταση.

Επειδή λοιπόν βρισκόμαστε στο μεταίχμιο όχι μιας νέας εποχής, ούτε μιας νέας ιστορίας αλλά ούτε ακόμα μια νέας μέρας, είναι ιστορικό καθήκον πλέον όχι για ένα καλύτερο μέλλον και τις όποιες μπουρδολογίες της ευρωπαϊκής αριστεράς που χρυσώνει το σκατό. Είναι λοιπόν καθήκον απλά και μόνο η αποκατάσταση του παρελθόντος, αυτών δηλαδή που ακόμα μες το χώμα πολεμάνε τον φασιστικό δυτικό ιμπεριαλισμό στη Συρία, στην Ουκρανία, στο Ισραήλ και όπου αλλού είτε με σπαθιά είτε με πέτρες είτε με βόμβες υδρογόνου. Αυτό είναι το πρωταρχικό χρέος των αγωνιστών, η συνέχεια του αγώνα που δεν έχει τελειώσει ποτέ.