Category Archives: Ένγκελς

Ο μεταφυσικός Λένιν προσεύχεται

Αναγνωρίζει ο ομιλητής ότι είναι σωστή η θέση του “Ενγκελς ότι το «πράγμα καθεαυτό» μετατρέπεται σε «πράγμα για μας»;” (1)

 

πράγμα καθεαυτό ≠ πράγμα για μας

μεταφυσική ≠ υλισμός

σολιψισμός ≠ συλλογικό

ένα γυμνό αφηρημένο εγώ ≠ ένα προσδιορισμένο κοινωνικό ον

αφετηριακός πυρήνας ≠ κίνηση διαλεκτικής διαμεσολάβησης

γνωσιοθεωρητικός ιδεαλισμός = καθαρή εμπειρία

μηχανιστικός μονισμός + θεολογία = υλιστικός ντετερμινισμός

τελεολογία + causa Finalis = Θεός

ΙΔΕΑΛΙΣΜΌΣ = “όλος ο κόσμος δεν είναι παρά η παράστασή μου γι’ αυτόν”. (2)
Λένιν: δεν υπάρχει αντικείμενο χωρίς υποκείμενο, ενώ για τον υλισμό το αντικείμενο υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο και αντανακλάται λίγο – πολύ σωστά στη συνείδηση του υποκειμένου.”(3)

λίγο/πολύ = διαμεσολαβητικός προσδιορισμός + εγελιανή διαλεκτική = διαλεκτικός υλισμός

 

Ο Αντόρνο θυμάται τον Λένιν στην Αρνητική Διαλεκτική κάπως έτσι:

Όταν ο Λένιν, αντί να εξετάσει τη γνωσιολογία, εναντιωνόταν σε αυτή διαβεβαιώνοντας καταναγκαστικά και επανειλημμένα ότι τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά. ήθελε να καταδείξει τη συνωμοτική συμμαχία τού υποκειμενικού θετικισμού με τους κρατούντες”:

τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά”: η Λενινιστική προσέγγιση όσον αφορά τα αντικείμενα της γνώσης είναι ξεκάθαρη ότι το “πράγμα καθ’ αυτό” μετατρέπεται σε “πράγμα για μας”. Ο Αντόρνο μάλλον ξέχασε την πράξη στις φροντιστηριακές ακαδημαϊκές αίθουσες. Η θεωρία πολλές φορές καταπίνει την πράξη. Αυτό το “μετατρέπεται” γίνεται ακριβώς εκείνο στο οποίο ο Αντόρνο ως συνεπής θεωρητικός έπρεπε να εντρυφήσει και όχι να διατυπώνει την αναθεωρημένη κριτική στον υλισμό με άρωμα μυστικιστικού καντιανισμού ως εξής:

Ο υλισμός πισωγυρίζει στη βαρβαρότητα που ήθελε να εμποδίσει, η ανάσχεση αυτής της επαναστροφής δεν θα ήταν ο πιο αδιάφορος στόχος, αλλά ένα από τα καθήκοντα μιας κριτικής θεωρίας. Διαφορετικά θα συνεχισθεί η παλαιά αναλήθεια, με μικρότερο συντελεστή τριβής και έτσι ακόμη χειρότερα. Το κατώτερο αυξάνεται αφού η κατάληξη της επανάστασης ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία. Η υλιστική θεωρία δεν βγήκε απλώς αισθητικά ζημιωμένη σε σύγκριση με την κενή περιεχομένου πλέον υπέροχη λεπτότητα της αστικής συνείδησης, αλλά αποδείχθηκε αναληθής. Η αναλήθεια του μπορεί να καθορισθεί θεωρητικά. Η διαλεκτική υπάρχει μέσα στα πράγματα, αλλά θα ήταν ανύπαρκτη χωρίς τη συνείδηση που τη στοχάζεται, όπως άλλωστε δεν μπορεί να εξαφανισθεί μέσα στη συνείδηση. Σε μια απολύτως μια, ολική ύλη χωρίς διαφορές δεν θα υπήρχε διαλεκτική. Η επίσημη υλιστική διαλεκτική υπερπήδησε με διατάγματα τη γνωσιολογία, η οποία την εκδικήθηκε: στη θεωρία της απεικόνισης. Η σκέψη δεν είναι απείκασμα. Ομοίωμα του πράγματος – τέτοια την κάνει μόνο η υλιστική μυθολογία επικούρειου τύπου, η οποία εφευρίσκει τα είδωλα που εκπέμπει η ύλη, – αποβλέπει στο ίδιο το πράγμα. (…) Η υλιστική λαχτάρα για κατανόηση του πράγματος θέλει το αντίθετο: μόνο χωρίς εικόνες θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί το πλήρες αντικείμενο. Μια τέτοια απουσία εικόνων συγκλίνει με τη θεολογική απαγόρευση των εικόνων. Ο υλισμός εκκοσμίκευσε αυτή την απαγόρευση, καθώς δεν επέτρεψε τη θετική απεικόνιση της ουτοπίας, αυτό είναι το νοηματικό περιεχόμενο της αρνητικότητας του. Με τη θεολογία συμφωνεί εκεί όπου είναι πιο υλιστικός από οπουδήποτε αλλού. Η λαχτάρα του θα ήταν η ανάσταση της σάρκας, η οποία είναι εντελώς ξένη προς τον ιδεαλισμό, το βασίλειο του απόλυτου πνεύματος. Σημείο φυγής του ιστορικού υλισμού θα ήταν η άρση του εαυτού του, η απελευθέρωση του πνεύματος από την πρωτοκαθεδρία των υλικών αναγκών στην κατάσταση εκπλήρωσής τους. Μόνο με την ικανοποιημένη σωματική παρόρμηση θα συμφιλιωνόταν το πνεύμα και θα γινόταν αυτό που τόσον καιρό απλώς επαγγέλλεται, καθώς υπό τη μαγική επήρεια των υλικών συνθηκών απαγορεύει την ικανοποίηση των υλικών αναγκών.”

Οι Marx και Engels θεωρούν: “Εμείς είδαμε ξανά υλιστικά τις ιδέες του κεφαλιού μας σαν απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων, αντί να βλέπουμε τα πραγματικά πράγματα σαν απεικονίσεις αυτής ή εκείνης της βαθμίδας της απόλυτης ιδέας.” (5)

Οι Marx και Engels μιλάνε για “απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων” όχι όμως με βάση ένα a priori αξίωμα ότι τα “πραγματικά πράγματα” υπάρχουν ως τα καντιανά καθ’ αυτά. Αυτό που κάνει τα “πραγματικά πράγματα” να είναι πραγματικά είναι οι “απεικονίσεις”. Ο όρος “απεικονίσεις” ας μην συγχέεται με τις εικόνες όπως ακριβώς την πάτησε ο Αντόρνο. Ο Αντόρνο ισχυρίζεται στην Αρνητική Διαλεκτική ότι ο “Υλισμός δεν έχει εικόνες”. Ο υλισμός όμως και βέβαια έχει εικόνες γιατί ο υλισμός μετατρέπει το “πράγμα καθ’ αυτό” σε “πράγμα για μας”. Η πράξη είναι το διαμεσολαβητικό στοιχείο που κάνει τον υλισμό όχι μόνο να έχει εικόνες αλλά να μπορεί να διαμορφώνει τις δικές του εικόνες.

Συνεχίζει ο Αντόρνο ισχυριζόμενος ότι η επανάσταση “ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία”. Για να γίνει κατανοητό δηλαδή, ο Αντόρνο βλέπει την προλεταριακή επανάσταση ως την Δευτέρα Παρουσία. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Αντόρνο εδώ μπερδεύει την “θεολογία” της δικής του συνειδησιακής κλούβιας επανάστασης με την “ψευδο-δράση” της δεκαετίας του 1960. Η προλεταριακή επανάσταση του 1917 δεν έχει σχέση ούτε με την τόσο δικιά του επανάσταση ούτε με την πανηγυρική δεύτερη.

Η λαχτάρα του υλισμού κατά τον Αντόρνο είναι “η ανάσταση της σάρκας”. Από που όμως αλήθεια πηγάζει αυτή η συμπερασματική του αφοριστική φιλοσοφική συλλογιστική; Ποιους αλήθεια οι Marx, Engels και Λένιν θέλουν και λαχταρούν να αναστήσουν;

Κάθε άλλο παρά το μόνο που λαχταρούν είναι να επαναστατήσουν; 

 

 

 

 

Αναφορές:

(1) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 5).

(2) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 35).

(3) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 82).

(4) Theodor W. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια, 2006, (σελ: 249-253).

(5) Marx – Engels, Διαλεχτά Έργα, Τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Ιδιωτική, 1980, (σελ: 145).

Advertisements

Η ατομική ιδιοκτησία ως η εγωιστική καταλήστευση της κοινής ιδιοκτησίας

“Με την εμπορευματική παραγωγή εμφανίστηκε και η καλλιέργεια της γης από τα ξεχωριστά άτομα και για δικό τους λογαριασμό και σύντομα ακολούθησε και η ατομική ιδιοκτησία στη γη. Ήρθε ακόμα και το χρήμα, το γενικό εμπόρευμα, που μ’ αυτό ανταλλάσσονταν όλα τ’ άλλα. Όταν όμως οι άνθρωποι εφεύρισκαν το χρήμα, δεν φαντάζονταν ότι δημιουργούσαν μ’ αυτό τον τρόπο μια νέα κοινωνική εξουσία, τη μία και μοναδική εξουσία με καθολική σημασία που μπροστά της έπρεπε να υποκλίνεται ολόκληρη η κοινωνία.”

“Ένα κομμάτι γης που ήταν κοινή ιδιοκτησία. Αυτό υπήρχε πάντα στην πρωτόγονη εποχή, τότε που άρχισαν να μοιράζουν τη γη της φυλής. Στις λατινικές φυλές βρίσκουμε ν’ ανήκει η γη εν μέρει στη φυλή, εν μέρει στο γένος, εν μέρει στα νοικοκυριά που είναι αμφίβολο αν αποτελούσαν τότε ξεχωριστές οικογένειες. Λένε ότι ο Ρωμύλος έκανε την πρώτη διανομή της γης σε χωριστά άτομα, περίπου ένα εκτάριο (δυο jugera) στον καθένα. Ωστόσο, βρίσκουμε και αργότερα γαιοκτησία στα χέρια των γενών, για να μη μιλήσουμε καθόλου για την κρατική γη, γύρω από την οποία περιστρέφεται όλη η εσωτερική ιστορία της δημοκρατίας.”

 

SONY DSC

“Την καινούργια, πολιτισμένη ταξική κοινωνία εγκαινιάζουν τα πιο ποταπά συμφέροντα, η χυδαία απληστία, η ωμή φιληδονία, η βρομερή τσιγκουνιά, η εγωιστική καταλήστευση της κοινής ιδιοκτησίας. Τα πιο άθλια μέσα η κλεψιά, η βία, η δολιότητα, η προδοσία υποσκαφτούν την παλιά αταξική κοινωνία των γενών και οδηγούν στην πτώση της. Και η ίδια η νέα κοινωνία στα 2.500 χρόνια της ύπαρξης της δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά η ανάπτυξη της μικρής μειοψηφίας σε βάρος της μεγάλης πλειοψηφίας που υφίσταται εκμετάλλευση και καταπίεση. Και είναι τέτοια και σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.”

ΕΝΓΚΕΛΣ : Η καταγωγή της Οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους

Engels και Λονδίνο: το μικρό σπίτι στο πηγάδι ή η στενότητα κατοικίας

Λονδίνο, η πόλη που οι άνθρωποι σαπίζουν μέσα στους δρόμους, στα υπόγεια, στα γραφεία, στα σπίτια, στα πάρκα, λιώνουν περπατώντας όχι μόνο από απόγνωση αλλά κι από έλλειψη ανάσας. Οι Λονδρέζοι αναθέτουν στους εαυτούς τους την ανάγκη να διατίθενται ως οι εκλεκτοί και δυνατοί μιας κοινωνίας στην οποία γίνεται ανεκτή η εκμετάλλευση. Οι Λονδρέζοι κοιμούνται γρήγορα, τρώνε καλά μόνο αν έχουν χρήμα να φάνε, δουλεύουν σκληρά, παράγουν “πολιτισμό” αλλά ξέχασαν και θυσίασαν γι’ αυτά την ανθρώπινη ιδιότητα για να καταφέρει εν τέλει να μην είναι ανθρώπινη. Δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να είναι ανθρώπινη η κοινωνία γιατί αν διατηρηθεί η ανθρώπινη ιδιότητα της πόλης τότε θα πέσει ως ένας χάρτινος πύργος. Η απανθρωπιά και η εκμετάλλευση είναι η δυναμική που σε αποθεώνει στην πόλη όχι μόνο γιατί η εκμετάλλευση είναι παρούσα αλλά γιατί λαμβάνεις μέρος στην διατήρησή της.

Η αποξένωση στο Λονδίνο έχει υλική μορφή, αποτυπώνεται στο βλέμμα μέχρι την στάση του σώματος από την μυρωδιά μέχρι την γεύση του αέρα. Με την χρήση του λεωφορείου ή των τρένων μπορεί κανείς να την νιώσει, ειδικά όταν αγγίξεις κάποιον κατά λάθος και τραντάζεται σαν να έβαλες το χέρι σου μέσα στο σώμα του. Εύθραυστα σώματα, ανοιχτές πληγές που δεν μπορεί να στάξει το αίμα, δεν το αφήνουν… το έχουν αγοράσει, το έχουν χτίσει με κλειστά μάτια και με την ακοή, που για να μην αρχίζει να μιλάει, πρέπει να μην σταματήσει ν’ ακούει προειδοποιήσεις και εντολές. Μια βόλτα μετά τις 12 το βράδυ στην καρδιά του Λονδίνου όταν η πόλη κοιμάται μπορεί να εκπλήξει ακόμα και τον πιο αφελή. Άνθρωποι που περπατάνε με δυσκολία, ζητιανεύουν σε ελάχιστους περαστικούς, άστεγοι κοιμούνται σε σκαλοπάτια εισόδων σπιτιών, σε τηλεφωνικούς θαλάμους, σε πεζοδρόμια, σαν σκιές προσχεδίων ενός άσημου ξεχασμένου ζωγράφου. Με το φως της μέρας χάνονται στο πλήθος, δεν τους λαμβάνεις υπόψιν. Οι αρουραίοι της νύχτας. Η ανθρωπιά που ξεχάστηκε από την πόλη δεν κοιμάται ποτέ.

Η κατοικία των αποξενωμένων ανθρώπων είναι στενή, μικρή, απρόσωπη και τυφλή κι από την άλλη πελώρια, λαμπερή και αέρινη. Η αστική τάξη ζει σε τυφλά σπίτια-παλάτια κι άλλοι σε διάφανα διαμερίσματα, λαμπερά αλλά απρόσωπα, καθαρίζονται μόνα τους, αυτόματα, μια που ούτε η βρωμιά δεν καταδέχεται να πλησιάσει. Η εργατική τάξη από την άλλη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ζούνε μέσα σε σπίτια που μοιράζονται όχι μόνο τα δωμάτια αλλά μοιράζονται και τα ίδια τα δωμάτια με κρεβάτια. Μέσα σε ένα δωμάτιο στενό 3×3 μένουν και τρεις άνθρωποι με τρία κρεβάτια. Τα πλείστα σπίτια είναι βρώμικα και πολλών ετών. Όταν πετύχεις καθαρό ή και καινούργιο σπίτι, το νοίκι είναι τόσο που δεν μπορείς να το αντέξεις, σ’ απονεκρώνει. Για να μπορέσει κάποιος να μένει σε αυτά τα καθαρά κουτιά θα πρέπει να δουλεύει τόσο σκληρά που η εργατομέρα να γίνεται το βάσανο, δηλαδή ένα είδος τιμωρίας γιατί προτίμησες να ζεις κάπου λίγο πιο ανθρώπινα. Οι Λονδρέζικες παλιές κατοικίες ανανεώνονται και ανακαινίζονται από του ιδιοκτήτες και το νοίκι διπλασιάζεται. Οι παλιές, βρώμικες κατοικίες παραμένουν έτσι μέχρι που να γίνουν μικρά παλατάκια ούτως ώστε να αλλάξει και το περιεχόμενο της κοινωνικής τάξης των ενοίκων. Από τον φτωχό αποξενωμένο εργάτη στον πλούσιο αποξενωμένο μικροαστό. Ο μικροαστός ζει σε ωραία κουτιά και ο φτωχός επίσης σε κουτιά, αλλά βρώμικα. Οι διάδρομοι των σπιτιών, οι κουζίνες, οι αποθήκες, τα σαλόνια γίνονται δωμάτια. Τα δωμάτια του Λονδίνου είναι τα ενεργά φέρετρα των κατοίκων του.

Το κεφάλαιο καταφέρνει όλη αυτήν την αηδία της απανθρωπιάς και της εκμετάλλευσης να την κάνει στάση ζωής, μόδα μια κατάσταση φυσιολογικής πραγματικότητας. Ο πολιτισμός που παράγεται μέσα από αυτές τις συνθήκες είναι αποκρουστικός μια που διατίθεται στην υπηρεσία του κεφαλαίου.

Τα παρακάτω αποσπάσματα είναι γραμμένα από τον Engels γύρω στα 1840 δηλαδή πριν 175 χρόνια:

… οι Λονδρέζοι χρειάστηκε να θυσιάσουν το καλύτερο μέρος απ’ την ανθρώπινη τους ιδιότητα, για να πραγματοποιήσουν όλα τα θαύματα του πολιτισμού, απ’ τα όποια ξεχειλίζει η πολιτεία, ότι εκατοντάδες δυνάμεις, πού κούρνιαζαν μέσα τους, παράμειναν αδρανείς και καταπνίγηκαν, για να μπορέσουν ν’ αναπτυχθούν καλύτερα μονάχα μερικές και να πολλαπλασιαστούν με την ένωση τους μ’ εκείνες των άλλων. Η οχλαγωγία των δρόμων έχει κιόλας, μονάχα αυτή, κάτι το αποκρουστικό, που επαναστατικοποιεί την ανθρώπινη φύση. Αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τα πρόσωπα, κάθε κατάστασης και κάθε τάξης, πού συνθλίβονται και συνωθούνται, δεν είναι μήπως όλοι τους άνθρωποι πού διαθέτουν τα ίδια προτερήματα και ικανότητες και το ίδιο συμφέρον στην αναζήτηση τής ευτυχίας; (…)

Κι ωστόσο, αυτοί οι άνθρωποι διασταυρώνονται τρέχοντας, σαν να μην έχουν τίποτα το κοινό μεταξύ τους, τίποτα να κάνουν από κοινού, κι ωστόσο ή μόνη σύμβαση πού ‘χουν κάνει μεταξύ τους, είναι ή σιωπηρή συμφωνία πού σύμφωνα μ’ αυτήν ο καθένας κρατά στο πεζοδρόμιο το δεξί του μέρος, έτσι που τα δυο ρεύματα του πλήθους που διασταυρώνονται δεν αλληλοεμποδίζονται κι ωστόσο, σε κανενός τη σκέψη δε γεννιέται η ιδέα ν’ αφιερώσει στον άλλο έστω και μια ματιά. Αυτή η βάρβαρη αδιαφορία, αυτή η αναίσθητη απομόνωση του κάθε ατόμου στο εσωτερικό των ιδιαίτερων συμφερόντων του, είναι τόσο πιο αποκρουστικά και προσβλητικά φαινόμενα, όσο ο αριθμός αυτών των ανθρώπων που γειτνιάζουν σ’ αυτό το χώρο είναι μεγαλύτερος. Κι ακόμα αν ξέρουμε ότι αυτή ή απομόνωση του ατόμου, αυτός ο περιορισμένος εγωισμός αποτελούν παντού τη θεμελιακή αρχή της σύγχρονης κοινωνίας, ωστόσο πουθενά δεν εκδηλώνονται με μια τέτοια αναισχυντία, με μια τέτοια ολοκληρωτική αυτοπεποίθηση, όσο στην οχλαγωγία αυτής τής μεγάλης πόλης.

Ή αποσύνθεση της ανθρωπότητας σε μονάδες, που η κάθε μια απ’ αυτές έχει μια ιδιαίτερη αρχή στη ζωή της, και μια ιδιαίτερη επιδίωξη, αυτή η ατομικοποίηση του κόσμου έχει προωθηθεί εδώ στο ακρότατο όριό της. Προκύπτει επίσης ότι ο κοινωνικός πόλεμος, ο πόλεμος όλων ενάντια σ’ όλους, έχει εδώ κηρυχτεί ανοιχτά…

(…) τ’ άτομα αλληλοθεωρούνται σαν χρησιμοποιήσιμα υποκείμενα – ο καθένας εκμεταλλεύεται τον άλλον και το αποτέλεσμα είναι ότι ο ισχυρός ποδοπατάει τον αδύνατο, κι ότι ο μικρός αριθμός των δυνατών, δηλαδή οι κεφαλαιούχοι, οικειοποιούνται τα πάντα, ενώ στο μεγάλο αριθμό των αδύνατων, στους φτωχούς, δεν απομένει παρά ή ζωή τους και μόλις αυτή.

(…) Παντού βάρβαρη αδιαφορία, εγωιστική σκληρότητα απ’ τη μια πλευρά και ανείπωτη αθλιότητα απ’ την άλλη, παντού ο κοινωνικός πόλεμος, του καθ’ ενός το σπίτι σε κατάσταση πολιορκίας, παντού αμοιβαία καταλήστευση κάτω απ’ το κάλυμμα του νόμου, ενώ το σύνολο χαρακτηρίζεται από έναν κυνισμό, από μια τέτοια παρρησία πού τρομάζουν για τις συνέπειες που μπορούν ν’ ασκήσουν στην κοινωνική μας κατάσταση, κι όπως εμφανίζονται εδώ στη γυμνότητα τους, ενώ για τίποτα πια δε μπορεί κανένας να εκπλαγεί, έκτος απ’ τ’ ότι όλος αυτός ο τρελός κόσμος δεν έχει ακόμα εξαρθρωθεί.

(…) Κανένας δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτόν πεταμένος σ’ αυτό το χαώδη στρόβιλο, του επιβάλλεται, κακά – καλά, να παλέψει. Αν είναι αρκετά τυχερός και βρει δουλειά, δηλαδή αν η αστική τάξη του κάνει τη χάρη να πλουτίσει σε βάρος του, τον περιμένει ένα μεροκάματο, που μόλις αρκεί να τον διατηρεί σ’ αυτή τη γη, αν πάλι δε βρει δουλειά μπορεί να κλέψει, αν δε φοβάται την αστυνομία, ή να πεθάνει απ’ την πείνα και σ’ αυτό επίσης η αστυνομία θα επιβλέψει, να πεθάνει μ’ έναν ήσυχο τρόπο, που να μην πληγώνει στο παραμικρό την αστική τάξη.

Κακές συνοικίες”: Το πιο συχνό είναι οικήματα με δυο πατώματα η ακόμα με ένα, δυο τούβλα, ευθυγραμμισμένα σε μακριές σειρές, κατά το δυνατό με υπόγεια κατοικημένα και που σχεδόν πάντα είναι ακανόνιστα οικοδομημένα. Αυτά τα μικρά σπίτια, με τα τρία ή τέσσερα διαμερίσματα τους και μια κουζίνα, ονομάζονται (αγροκήπια) και αποτελούν συνήθως σ’ όλη την Αγγλία, μ’ εξαίρεση μερικές συνοικίες του Λονδίνου, τις κατοικίες της εργατικής τάξης. Τα σπίτια κατοικούνται απ’ το υπόγειο ως τη στέγη, είναι στον ίδιο βαθμό βρώμικα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό τους, και έχουν μια τέτοια θέα, που κανένας δε θα δοκίμαζε την επιθυμία να κατοικήσει σ’ αυτά.

(…) ένα μικρό δωμάτιο που ‘βγάζε στην αυλή, όχι μεγαλύτερο από ένα εντοιχισμένο ντουλάπι, κι όπου δεν υπήρχε ούτε ένα έπιπλο. Σε μια γωνιά, μερικά κουρέλια, όπου κοιμόντουσαν και οι δυο, ενώ μια κασόνα χρησίμευε σύγχρονα για καρέκλα και τραπέζι.”

F. Engels (1974), “Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία“, Μέρος Α’. Εκδόσεις Μπάϋρον, σελ. 66-80.

 

 

Τα αποσπάσματα είναι γραμμένα από τον Engels γύρω στα 1872, δηλαδή 143 χρόνια πριν:

“Από πού προέρχεται λοιπόν η στενότητα κατοικίας; Πώς δημιουργήθηκε;

Αναγκαίο δημιούργημα της αστικής κοινωνικής μορφής, ότι δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς στενότητα κατοικίας μια κοινωνία όπου η μεγάλη εργαζόμενη μάζα εξαρτάται αποκλειστικά από το μισθό της εργασίας, δηλαδή από το ποσό των μέσων συντήρησης που είναι απαραίτητα για την ύπαρξη και την αναπαραγωγή της …

Σε μια τέτοια κοινωνία δεν είναι τυχαία η στενότητα κατοικίας· είναι μια αναγκαία κατάσταση που τότε μόνο θα εξαλειφθεί μαζί με τις συνέπειες που έχει πάνω στην υγεία κλπ. όταν ανατραπεί συθέμελα όλο το κοινωνικό καθεστώς που τη δημιουργεί. Αυτό όμως δεν επιτρέπεται να το ξέρει ο αστικός σοσιαλισμός. Δεν επιτρέπεται να βρίσκει την εξήγηση της στενότητας κατοικίας στις υπάρχουσες συνθήκες. Δεν του μένει λοιπόν τίποτα άλλο παρά να την εξηγεί με φράσεις ηθικολογίας για την κακία των ανθρώπων, σαν να λέμε για το προπατορικό αμάρτημα.

(…) πολλές οικογένειες μαζί νοικιάζουν συχνά μια κατοικία, ακόμα και ένα μόνο δωμάτιο, και όλα αυτά για να ξοδέψουν όσο το δυνατόν λιγότερα για την κατοικία.

(…) Η λεγόμενη στενότητα κατοικίας, που παίζει σήμερα έναν τόσο μεγάλο ρόλο στον Τύπο, δεν είναι μόνο ότι η εργατική τάξη ζει γενικά συνωστισμένη σε κακές και ανθυγιεινές κατοικίες. Αυτή η στενότητα κατοικίας δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τη σημερινή εποχή. Δεν είναι ούτε ένα από τα βάσανα που αποτελούν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του σύγχρονου προλεταριάτου σε σύγκριση με όλες τις προηγούμενες καταπιεζόμενες τάξεις. Αντίθετα, σε όλες τις εποχές η στενότητα κατοικίας έπληττε όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις. Για να μπει τέρμα σ’ αυτήν τη στενότητα κατοικίας υπάρχει μόνο ένα μέσο: Να καταργηθεί γενικά η εκμετάλλευση και η καταπίεση της εργαζόμενης τάξης από την κυρίαρχη τάξη.”

F. Engels (2012), “Για το ζήτημα της κατοικίας“, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 64.

 

Γιατί ο Μάρξ ήταν προπάντων επαναστάτης

karl-marx-vida-obra-e-pensamentos

 

” Όπως ο Δαρβίνος ανακάλυψε το νόμο εξέλιξης της οργα­νικής φύσης, έτσι ο Μάρξ ανακάλυψε το νόμο εξέλιξης της αν­θρώπινης ιστορίας: το σκεπασμένο ίσαμε τώρα με ιδεολογικά επιστρώματα απλό γεγονός, ότι οι άνθρωποι, πρίν απ’ όλα, πρέπει να τρώνε, να πίνουν, να έχουν κατοικία και να ντύνον­ται προτού αρχίσουν να ασχολούνται με την πολιτική, την επι­στήμη, την τέχνη, τη θρησκεία κλπ.

Ο Μάρξ ανακάλυψε επίσης τον ειδικό νόμο κίνησης του σημερινού κεφαλαιοκρατικοΰ τρόπου παραγωγής και της αστικής κοινωνίας που προέρχεται απ’ αυτόν. Με την ανακάλυψη της υπεραξίας, φωτίστηκαν με μιας όλα, ενώ όλες οι προηγούμενες έρευνες, τόσο των αστών οικονομο­λόγων, όσο και των σοσιαλιστών κριτικών είχαν πλανηθεί στο σκοτάδι.

Γιατί ο Μάρξ ήταν προπάντων επαναστάτης. Ο πραγμα­τικός σκοπός της ζωής του ήταν να βοηθήσει με έναν οποιοδή­ποτε τρόπο στήν ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας και των κρατικών θεσμών που έχει δημιουργήσει, να πάρει μέρος στην απελευθέρωση του σύγχρονου προλεταριάτου, που αυτός του έδοσε για πρώτη φορά τη συνείδηση της θέσης του καί των αναγκών του, τη συνείδηση των όρων της χειραφέτησής του.”

 

Κ. Μάρξ, Φ. Ένγκελς, Διάλεχτα Έργα, Τόμος ΙΙ, Ομιλία στον τάφο του Μάρξ.

το χέρι είχε ελευθερωθεί

 Avant-Garde4_s

Ώσπου το ανθρώ­πινο χέρι επεξεργαστεί καί κάνει μαχαίρι τοο πρώτο χαλίκι, θα πέρασαν χρονικά διαστήματα, που απέναντί τους μας φαίνε­ται ασήμαντος ο γνωστός μας ιστορικός χρόνος. Μα το απο­φασιστικό βημα είχε γίνει: το χέρι είχε ελευθερωθεί και μπορούσε τώρα ν’ αποχτά όλο και νέες επιδεξιότητες, και η μεγαλύτερη ευκαμψία που αποχτιόταν έτσι κληρονομιόταν και μεγάλωνε από γενιά σε γενιά. Έτσι το χέρι δέν είναι μόνο το Οργανο της εργασίας, είναι καί το προϊόν της.

Η κυριαρχία πάνω στη φύ­ση που άρχιζε με τη διαμόρφωση του χεριού, πλάταινε με κά­θε νέα πρόοδο τον ορίζοντα του άνθρωπου. Στα αντικείμε­να της φύσης ανακάλυπτε αδιάκοπα νέες, άγνωστες ως τότε ιδιότητες. Από την άλλη μεριά η διαμόρφωση της εργασίας συντελούσε αναγκαστικά στο να φέρνει πιό κοντά μεταξύ τους τα μέλη της κοινωνίας, πληθαίνοντας τις περιπτώσεις αμοιβαί­ας υποστήριξης, κοινής συνεργασίας και ξεκαθάριζε στη συνεί­δηση τη χρησιμότητα αυτής της συνεργασίας για τον καθένα. Κοντολογής οι διαμορφωμένοι άνθρωποι κατάληξαν στο ότι είχαν κάτι να πούν ο ένας στον άλλον.

Η ανάγ­κη δημιούργησε το όργανό της: ο ανεξέλιχτος λάρυγγας του πίθηκου μετασχηματιζόταν αργά, μα σίγουρα, με λυγίσματα για ολοένα ανώτερα λυγίσματα της φωνής και τα όργανα του στόματος έμαθαν σιγά-σιγά να προφέρουν το ένα έναρθρο γράμ­μα ύστερα από το άλλο. Η σύγκριση με τα ζώα αποδείχνει ότι η εξήγηση αυτή για τη γένεση της γλώσσας από τη δουλιά καί με τη δου­λιά είναι η μόνη σωστή.

Με τη συνεργασία του χεριού, των οργάνων της ομιλίας και του εγκέφαλου όχι μόνο στον κάθε χωριστό άνθρωπο, μα και στην κοινωνία, έγιναν ικανοί οι άνθρωποι να εκτελούν όλο πιο σύνθετες λειτουργίες, να βάζουν στον εαυτό τους και να φτάνουν όλο και ανώτερους σκοπούς. (…) Πλάι στο εμπόριο και στη χειροτεχνία ήρθε τέλος η τέχνη και η επιστήμη, από τις φυλές έγιναν έθνη και κράτη. Το δίκαιο και η πολιτική ανα­πτύχθηκαν και μαζί τους αναπτύχθηκε το φανταστικό είδωλο των ανθρώπινων πραγμάτων στο ανθρώπινο κεφάλι: η θρησκεία. Μπρός σ’ όλα αυτά τα δημιουργήματα, που πρώτα παρουσιά­ζονταν σαν προϊόντα του κεφαλιού και που φαίνονταν να κυ­ριαρχούν πάνω στις ανθρώπινες κοινωνίες, τα ταπεινά δημιουρ­γήματα του εργαζόμενου χεριού πέρασαν σε δεύτερη μοίρα, και τόσο περισσότερο μάλιστα, όσο το κεφάλι που σχεδίαζε την ερ­γασία σε μια πολυ πρώιμη ακόμα βαθμίδα εξέλιξης της κοινω­νίας (λχ. στην απλή κιόλας οικογένεια) μπορούσε να βάζει άλ­λα χέρια κι όχι τα δικά του να εκτελούν τη σχεδιασμένη δουλιά. Στο κεφάλι, στην εξέλιξη και στη δράση του εγκέφαλου κατα­λόγισαν όλες τις καταχτήσεις του πολιτισμού που προχωρούσε γρήγορα. Οι άνθρωποι συνήθισαν να εξηγούν τις πράξεις τους από τη σκέψη τους, αντί να τις εξηγούν από τις ανάγκες τους (που βέβαια αντανακλώνται στο κεφάλι, γίνονται συνείδηση) — και έτσι δημιουργήθηκε με τον καιρό η ιδεαλιστική εκείνη αν­τίληψη για τον κόσμο που ιδίως από τη δύση του αρχαίου κό­σμου και δώ κυριάρχησε στα κεφάλια.

 

Κ. Μάρξ, Φ. Ένγκελς, Διάλεχτα Έργα, Τόμος ΙΙ, Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου.

Για την ουσία της αλληλεγγύης

festival-34

                               Collective Farm Harvest Festival, Sergei Gerasimov, 1937

Στην καθημερινή ζωή, ο εργάτης είναι πολύ πιο ανθρώπινος από τον αστό. Ανάφερα ήδη πιο πάνω ότι οι ζητιάνοι συνηθίζουν ν’ απευθύνονται σχεδόν μονάχα στους εργάτες και ότι γενικά γίνονται περισσότερα για τη συντήρηση των φτωχών, από τη μεριά των εργατών, παρά από τη μεριά της αστικής τάξης. […] Γενικά, όμως, η ανθρωπιά των εργατών ξεχωρίζει παντού μ’ ευχάριστο τρόπο! Έχουν ζήσει οι ίδιοι τη σκληρή μοίρα και μπορούν έτσι να συμπάσχουν μ’ εκείνους που υποφέρουν γι’ αυτούς κάθε άνθρωπος είναι άνθρωπος, ενώ για τον αστό ο ερ­γάτης μετράει λιγότερο από άνθρωπος. Γι’ αυτό το λόγο, είναι πιο ευπρόσιτοι και φιλικοί, και παρ’ όλο που έχουν περισσότερο ανάγκη τα χρήματα από τους πλούσιους είναι λιγότερο προσηλω­μένοι σ’αυτά. Το χρήμα έχει γι’ αυτούς αξία μόνο σε σχέση με το τι μπορούν ν’ αγοράσουν πραγματικά μ’ αυτό, ενώ για τον αστό έχει μια ιδιαίτερη, ενδογενή αξία, την αξία ενός θεού που κάνει έτσι τον αστό έναν πρόστυχο, βρωμερό «χρηματάνθρωπο». Ο εργάτης που δεν γνωρίζει αυτό το δέος για το χρήμα, δεν είναι τόσο αρπακτικός όσο ο αστός, που κάνει τα πάντα μόνο για να βγάλει χρήματα, που βλέπει σαν σκοπό της ζωής του τη συσσώ­ρευση σάκων με χρήματα.”

Καρλ Μαρξ – Φρίντριχ Ένγκελς, Για την αγάπη, τη φιλία, την αλληλεγγύη, Σύγχρονη Εποχή, 1987, (σελ. 194).