D. Losurdo, Εθνικό ζήτημα και πάλη των τάξεων (1)

Από το βιβλίο του Domenico Losurdo Η πάλη των τάξεων, εκδ. Α/συνέχεια. Η μετάφραση έχει αναπροσαρμοστεί σε ορισμένα σημεία.

1. Η κριτική του Λένιν στους ακρωτηριασμούς της πάλης των τάξεων

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Ένγκελς, γράφοντας στο Socialistische Monatshefte, ο Μπερνστάιν παρατηρεί με ικανοποίηση:

Αν στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στη Νότια Αμερική, σε μερικές περιοχές της Αυστραλίας κλπ σήμερα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι εξασφαλίζουν τα προς το ζην, σε σύγκριση με τις εκατοντάδες χιλιάδες παλαιότερων περιόδων, αυτό οφείλεται στην αποικιοκρατική επέλαση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κι αν σήμερα, στην Αγγλία και αλλού, πολλά τροπικά προϊόντα, θρεπτικά και εύγευστα, αποτελούν πια συστατικό στοιχείο της λαϊκής κατανάλωσης, αν τα βοσκοτόπια και οι μεγάλες αμερικανικές και αυστραλιανές πεδιάδες προμηθεύουν τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων εργαζομένων με κρέας και ψωμί σε χαμηλές τιμές, πρέπει να ευχαριστήσουμε γι’ αυτό τις αποικιακές επιχειρήσεις. Χωρίς την αποικιακή επέκταση της οικονομίας μας, η μιζέρια, που επικρατεί και σήμερα στην Ευρώπη και που πασχίζουμε να εξαλείψουμε, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη και θα ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να αντιμετωπιστεί. Ακόμη και σε σύγκρουση με τα δεινά της αποικιοκρατίας, τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνουμε από τις αποικίες είναι πολύ περισσότερα.

Ας επικεντρωθούμε σε αυτή την τελευταία παρατήρηση. Αυτή συμπίπτει με την ολοκλήρωση της πλήρους εξολόθρευσης των ερυθρόδερμων Ινδιάνων στις ΗΠΑ και των Αβοριγίνων στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Είναι τα χρόνια όπου οι “χριστιανοί Μπόερς” στη Νότια Αφρική, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Λούντβιχ Γκούμπλοβιτς, θεωρητικού και υποστηρικτή του “φυλετικού πολέμου”, θεωρούν και αντιμετωπίζουν “τους ανθρώπους της ζούγκλας και τους οτεντότους” όχι ως “ανθρώπους” αλλά σαν είναι Geschöpfe (πλάσματα) που έχει κανείς δικαίωμα να εξοντώσει σαν “θηράματα του δάσους.”

Παραμένει το ότι για τον Μπερνστάιν τα “δεινά” της αποικιοκρατίας μετράνε λιγότερο από τα “πλεονεκτήματα” που απολαμβάνουμε χάρη σ’ αυτήν. Αν ο Λασάλ επιλύει την πάλη των τάξεων με την επιδίωξη ενός υποτυπώδους κοινωνικού Κράτους χωρίς καν πολιτική δημοκρατία, οι Άγγλοι οπαδοί του Εργατικού Κόμματος και αργότερα ο Μπερνστάιν αντιμετωπίζουν την πάλη των τάξεων με μια πολιτική δημοκρατία που πασχίζει να πετύχει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, όχι μόνο νομιμοποιώντας τον αποικιοκρατικό επεκτατισμό αλλά και επωφελούμενη από αυτόν. Ο “αυτοκρατορικός σοσιαλισμός” ξεκάθαρα προωθείται και μέσα σε εκείνο το σοσιαλιστικό κόμμα [SPD] που έχει το μεγαλύτερο κύρος, καθώς και μια διαχρονική βαρύτητα. 

Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο που πρέπει να έχουμε κατά νου, αν θέλουμε να κατανοήσουμε το Τι να κάνουμε;, το κείμενο του Λένιν, που όχι τυχαία εκδίδεται δύο χρόνια αργότερα από το άρθρο του Μπερνστάιν, που προαναφέραμε. Δύο χρόνια είχαν περάσει επίσης από τη διεθνή αποστολή που είχαν οργανώσει οι Μεγάλες Δυνάμεις για να καταπνίξουν την εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα: η αποικιοκρατική βία –σημειώνει ο Λένιν το Δεκέμβριο του 1900– στρεφόταν και “ενάντια στους άοπλους Κινέζους, που εξολόθρευσαν, χωρίς να λυπηθούν ούτε τις γυναίκες ή τα παιδιά τους, για να μην αναφέρουμε τη λεηλασία δημόσιων κτιρίων, καταστημάτων και σπιτιών.” Οι Ρώσοι στρατιώτες και γενικά όλοι οι εισβολείς συμπεριφέρθηκαν “σαν άγρια θηρία, καίγοντας ολόκληρα χωριά, πνίγοντας στον ποταμό Αμούρ, πυροβολώντας και ξεκοιλιάζοντας με τις μπαγιονέτες των όπλων τους τους άοπλους κατοίκους, τις γυναίκες και τα παιδιά τους.” Κι όμως αυτά τα αίσχη χαρακτηρίστηκαν “εκπολιτιστική αποστολή” των κυρίαρχων τάξεων από ορισμένες “μισθοφορικές φυλλάδες” και σε τελευταία ανάλυση, από όλη, ή σχεδόν όλη, την κοινή γνώμη της εποχής. Ήταν μια επιχείρηση που στόχευε επίσης να “διαφθείρει την πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών.” Για να “εξαλείψουν τη δυσφορία του λαού”, προσπαθούσαν να την στρέψουν “ενάντια σε κάποιον άλλο αντί για την κυβέρνηση.” Δεν ήταν καθόλου δύσκολο:

Υποθάλπτεται, για παράδειγμα, η εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους: ο σκανδαλοθηρικός Τύπος επιτίθεται στους Εβραίους, σαν ο Εβραίος εργάτης να μην υποφέρει από το ζυγό του κεφαλαίου και του αστυνομικού κράτους παρόμοια με το Ρώσο εργάτη. Σήμερα στον Τύπο έχει εξαπολυθεί μια εκστρατεία ενάντια στους Κινέζους, όπου όλοι διαμαρτύρονται για τη βαρβαρότητα της κίτρινης φυλής, κατηγορώντας την ότι εχθρεύεται τον πολιτισμό, γίνεται αναφορά στην εκπολιτιστική αποστολή της Ρωσίας, στο ενθουσιασμό που διαπνέει τους Ρώσους στρατιώτες που πηγαίνουν στον πόλεμο, κ.λπ κ.λπ. Με κολακείες προς την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, οι δημοσιογράφοι συσπειρώνονται για να αναζωπυρώσουν στις καρδιές του λαού το μίσος ενάντια στην Κίνα.

Τα αποτελέσματα αυτής της μεγάλης εκστρατείας είναι ορατά: “Μέσα σε όλες αυτές τις υπερβολές, χάνεται η φωνή των συνειδητών εργατών, που εκπροσωπούν πρωτοπόρα τα εκατομμύρια αυτών που αποτελούν τον εργαζόμενο λαό.” Ακόμη κι αν στρέψουμε την προσοχή μας στο προλεταριάτο, μόνο μια μειοψηφία αντιστέκεται στη βλαβερή διάδοση του σοβινισμού.

Ο Λένιν δεν μπορεί πια να συμφωνεί με την ψευδαίσθηση που καλλιεργούσαν οι Μαρξ και Ένγκελς στα χρόνια της νιότης τους: για εκείνους, ήταν ακαταμάχητο το προτσές που ωθούσε το προλεταριάτο να εκφράζει την επαναστατική του συνείδηση και να διεξάγει μια επανάσταση που είχε ως στόχο τη χειραφέτηση όχι μόνο μιας δοσμένης κοινωνικής τάξης, αλλά συνολικά της ανθρωπότητας. Η αστική επανάσταση είχε τελειώσει με την ενσωμάτωση και τη συγχώνευση της παλιάς και της νέας κυρίαρχης τάξης, έτσι ώστε να παραμένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα αντίθετα, δεν ήταν δυνατόν να ενσωματώσει το προλεταριάτο, που ήταν σε ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση με την αστική τάξη. Η χειραφέτηση του προλεταριάτου, σε αυτή την περίπτωση, θα ισοδυναμούσε με τη χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας και η εμφάνιση στο προσκήνιο του προλεταριάτου σαν συνειδητού επαναστατικού υποκειμένου, θα σηματοδοτούσε μια καθοριστική στροφή στην παγκόσμια ιστορία (που ήδη διαγραφόταν στον ορίζοντα). Τώρα, αντίθετα, η τάση προσεταιρισμού σημαντικών τμημάτων του προλεταριάτου της Αγγλίας ή άλλων ωρών, στις περιπέτειες και στην αποικιορατική εκμετάλλευση, είχε γίνει πια προφανής.

Καταρρίπτεται έτσι μια τελευταία προϋπόθεση της πλατφόρμας που είχαν επεξεργαστεί ο Μαρξ και ο Ένγκελς στα νεανικά τους, βέβαια, γραπτά, αλλά που δεν εγκατέλειψαν και συνέχιζε να τους απασχολεί και τα μετέπειτα χρόνια της εξέλιξής τους: στο βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου “ήταν τόσο έκδηλη η αφαίρεση κάθε στοιχείου ανθρωπιάς, ακόμα και η επίφαση τέτοιων στοιχείων”, που, “βλέποντας την κατάσταση της τάξης αυτής”, ακόμη και άτομα που δεν ανήκαν κοινωνικά σε αυτήν, μπορούσαν να γίνονται συμμέτοχοι στην αγανάκτησή του και να μοιράζονται τον αγώνα του.” Η επιτυχία του “αυτοκρατορικού σοσιαλισμού”, κατά μία έννοια, καταλήγει, ακούσια, να εφιστά την προσοχή στο επαναστατικό υποκείμενο που αποτελείται από τους καταπιεζόμενους λαούς των αποικιών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν και το τίμημα της πολιτικής της ενσωμάτωσης που προωθεί η αστική τάξη απέναντι στην εργατική τάξη της καπιταλιστικής μητρόπολης. Ενώ, κατά μια άλλη έννοια, η επιτυχία αυτή θέτει σε αμφισβήτηση την αφελή επιστημολογική προσέγγιση που βασίζεται στα αισθητηριακά βιώματα και θεωρεί έγκυρη πηγή γνώσης την άμεση εμπειρική αντίληψη. Η νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί επέβαλε το πέρασμα σε μια ορθολογική ανάλυση του συνόλου των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία επαναστατικής συνείδησης και την συμμετοχή στους ταξικούς αγώνες.

Πέρα από το αποικιοκρατικό ζήτημα, στα ίδια συμπεράσματα οδηγούσαν και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ήδη ο Ένγκελς, σε επιστολή του στον Αύγουστο Μπέμπελ, στις 15 Φεβρουαρίου 1886, παρατηρούσε πως στην Αγγλία “η μάζα των καθεαυτού εργατών” τείνει να συμπαρατάσσεται με τους Kampzollern, δηλαδή με αυτούς που, στο όνομα του “fair trade” (δίκαιου εμπορίου) και του αγώνα ενάντια στον άνισο ανταγωνισμό, κατηγορούσαν τις άλλες χώρες (και κυρίως τη Γερμανία) ότι ήθελαν να θίξουν την αγγλική βιομηχανία με τον τελεωνειακό προστατευτισμό.

Ο ολοένα και πιο σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις έτεινε να συμπαρασύρει και την ίδια την εργατική τάξη. Το φαινόμενο επρόκειτο να επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια. Στις προκαταρκτικές του σημειώσεις της μελέτης για τον ιμπεριαλισμό, ο Λένιν αντέγραφε από το βιβλίο ενός Γερμανού ιστορικού μιας είδηση που τον στενοχωρούσε και τον αναστάτωνε: “τον Αύγουστο του 1893 στο Εγκί Μορτ, Ιταλοί εργάτες χτυπήθηκαν και κινδύνεψε η ζωή τους από τους Γάλλους ανταγωνιστές τους.” Έβγαιναν στην επιφάνεια έτσι οι μεγάλες δυσκολίες του προτσές της ταξικής συνειδητοποίησης.

Στη πολιτική στροφή, όπου αναδεικνυόταν η μεγάλη σημασία που έπρεπε να δοθεί στις καταστροφικές συνέπειες του ιμπεριαλισμού, αντιστοιχούσε μια επιστημολογική στροφή, με την εγκατάλειψη της αισθητηρικής προσέγγισης, που ίσως, στα νεανικά έργα του Μαρξ και του Ένγκελς, ήταν αποτέλεσμα επιρροής από τον Φόιερμπαχ. Μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε καλύτερα το Τι να κάνουμε;:

Η συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να γίνει ολοκληρωμένη πολιτική συνείδηση, αν οι εργάτες δεν μάθουν να αντιδρούν ενάντια σε κάθε κατάχρηση, ενάντια σε κάθε εκδήλωση αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και αυταρχισμού, ενάντια σε όποια τάξη κι αν στρέφεται αυτή, και να αντιδρούν από σοσιαλδημοκρατική σκοπιά και όχι από οποιαδήποτε σκοπιά. Η συνείδηση των εργατικών μαζών δεν μπορεί να είναι αληθινή συνείδηη, αν οι εργάτες δεν μάθουν να παρατηρούν, στη βάση των συγκεκριμένων και σύγχρονων πολιτικών γεγονότων, καθεμία από τις άλλες κοινωνικές τάξεις σε όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής ζωής. Αν δεν μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την ανάλυση και τα κριτήρια του υλισμού σε όλες τις μορφές δράσης και ζωής όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού. Όποιος στρέφει την προσοχή και την παρατηρικότητα της εργατικής τάξης αποκλειστικά ή κυρίως στον ίδιο της τον εαυτό δεν είναι σοσιαλδημοκράτης, επειδή για την εργατική τάξη η αυτοσυνείδηση είναι αδιάλυτα δεμένη με την ακριβή γνώση των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας και γνώση όχι μόνο θεωρητική, για την ακρίβεια όχι τόσο θεωρητική όσο κατακτημένη από την εμπειρία της πολιτικής ζωής. […] Το μόνο πεδίο όπου είναι εφικτή η απόκτηση αυτής της [ταξικής πολιτικής] συνείδησης είναι το πεδίο των σχέσεων με όλες τις τάξεις και όλα τα στρώματα του πληθυσμού με το κράτος και την κυβέρνηση, είναι το πεδίο των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις.

Η κατάκτηση της ταξικής συνείδησης και η συμμετοχή στον ταξικό επαναστατικό αγώνα προϋποθέτουν την κατανόηση της κοινωνικής ολότητας σε κάθε έκφανση: όσα σημειώνω με πλάγιους χαρακτήρες θεωρώ πως είναι οι έννοιες-κλειδιά. Χρειάζεται “μια οργάνωση επαναστατών, ικανών να καθοδηγούν όλο τον αγώνα για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου”. Όσο για τη Ρωσία, το επαναστατικό κόμμα χαρακτηρίζεται από την ικανότητα της “πολιτικής καταγγελίας του αυταρχισμού, με όλες τις μορφές που αυτός εκδηλώνεται.”

Στις πολιτικο-κοινωνικές μορφές εκμετάλλευσης που οφείλουμε να καταργήσουμε, δεν περιλαμβάνεται μόνο η εκμετάλλευση του εργάτη στο εργοστάσιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων (και ιδιαίτερα την καταπίεση των εβραίων, όσον αφορά τη Ρωσία), αλλά ούτε και τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό που προσπαθεί να καθυποτάξει όλο και περισσότερους λαούς.

Το επαναστατικό κόμμα οφείλει να εξετάζει και να ευαισθητοποιείται “για την εξωτερική και εσωτερική πολιτική της κυβέρνησής μας, για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας και της Ευρώπης.” Πρέπει να αξιοποιεί κάθε ευκαιρία “για να εξηγεί σε όλους την παγκόσμια ιστορική σημασία του χειραφετητικού αγώνα του προλεταριάτου.” Αυτού του χειραφετητικού αγώνα, του οποίου κομμάτι αναπόσπαστο είναι ο αγώνας των γυναικών, και των σκλάβων των αποικιών για τη χειραφέτησή τους από τη φιλελεύθερη αστική τάξη που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά σαν βάρβαρους αποσυνάγωγους του πολιτισμού και προορισμένους να υφίστανται την καταπίεση των δυτικών λευκών υπερανθρώπων. Με την έννοια αυτή, ο επαναστάτης “λαϊκός ηγέτης” διαφοροποιείται από τον ρεφορμιστή “γραμματέα του κάθε συνδικάτου” που συχνά–αναφέρεται στο κείμενο για τον ιμπεριαλισμό, παραθέτοντας τη γνωστή παρατήρηση του Ένγκελς–συμπεριφέρεται σαν στυλοβάτης της κυρίαρχης τάξης και σαν άκριτος υποστηρικτής ενός “έθνους που εκμεταλλεύεται τον κόσμο ολόκληρο.”

 

Πηγή: Αντι-ιμπεριαλιστικές Προοπτικές

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s