“… Εκεί που με ξέχασα μέσα σου, έγινες σκέψη,…” Paul Celan

Paul Celan

Όταν δεν ξέρω , δεν ξέρω ,
χωρίς εσένα , χωρίς εσένα , χωρίς Εσύ,

έρχονται τότε όλοι αυτοί ,
οι
αυτοαποκεφαλισμένοι , που
ισόβια ανεγκέφαλοι τη φυλή
των Χωρίς – Εσύ
υμνούσαν :

Αshrej ,

μια λέξη δίχως νόημα ,
μεταθηβετιανή ,
της Εβραίας
Αθηνάς
Παλλάδας
στις κρανοφόρες
ωοθήκες πιτσιλισμένη ,

κι όταν αυτός ,

αυτός ,

έμβρυο ,

δενδεν των Καρπαθίων αρπίζει ,

τότε στο κοπανέλι
δαντέλα πλέκει
η Αλλεμάντα

το αθάνατο
τραγούδι
που ξερνοβολά.

Σχόλια
1. [Αshrej ] , Εβραϊκά : ‘’σωτηρία ‘’. Λέξη με την οποία ξεκινούν πολλοί βιβλικοί ψαλμοί . Η γερμανική εκδοχή ‘’ Heil ‘’ απευθύνονταν στον Χίτλερ.
2. [των Καρπαθίων ]. Η Μπουκοβίνα , ιδιαίτερη πατρίδα του Celan στο βορειοανατολικό άκρο των Καρπαθίων , έπαψε να υπάρχει μετά την μετεγκατάσταση του γερμανικού και την θανάτωση του εβραϊκού πληθυσμού της.
3. [Αλλεμάντα ] . Γαλλικά : η Γερμανίδα ( Αllemande ).
4. Ο Celan δεν έχει σε όλο του το έργο αποκαλέσει ονομαστικά την Γερμανία ή τους κατοίκους της , εκτός από δυο φορές ΄ η μια από αυτές είναι στη “Φούγκα του Θανάτου’ ο στίχος ‘ ο θάνατος είναι μάστορας από τη Γερμανία “.

*

Των γλάρων οι νεοσσοί , ασημόχρωμοι ,
εκλιπαρώντας επαιτούν απ ΄ το ενήλικο πουλί :
την κόκκινη βούλα στο κάτω
ράμφος , που είναι κίτρινη.

Μαύρο – μια απομίμηση
κεφαλιού σ ΄ το επιδεικνύει –
θα ήταν ένα ισχυρότερο θέλγητρο . Μα και το μπλε
είναι αποτελεσματικό , όμως δεν
κάνει την διαφορά το χρώμα :
πρέπει να είναι μια
γοητευτική μορφή , μια ακέραια ,
πλήρως
διαρθρωμένη ,
με μια κληρονομιά καθορισμένη.

……………………………………………………

Φίλε ,
περιχυμένε πίσσα κοπρίτη , εσύ ,
κι εδώ , σε τούτη
την ακτή , καταλήγεις
και στων δυο , χρόνου κι αιωνιότητας , τον
λάθος
λαιμό.

*
ΕΝΑΣ ΚΟΚΚΟΣ ΑΜΜΟΥ

Πέτρα , απ ΄ όπου σε πελέκησα ,
όταν η νύχτα τα δάση της αφάνιζε :
μορφή δέντρου σού έδωσα
και σε κάλυψα
με το καστανό τού ασθενέστερου λόγου μου
όπως μέσα σε φλούδα –

Ένα πουλί ,
ξεγλιστρώντας από το πιο στρόγγυλο δάκρυ ,
σαν τα φύλλα κινείται από πάνω σου:

μπορείς να περιμένεις ,
μέχρι να αχνοφέξει ανάμεσα σ ΄ όλα τα μάτια για χάρη σου
ένας κόκκος άμμου ,
αυτός που με βοήθησε να ονειρευτώ
όταν καταβυθίστηκα , για να σε βρω –

παρασύρεσαι προς τη ρίζα του
που σου δίνει φτερά , όταν το χώμα από θάνατο πυρώνει ,
τεντώνεσαι μπροστά ,
κι εγώ αιωρούμαι εμπρός σου όπως φύλλο
που ξέρει πού ανοίγουν οι πύλες.

*
ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ

Και τα ωραία που τράβηξες , και τα μαλλιά
που τραβάς :
ποιό χτένι
θα τα καλοχτενίσει πάλι , τα ωραία μαλλιά ;
Ποιό χτένι
σε τίνος το χέρι ;

Και οι πέτρες που σώριασες ,
αυτές που σωριάζεις :
τις σκιές πού θα ρίξουν ,
και πόσο μακριά ;

Κι ο αέρας που από πάνω περνά ,
κι ο αέρας :
θα αρπάξει μια πέτρα απ ΄ αυτές ,
να την αποδώσει σε σένα ;

*
ΜATI TOY ΧΡΟΝΟΥ

Αυτό είναι το μάτι του χρόνου :
λοξοκοιτάζει
κάτω από επτάχρωμο φρύδι .
γλύφουν φωτιές το βλέφαρο του,
το δάκρυ του είναι ατμός .

Τυφλό το αστέρι πλησιάζει πετώντας
και λιώνει πάνω στις καυτές βλεφαρίδες του :
ζεσταίνει στον κόσμο ,
και οι νεκροί
πετούν μπουμπούκια και ανθίζουν.

*

Εκεί που με ξέχασα μέσα σου ,
έγινες σκέψη,

κάτι
διαπερνά και τους δυο μας
βουίζοντας :
του κόσμου η πρώτη
από τις τελευταίες
φτερούγες,

καλύπτει τρίχωμα
το τρικυμισμένο μου
στόμα ,

εσύ
δεν
συν –
έρχεσαι.

*
ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΑΥΡΙΟ

Έτσι στέκομαι , πετρωμένος , πλάι
στην απόσταση , αυτήν που σ’ οδήγησα :

Σκαμμένες
από σύννεφα άμμου οι δυο
εσοχές στο κάτω άκρο του μετώπου.
Σκοτάδι μέσα τους ,
προϊόν παρατήρησης.

Ολόκληρο πάλλεται
από σιωπηλά σφυριά στον αέρα
το σημείο ,
αυτό που μ’ ακούμπησε το φτερωτό μάτι .

Πίσω του ,
στον τοίχο παράμερα,
το σκαλοπάτι
που οκλάζει ,
ό, τι έχει ανέλθει στη μνήμη.

Και εδώ
μια φωνή διαρρέει ,δωρολήπτης της νύχτας ,
απ’ όπου τη μέθη αντλείς.

*
TENEBRAE

Πλησίον είμαστε ,Κύριε ,
πλησίον και απτοί.

Ειλημμένοι ,Κύριε , ήδη ,
με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι , σα να ΄ τανε
το σώμα καθενός μας
σώμα σου ,Κύριε.

Δεήσου , Κύριε ,
δεήσου υπέρ ημών ΄
είμαστε κοντά .

Σκεβροί από τον αέρα βαδίζαμε ,
πηγαίναμε στη λακκούβα να σκύψουμε ,
στη γούβα με το νερό .

Στην ποτίστρα πηγαίναμε ,Κύριε.

Ήταν αίμα , ήταν ,
αυτό που μέσα της έριξες , Κύριε .

Έλαμπε.

Στα μάτια την εικόνα σου μας εκτίναξε , Κύριε .
Μάτια και στόμα μένουν ορθάνοικτα και άδεια , Κύριε .
Ήπιαμε , Κύριε .
Το αίμα και την εικόνα που ήταν στο αίμα , Κύριε.

Δεήσου , Κύριε .
Είμαστε κοντά.

1. [ TENEBRAE ] : Λατινικά . Το σκοτάδι , το έρεβος , η άβυσσος.
2. [ με νύχια μεταξύ μας γαντζωμένοι ], ineinander verkrallt , στο πρωτότυπο. Το ρήμα «verkrallen »( γαντζώνομαι ) ετυμολογείται από το ουσιαστικό « Kralle» : το νύχι (του ζώου)

*
ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΛΕΓΜΑ

Οφθαλμοσφαιρικό εν μέσω ράβδων .

Παλίνδρομο ζώο το βλέφαρο
λάμνει προς τα πάνω,
ελευθερώνει ένα βλέμμα.

Ίρις , κολυμβήτρια , στερημένη ονείρων και θολή :
ο ουρανός , καρδιόφαιος , είναι μάλλον κοντά.

Διαγωνίως , εντός στομίου σιδηρού ,
πριονίδι αναδίδον καπνό .
Μέσω της αισθήσεως του φωτός
εικάζεις την ψυχή.

(Αν ήμουν όπως εσύ . Αν ήσουν όπως εγώ.
Δεν θα βρισκόμασταν
κάτω απ ΄ τον ίδιο αληγή άνεμο ;
Είμαστε ξένοι. )

Τα πλακίδια . Επί τούτων ,
εις πυκνή μεταξύ των διάταξη , οι δυο
καρδιόφαιοι λάκκοι :
δυο
σιωπές μεγέθους στόματος πλήρους .

1. [οφθαλμοσφαιρικό ], augenrund ,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός. Σύνθετο επίθετο από: Αuge (το μάτι ) + n + rund ( στρογγυλός , σφαιρικός ): σφαιρικός σαν μάτι. Στο στίχο έχει ουσιαστικοποιηθεί και έχει θέση υποκειμένου : (κάτι ) σφαιρικό σαν μάτι.
2.[παλίνδρομο ζώο] , Flimmertier , στο πρωτότυπο. Σύνθετο ουσιαστικό : flimmern (αχνοφέγγω – στην βασική του έννοια- ) + Τier ( ζώο). Ωστόσο το ρήμα προσδιορίζει και την ακούσια κίνηση οργάνων ή λειτουργιών (Flimmerbewegung) , όπως των ματιών , της αναπνοής ή του τριχώματος των ζώων. Η δεύτερη αυτή μεταφραστική άποψη που επιλέχθηκε εδώ , φαίνεται να ενισχύεται και από τον στίχο «λάμνει προς τα πάνω » που ακολουθεί.
3. [καρδιόφαιος], herzgrau,στο πρωτότυπο. Νεολογισμός.

Ο Μ. Ηeidegger στο Τοdtnauberg, έξω από την αλπική καλύβα με την πηγή , στην οποία αναφέρεται το ποίημα του P. Celan.

*

TODTNAUBERG

Άρνικα , Ευφρασία, η
πόση από την πηγή με το
τετράγωνο αστέρι από πάνω ,

στην αλπική
καλύβα ,

η εγγραφή
-τίνος το όνομα είχε γραφτεί
πριν το δικό μου ; –
η αράδα στο βιβλίο
για την προσδοκία, σήμερα ,
μιας λέξης ενός στοχαστή
που θα ΄ ρθει
στην καρδιά,

δασικές καμπύλες , ανισόπεδες ,
ορχιδέα και ορχιδέα , μεμονωμένες ,

χοντροκουβέντες , κατά τη διαδρομή ,
σαφώς ,

αυτός που μας οδηγεί , ο άνθρωπος ,
που τις ακούει κι αυτός ,

τα μισο –
πατημένα ξυλό –
σκαλα στο τυρφώδες χώμα ,

υγρασία ,
πολλή.

1.Ο Celan βρέθηκε στη Γερμανία μεταξύ 22. 7 και 2 .8. 1967. Στις 25. 7. Επισκέφθηκε τον Μ. Heidegger στον Μέλανα Δρυμό ,όπου ο δεύτερος διατηρούσε μια αλπική καλύβα.
2.[Todtnauberg ]. Τοπωνύμιο. «Το βουνό του θανάτου». Αξίζει να σημειωθεί η ηχητική ομοιότητα της λέξης με την επωνυμία της εταιρίας χωματουργικών εργασιών ‘’ Τodt ‘’ , στην οποία εργάζονταν αιχμάλωτοι Εβραίοι . Στην ίδια εταιρία είχαν εργαστεί και οι γονείς του
του Celan ως αιχμάλωτοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης.
3.[ Άρνικα , Ευφρασία]. Ονόματα θεραπευτικών φυτών.
4. [με το τετράγωνο αστέρι ]. Στην αυλή της αλπικής καλύβας υπάρχει πηγή πόσιμου νερού
με τη διακόσμηση ενός τετράγωνου ξύλινου αστεριού.

Paul Celan, Δέκα ποιήματα (μτφρ-σχόλια-επιμέλεια: Γιώργος Καρτάκης)

Πηγή: poiein

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s