Monthly Archives: April 2016

Silvestre Revueltas: La Coronela (1940)

 

 

Regarded as one of the most significant figures of the twentieth-century Mexican music, Silvestre Revueltas Sanchez earned himself a classic position in the world of music. He was a teacher, violinist, director and composer who helped promote Mexican music along with Chavez. He, being an outstanding Mexican composer, produced works with complete originality, dissonant, rhythmic vitality and charm. His passion towards his native Mexican music can be witnessed in his works of compositions which frequently had the distinctive Mexican flavor attached to it. This Mexican composer is best known for his vibrant, organized music and in his short life, gained an essential place in the currents of modernism. He lived only for four decades, in the span of which his music got a spectacular recognition. He taught at the National Conservatory of Music where again he got a splendid place for his musical language. Using music as a weapon, he also contributed in improving the political world in Spain during the war by hosting concerts and performances. He was a self-taught composer whose music output was not very vast, nevertheless valuable.

Silvestre Revueltas’ Childhood and Early Life

On 31 December 1899, Silvestre Revueltas Sanchez was born in a small town named Santiago Papasquiaro, Durango in Mexico. Being the oldest of the twelve siblings who were artistic achievers, he had his interests towards music from a young age. One of his brothers was a famous painter and a sister a noted actor. At the age of five, Revueltas got a violin as a gift from his father and began studying it when he was eight. He studied at the National Conservatory of Music in Mexico City. Later, due to unfortunate disarray of the Mexican Revolution, in the year 1917, he had to move to the United States. There he studied at St Edward College in San Antonio, Texas. He then continued his studies in Chicago in 1919 and enrolled himself at the Chicago Musical College. He learnt violin along with Jos Rocabruna and composition with Rafael J. Tello. His first concert was organized in Mexico with Carlos Chavez in 1924 and after a series of concerts in Mexico, he returned to his home country and persisted on till 1929.

Career

Revuletas career had been associated with music and concerts. In 1928, he conducted an orchestra in Mobile, and gradually was appointed as the violin professor and later, as the assistant director of the Mexico Symphony Orchestra and remained in the position until 1935. He was obsessed with work and compositions even while he continued to teach and direct. His interests were also inclined to the political concern, which was transfixed by the tragedy of the Spanish Civil War. He spent 4 months in Spain after the war where he and his colleagues performed concerts with an effort to make the political side of the country better. Revueltas on his own conducted the Symphony Orchestra of Mexico on 15 December 1938 in the Palacio de Bellas Artes where his work Sensemayá was received with huge success. It was one of his famous works, which was written by the Cuban Nicolás Guillén. Working with Chavez, Revueltas was able to promote Mexican music giving out a rich collection of music by the eminent names of the period. His collection of works showed originality and freshness, which then had been a major contribution to the national Mexican symphonic poem. Recognizing his efforts, he was given a major position in music and asked to compose music for films. He grew as an accomplished performer and conducted solo recitals in halls in Mexico.

His Works

He wrote six “picture-postcard” pieces, ten-minute poems inspired by Mexican scenes for orchestra in 1931-34. During his stay in Spain, he worked for the Republicans but later came back to Mexico to continue to teach. He worked on films, chamber music, songs and other works. His orchestral music of symphonic poems with Sensemayá brought him humungous recognition. He made his appearance as a bar pianist in the movie Vámonos con Pancho Villa where he composed music. His works were not very vast but it did include works for symphony orchestra, two ballets, vocal music and works for theatre and cinema. In all of his compositions, he brought in the folk derivations without citing the actual Mexican folk songs. The size of the output is quite impressive with his works such as Cuauhnahuc (Cuernavaca) (1930), Esquinas (Corners) (1931), Ventanas (Windows) and Colorines (Coloured Beads) (1932), Janitzio (1933), Caminos (Roads) (1934), Homenaje a Federico Garca Lorca (Hommage to Federico Garca Lorca) (1936), Itinerarios (Routes) (1937) and Sensemay (1938)

Πηγή: thefamouspeople

Εκλογική ανάσταση

 Ευκολάκι είναι για τον καθένα που θέλει να αναδείξει την προοδευτικότητά του, την επαναστατικότητα και τον διαφορετικό εναλλακτικό τρόπο σκέψης κατά την διάρκεια του Άγιου Πάσχα των χριστιανών. 

Από την μια θα έχει την ευκαιρία να διατυμπανίζει στις παρέες και στους συγγενείς ότι δεν εκκλησίαζεται και θα νιώθει την απόλαυση της νοητικής αυτοεκσεπερμάτωσης της δήθεν εναλλακτικότητας. Από τη άλλη θα βρεί τρόπους να νιώσει το πνευματικό επίπεδο της ανύψωσης με ένα διαφορετικό τρόπο αλλά κάθε άλλο παρά να μην ξεπερνάει το σολιψιστικό υπαρξιακό ύφος μιας ηθελημένης μελαγχολίας και περισυλλογής περί θανάτου. 

Αυτό συμβαίνει σε όλες τις θεσμικές κοινωνικές συνευρέσεις είτε θρησκευτικού ύφους, είτε εκπαιδευτικού και φυσικά πολιτικού. Η αποχή με άλλα λόγια, μια που είμαστε σε προεκλογική περίοδο, γίνεται ακριβώς η ίδια υπαρξιακή κατάσταση μ’ αυτή του σολιψιστικού βαθιά κατά τα άλλα θρησκευόμενου υποκειμένου που δεν εκκλησιάζεται. Οι ακόλουθοι της αποχής φαίνεται τελικά να είναι βαθία πολιτικοποιημένοι χώρις να το συνειδητοποιούν. 

Ο ψηφοφόρος που απέχει είναι ο εναλλακτικός τύπος που βρίσκει το πολιτικό νόημα της ανάστασης στο συνειδησιακό νοητικό κλουβί του. Δεν χρειάζεται την εκκλησία ως θεσμό όπως δεν χρειάζεται την βουλή ως την δημοκρατική επικύρωση του να είναι ελεύθερος. 

Από την μια δηλαδή διακρίνεται αρχικά η νίκη της αστικής πολιτικής τάξης με την εγκαθίδρυση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που έβαλε τα θεμέλια η Γαλλική επανάσταση. Κατά δεύτερον, γίνεται φανερός ο θρίαμβος της αστικής πολιτικής ισχύς να μην γίνεται αρεστή και απαραίτητη από τους πολιτευτές και τους πολιτευόμενους η όποια δημοκρατική διαδικασία. 

Η αποχή λοιπόν εκφράζει εμπράκτως την νίκη της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά και την αναγκαία πολιτική “επιλογή”. Με άλλα λόγια ο φιλελευθερισμός κατάφερε να αποδεσμεύσει ή να απονεκρώσει όχι την κρατική εξουσία αλλά την οργανωμένη εργατική πάλη για εργατική εξουσία. 

Η αποχή και οι ακόλουθοί της γίνονται τα θύματα της κλούβιας επανάστασης πίσω από την homemade αγία τράπεζα και οι εκλογικοποιημένοι πολίτες τα θύματα μιας εκκλησιάζουσας πατριωτικοκομματικής μιζέριας που η παλαβή ελπίδα γίνεται πολιτική δράση. 

Φύση μου, βαρβαρότητά μου!

Διερωτάται το μορφωμένο πολιτισμένο δυτικό υποκείμενο, πως κατάφερε ο άνθρωπος να επιτρέψει αυτό το τέρας του φασισμού να κάνει την βαρβαρότητα φύση του.

Με τις ίδιες πολιτισμένες απορίες καταφέρνουμε να διατηρούμε την βαρβαρότητα. Με αυτόν τον τρόπο απαντάται το ερώτημα πως η βαρβαρότητα τότε κυρίευσε την ανθρωπότητα. Ότι ήταν μάλλον ιστορικά αναγκαίο και εν τέλει η φύση του ανθρώπου είχε παρεκτραπεί.

Είμαστε τα μεταπολεμικά κτήνοι του Δυτικού πολιτισμού οι οποίοι έχουμε αποκτήσει τα ιστορικά βιωματικά εφόδια ν’ αντέχουμε όχι απλά την ιδέα της βαρβαρότητας αλλά να μας είναι αναγκαία η πραγματικότητά της.

D. Losurdo, Εθνικό ζήτημα και πάλη των τάξεων (1)

Από το βιβλίο του Domenico Losurdo Η πάλη των τάξεων, εκδ. Α/συνέχεια. Η μετάφραση έχει αναπροσαρμοστεί σε ορισμένα σημεία.

1. Η κριτική του Λένιν στους ακρωτηριασμούς της πάλης των τάξεων

Πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Ένγκελς, γράφοντας στο Socialistische Monatshefte, ο Μπερνστάιν παρατηρεί με ικανοποίηση:

Αν στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στη Νότια Αμερική, σε μερικές περιοχές της Αυστραλίας κλπ σήμερα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι εξασφαλίζουν τα προς το ζην, σε σύγκριση με τις εκατοντάδες χιλιάδες παλαιότερων περιόδων, αυτό οφείλεται στην αποικιοκρατική επέλαση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κι αν σήμερα, στην Αγγλία και αλλού, πολλά τροπικά προϊόντα, θρεπτικά και εύγευστα, αποτελούν πια συστατικό στοιχείο της λαϊκής κατανάλωσης, αν τα βοσκοτόπια και οι μεγάλες αμερικανικές και αυστραλιανές πεδιάδες προμηθεύουν τα εκατομμύρια των Ευρωπαίων εργαζομένων με κρέας και ψωμί σε χαμηλές τιμές, πρέπει να ευχαριστήσουμε γι’ αυτό τις αποικιακές επιχειρήσεις. Χωρίς την αποικιακή επέκταση της οικονομίας μας, η μιζέρια, που επικρατεί και σήμερα στην Ευρώπη και που πασχίζουμε να εξαλείψουμε, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη και θα ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να αντιμετωπιστεί. Ακόμη και σε σύγκρουση με τα δεινά της αποικιοκρατίας, τα πλεονεκτήματα που απολαμβάνουμε από τις αποικίες είναι πολύ περισσότερα.

Ας επικεντρωθούμε σε αυτή την τελευταία παρατήρηση. Αυτή συμπίπτει με την ολοκλήρωση της πλήρους εξολόθρευσης των ερυθρόδερμων Ινδιάνων στις ΗΠΑ και των Αβοριγίνων στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Είναι τα χρόνια όπου οι “χριστιανοί Μπόερς” στη Νότια Αφρική, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Λούντβιχ Γκούμπλοβιτς, θεωρητικού και υποστηρικτή του “φυλετικού πολέμου”, θεωρούν και αντιμετωπίζουν “τους ανθρώπους της ζούγκλας και τους οτεντότους” όχι ως “ανθρώπους” αλλά σαν είναι Geschöpfe (πλάσματα) που έχει κανείς δικαίωμα να εξοντώσει σαν “θηράματα του δάσους.”

Παραμένει το ότι για τον Μπερνστάιν τα “δεινά” της αποικιοκρατίας μετράνε λιγότερο από τα “πλεονεκτήματα” που απολαμβάνουμε χάρη σ’ αυτήν. Αν ο Λασάλ επιλύει την πάλη των τάξεων με την επιδίωξη ενός υποτυπώδους κοινωνικού Κράτους χωρίς καν πολιτική δημοκρατία, οι Άγγλοι οπαδοί του Εργατικού Κόμματος και αργότερα ο Μπερνστάιν αντιμετωπίζουν την πάλη των τάξεων με μια πολιτική δημοκρατία που πασχίζει να πετύχει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, όχι μόνο νομιμοποιώντας τον αποικιοκρατικό επεκτατισμό αλλά και επωφελούμενη από αυτόν. Ο “αυτοκρατορικός σοσιαλισμός” ξεκάθαρα προωθείται και μέσα σε εκείνο το σοσιαλιστικό κόμμα [SPD] που έχει το μεγαλύτερο κύρος, καθώς και μια διαχρονική βαρύτητα. 

Αυτό είναι το ιστορικό πλαίσιο που πρέπει να έχουμε κατά νου, αν θέλουμε να κατανοήσουμε το Τι να κάνουμε;, το κείμενο του Λένιν, που όχι τυχαία εκδίδεται δύο χρόνια αργότερα από το άρθρο του Μπερνστάιν, που προαναφέραμε. Δύο χρόνια είχαν περάσει επίσης από τη διεθνή αποστολή που είχαν οργανώσει οι Μεγάλες Δυνάμεις για να καταπνίξουν την εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα: η αποικιοκρατική βία –σημειώνει ο Λένιν το Δεκέμβριο του 1900– στρεφόταν και “ενάντια στους άοπλους Κινέζους, που εξολόθρευσαν, χωρίς να λυπηθούν ούτε τις γυναίκες ή τα παιδιά τους, για να μην αναφέρουμε τη λεηλασία δημόσιων κτιρίων, καταστημάτων και σπιτιών.” Οι Ρώσοι στρατιώτες και γενικά όλοι οι εισβολείς συμπεριφέρθηκαν “σαν άγρια θηρία, καίγοντας ολόκληρα χωριά, πνίγοντας στον ποταμό Αμούρ, πυροβολώντας και ξεκοιλιάζοντας με τις μπαγιονέτες των όπλων τους τους άοπλους κατοίκους, τις γυναίκες και τα παιδιά τους.” Κι όμως αυτά τα αίσχη χαρακτηρίστηκαν “εκπολιτιστική αποστολή” των κυρίαρχων τάξεων από ορισμένες “μισθοφορικές φυλλάδες” και σε τελευταία ανάλυση, από όλη, ή σχεδόν όλη, την κοινή γνώμη της εποχής. Ήταν μια επιχείρηση που στόχευε επίσης να “διαφθείρει την πολιτική συνείδηση των λαϊκών μαζών.” Για να “εξαλείψουν τη δυσφορία του λαού”, προσπαθούσαν να την στρέψουν “ενάντια σε κάποιον άλλο αντί για την κυβέρνηση.” Δεν ήταν καθόλου δύσκολο:

Υποθάλπτεται, για παράδειγμα, η εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους: ο σκανδαλοθηρικός Τύπος επιτίθεται στους Εβραίους, σαν ο Εβραίος εργάτης να μην υποφέρει από το ζυγό του κεφαλαίου και του αστυνομικού κράτους παρόμοια με το Ρώσο εργάτη. Σήμερα στον Τύπο έχει εξαπολυθεί μια εκστρατεία ενάντια στους Κινέζους, όπου όλοι διαμαρτύρονται για τη βαρβαρότητα της κίτρινης φυλής, κατηγορώντας την ότι εχθρεύεται τον πολιτισμό, γίνεται αναφορά στην εκπολιτιστική αποστολή της Ρωσίας, στο ενθουσιασμό που διαπνέει τους Ρώσους στρατιώτες που πηγαίνουν στον πόλεμο, κ.λπ κ.λπ. Με κολακείες προς την κυβέρνηση και το κεφάλαιο, οι δημοσιογράφοι συσπειρώνονται για να αναζωπυρώσουν στις καρδιές του λαού το μίσος ενάντια στην Κίνα.

Τα αποτελέσματα αυτής της μεγάλης εκστρατείας είναι ορατά: “Μέσα σε όλες αυτές τις υπερβολές, χάνεται η φωνή των συνειδητών εργατών, που εκπροσωπούν πρωτοπόρα τα εκατομμύρια αυτών που αποτελούν τον εργαζόμενο λαό.” Ακόμη κι αν στρέψουμε την προσοχή μας στο προλεταριάτο, μόνο μια μειοψηφία αντιστέκεται στη βλαβερή διάδοση του σοβινισμού.

Ο Λένιν δεν μπορεί πια να συμφωνεί με την ψευδαίσθηση που καλλιεργούσαν οι Μαρξ και Ένγκελς στα χρόνια της νιότης τους: για εκείνους, ήταν ακαταμάχητο το προτσές που ωθούσε το προλεταριάτο να εκφράζει την επαναστατική του συνείδηση και να διεξάγει μια επανάσταση που είχε ως στόχο τη χειραφέτηση όχι μόνο μιας δοσμένης κοινωνικής τάξης, αλλά συνολικά της ανθρωπότητας. Η αστική επανάσταση είχε τελειώσει με την ενσωμάτωση και τη συγχώνευση της παλιάς και της νέας κυρίαρχης τάξης, έτσι ώστε να παραμένουν ουσιαστικά αναλλοίωτες οι σχέσεις εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Το κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα αντίθετα, δεν ήταν δυνατόν να ενσωματώσει το προλεταριάτο, που ήταν σε ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση με την αστική τάξη. Η χειραφέτηση του προλεταριάτου, σε αυτή την περίπτωση, θα ισοδυναμούσε με τη χειραφέτηση όλης της ανθρωπότητας και η εμφάνιση στο προσκήνιο του προλεταριάτου σαν συνειδητού επαναστατικού υποκειμένου, θα σηματοδοτούσε μια καθοριστική στροφή στην παγκόσμια ιστορία (που ήδη διαγραφόταν στον ορίζοντα). Τώρα, αντίθετα, η τάση προσεταιρισμού σημαντικών τμημάτων του προλεταριάτου της Αγγλίας ή άλλων ωρών, στις περιπέτειες και στην αποικιορατική εκμετάλλευση, είχε γίνει πια προφανής.

Καταρρίπτεται έτσι μια τελευταία προϋπόθεση της πλατφόρμας που είχαν επεξεργαστεί ο Μαρξ και ο Ένγκελς στα νεανικά τους, βέβαια, γραπτά, αλλά που δεν εγκατέλειψαν και συνέχιζε να τους απασχολεί και τα μετέπειτα χρόνια της εξέλιξής τους: στο βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου “ήταν τόσο έκδηλη η αφαίρεση κάθε στοιχείου ανθρωπιάς, ακόμα και η επίφαση τέτοιων στοιχείων”, που, “βλέποντας την κατάσταση της τάξης αυτής”, ακόμη και άτομα που δεν ανήκαν κοινωνικά σε αυτήν, μπορούσαν να γίνονται συμμέτοχοι στην αγανάκτησή του και να μοιράζονται τον αγώνα του.” Η επιτυχία του “αυτοκρατορικού σοσιαλισμού”, κατά μία έννοια, καταλήγει, ακούσια, να εφιστά την προσοχή στο επαναστατικό υποκείμενο που αποτελείται από τους καταπιεζόμενους λαούς των αποικιών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν και το τίμημα της πολιτικής της ενσωμάτωσης που προωθεί η αστική τάξη απέναντι στην εργατική τάξη της καπιταλιστικής μητρόπολης. Ενώ, κατά μια άλλη έννοια, η επιτυχία αυτή θέτει σε αμφισβήτηση την αφελή επιστημολογική προσέγγιση που βασίζεται στα αισθητηριακά βιώματα και θεωρεί έγκυρη πηγή γνώσης την άμεση εμπειρική αντίληψη. Η νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί επέβαλε το πέρασμα σε μια ορθολογική ανάλυση του συνόλου των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία επαναστατικής συνείδησης και την συμμετοχή στους ταξικούς αγώνες.

Πέρα από το αποικιοκρατικό ζήτημα, στα ίδια συμπεράσματα οδηγούσαν και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Ήδη ο Ένγκελς, σε επιστολή του στον Αύγουστο Μπέμπελ, στις 15 Φεβρουαρίου 1886, παρατηρούσε πως στην Αγγλία “η μάζα των καθεαυτού εργατών” τείνει να συμπαρατάσσεται με τους Kampzollern, δηλαδή με αυτούς που, στο όνομα του “fair trade” (δίκαιου εμπορίου) και του αγώνα ενάντια στον άνισο ανταγωνισμό, κατηγορούσαν τις άλλες χώρες (και κυρίως τη Γερμανία) ότι ήθελαν να θίξουν την αγγλική βιομηχανία με τον τελεωνειακό προστατευτισμό.

Ο ολοένα και πιο σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις έτεινε να συμπαρασύρει και την ίδια την εργατική τάξη. Το φαινόμενο επρόκειτο να επιδεινωθεί τα επόμενα χρόνια. Στις προκαταρκτικές του σημειώσεις της μελέτης για τον ιμπεριαλισμό, ο Λένιν αντέγραφε από το βιβλίο ενός Γερμανού ιστορικού μιας είδηση που τον στενοχωρούσε και τον αναστάτωνε: “τον Αύγουστο του 1893 στο Εγκί Μορτ, Ιταλοί εργάτες χτυπήθηκαν και κινδύνεψε η ζωή τους από τους Γάλλους ανταγωνιστές τους.” Έβγαιναν στην επιφάνεια έτσι οι μεγάλες δυσκολίες του προτσές της ταξικής συνειδητοποίησης.

Στη πολιτική στροφή, όπου αναδεικνυόταν η μεγάλη σημασία που έπρεπε να δοθεί στις καταστροφικές συνέπειες του ιμπεριαλισμού, αντιστοιχούσε μια επιστημολογική στροφή, με την εγκατάλειψη της αισθητηρικής προσέγγισης, που ίσως, στα νεανικά έργα του Μαρξ και του Ένγκελς, ήταν αποτέλεσμα επιρροής από τον Φόιερμπαχ. Μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε καλύτερα το Τι να κάνουμε;:

Η συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να γίνει ολοκληρωμένη πολιτική συνείδηση, αν οι εργάτες δεν μάθουν να αντιδρούν ενάντια σε κάθε κατάχρηση, ενάντια σε κάθε εκδήλωση αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και αυταρχισμού, ενάντια σε όποια τάξη κι αν στρέφεται αυτή, και να αντιδρούν από σοσιαλδημοκρατική σκοπιά και όχι από οποιαδήποτε σκοπιά. Η συνείδηση των εργατικών μαζών δεν μπορεί να είναι αληθινή συνείδηη, αν οι εργάτες δεν μάθουν να παρατηρούν, στη βάση των συγκεκριμένων και σύγχρονων πολιτικών γεγονότων, καθεμία από τις άλλες κοινωνικές τάξεις σε όλες τις εκδηλώσεις της πνευματικής, ηθικής και πολιτικής ζωής. Αν δεν μάθουν να εφαρμόζουν στην πράξη την ανάλυση και τα κριτήρια του υλισμού σε όλες τις μορφές δράσης και ζωής όλων των τάξεων, στρωμάτων και ομάδων του πληθυσμού. Όποιος στρέφει την προσοχή και την παρατηρικότητα της εργατικής τάξης αποκλειστικά ή κυρίως στον ίδιο της τον εαυτό δεν είναι σοσιαλδημοκράτης, επειδή για την εργατική τάξη η αυτοσυνείδηση είναι αδιάλυτα δεμένη με την ακριβή γνώση των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας και γνώση όχι μόνο θεωρητική, για την ακρίβεια όχι τόσο θεωρητική όσο κατακτημένη από την εμπειρία της πολιτικής ζωής. […] Το μόνο πεδίο όπου είναι εφικτή η απόκτηση αυτής της [ταξικής πολιτικής] συνείδησης είναι το πεδίο των σχέσεων με όλες τις τάξεις και όλα τα στρώματα του πληθυσμού με το κράτος και την κυβέρνηση, είναι το πεδίο των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις.

Η κατάκτηση της ταξικής συνείδησης και η συμμετοχή στον ταξικό επαναστατικό αγώνα προϋποθέτουν την κατανόηση της κοινωνικής ολότητας σε κάθε έκφανση: όσα σημειώνω με πλάγιους χαρακτήρες θεωρώ πως είναι οι έννοιες-κλειδιά. Χρειάζεται “μια οργάνωση επαναστατών, ικανών να καθοδηγούν όλο τον αγώνα για τη χειραφέτηση του προλεταριάτου”. Όσο για τη Ρωσία, το επαναστατικό κόμμα χαρακτηρίζεται από την ικανότητα της “πολιτικής καταγγελίας του αυταρχισμού, με όλες τις μορφές που αυτός εκδηλώνεται.”

Στις πολιτικο-κοινωνικές μορφές εκμετάλλευσης που οφείλουμε να καταργήσουμε, δεν περιλαμβάνεται μόνο η εκμετάλλευση του εργάτη στο εργοστάσιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων (και ιδιαίτερα την καταπίεση των εβραίων, όσον αφορά τη Ρωσία), αλλά ούτε και τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό που προσπαθεί να καθυποτάξει όλο και περισσότερους λαούς.

Το επαναστατικό κόμμα οφείλει να εξετάζει και να ευαισθητοποιείται “για την εξωτερική και εσωτερική πολιτική της κυβέρνησής μας, για την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας και της Ευρώπης.” Πρέπει να αξιοποιεί κάθε ευκαιρία “για να εξηγεί σε όλους την παγκόσμια ιστορική σημασία του χειραφετητικού αγώνα του προλεταριάτου.” Αυτού του χειραφετητικού αγώνα, του οποίου κομμάτι αναπόσπαστο είναι ο αγώνας των γυναικών, και των σκλάβων των αποικιών για τη χειραφέτησή τους από τη φιλελεύθερη αστική τάξη που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά σαν βάρβαρους αποσυνάγωγους του πολιτισμού και προορισμένους να υφίστανται την καταπίεση των δυτικών λευκών υπερανθρώπων. Με την έννοια αυτή, ο επαναστάτης “λαϊκός ηγέτης” διαφοροποιείται από τον ρεφορμιστή “γραμματέα του κάθε συνδικάτου” που συχνά–αναφέρεται στο κείμενο για τον ιμπεριαλισμό, παραθέτοντας τη γνωστή παρατήρηση του Ένγκελς–συμπεριφέρεται σαν στυλοβάτης της κυρίαρχης τάξης και σαν άκριτος υποστηρικτής ενός “έθνους που εκμεταλλεύεται τον κόσμο ολόκληρο.”

 

Πηγή: Αντι-ιμπεριαλιστικές Προοπτικές

ΕΟΚΑ: μεγαλύτερος εχθρός της Οργανώσεως ήσαν οι κομμουνισταί

Μια σύντομη αποσπασματική αναφορά από το “Χρονικόν, Αγώνος ΕΟΚΑ 1955 – 59” του Γεωργίου Γ. Διγενή, (Λευκωσία, 1972) όσον αφορά τον καθαρά αντι-κομμουνιστικό αγώνα της ΕΟΚΑ .

 

“Η ένταξις τής Νεολαίας είς τάς τάξεις τής Όργανώσεως είχε και τούτο τό γενικωτέρον όφελος: ‘Απεστέρησε τους κομμουνιστάς μιας εύκολου λείας και πηγής άντλήσεως δυναμικών στοιχείων, τά όποια έπύκνωναν τάς τάξεις των κατ’ έτος. Οι κομμουνισται έπετύγχανον τήν προσέλκυσιν τών νέων ευκόλως, άφ’ ενός μέν, διότι ένήργουν μέ σύστημα και τήν γνωστήν δραστηριότητά των, έχοντες έπίγνωσιν τής άξίας και σημασίας τής νεολαίας, άφ’ ετέρου δέ, διότι υπεβοηθούντο πρός τούτο έκ τής άδιαφορίας τών λεγομένων έθνικοφρόνων. Κατά τό τετραετές διάστημα του άγώνος είναι ζήτημα άν οί κομμουνισται κατώρθωσαν νά προσεταιρισθούν τά 5% τής Κυπριακής Νεολαίας, και αύτό δέ τό ποσοστόν προήρχετο κυρίως άπό τούς συγγενείς τών μάλλον φανατικών στελεχών του ΑΚΕΛ.”(σελ: 6)

Εκθέσεις Πληροφοριοδοτών, ΠΑΥΛΟΣ Ζ. ΣΤΟΚΚΟΣ, άστυνομικός: “Υπεύθυνος τότε του Σπέσιαλ Μπράντς ήτο ό άστυνόμος Μπάρλοου. Μετ’ αύτού συνειργαζόμην στενώς έπί ζητημάτων σχετικών μέ τούς κομμουνιστάς, τήν δράσιν των κ.λ.π. καί ώς έκ τούτου ήδυνάμην νά υπεισέρχωμαι καί είς τά άπόρρητα τής ειδικής ταύτης Υπηρεσίας. Λόγω τής εύχερούς καί καθημερινής εισόδου μου εις τό Σπέσιαλ Μπράντς ήδυνάμην νά βλέπω πάν ό,τι έλάμβανε έκεί χώραν, ήτοι άνακρίσεις άγωνιστών, διαφόρους προδότας κ.ά”

“Κατόπιν οδηγιών του Αρχηγού Διγενή ιδρύσαμεν άντικομμουνιστικόν δίκτυον κατασκοπείας καί συγκεντρώναμεν πληροφορίας περί τών κινήσεων καί “προθέσεων τών κομμουνιστών Κύπρου έν σχέσει μέ τόν άγώνα καθώς καί άλλας μνημονευμάτων.” (σελ: 50)

Αί κυριώτεραι ένέργειαι του τομέως: “Ώς ύπεύθυνος τής περιοχής τονίζω ότι ύπήρξε πλήρης συνεργασία, ύποδειγματική ύπακοή, καί συμπαράστασις όλων τών μελών μας. Οί μόνοι οί όποιοι παρεκώλυον τό έργον, ήσαν οί κομμουνισται. Ή στάσις των ήτο προδοτική, έμενον δέ τελείως άπαθείς έναντι τοΰ τιτανείου άγώνος πού διεξήγεν ό Κυπριακός Λαός. Παρά τάς έπανειλημμένας παρατηρήσεις καί τιμωρίας πού τούς επίββάλλοντο, έν τούτοις συνέχιζον, νά προδίδουν κινήσεις καί πράξεις τών μελών μας. Ήναγκάσθην λόγω τής στάσεώς ώρισμένων, νά διατάξω όπως κτυπηθούν, είς τά χωρία Κάτω Λακατάμια, Άνάγια, Άρεδιού, καί Κλήρου” (σελ: 219)

Όργάνωσις του τομέως: “Τάς μεγαλυτέρας δυσκολίας συνήντησα είς τό «Στάλινκραντ» τής Καρπασίας, τήν Κώμην Αιγιαλού, διότι οί κομμουνισταί δέν έπέτρεπον είς τούς έθνικόφρονας νέους νά άπαλλαγοΰν τοΰ κομμουνιστικού τρόμου καί νά προσχωρήσουν είς τήν Ε.Ο.Κ.Α. Η όργάνωσις τής Κώμης Αιγιαλού καί ή σταθεροποίησις αύτής έπετεύχθη μόνον όταν διά τής δυναμικής άντιμετωπίσεως (ύπό τών όμάδων έκτος τής Κώμης) τών έρυθρών του χωρίου ένεφυσήθη είς τους έθνικόφρονας νέους θάρρος καί πίστις είς τήν Ε.Ο.Κ.Α. Μετά τήν συγκρότησιν τών πρώπων πυρήνων έπεξετείναμεν τήν στρατολόγησιν καί νέων μελών άναλόγως τών άναγκών τής όργανώσεως μέ σκοπόν τήν ένταξιν, εί δυνατόν, όλων τών έθνικοφρόνων δυνάμεων είς τάς γραμμάς της Ε.Ο.Κ.Α. Καί πράγματι πολύ πρό τής άναγκαστικής καταπαύσεως τού άγώνος ή Όργάνωσις ειχε ύπό τήν δύναμιν της τουλάχιστον τά 4/5 τών έθνικοφρόνων άνδρών καί γυναικών καί μερικούς άριστερούς πατριώτας, οί όποιοι διαφωνήσαντες πρός τήν καταδικάσασαν τό Κίνημα Άκελικήν των ήγεσίαν προσεχώρησαν άνεπιφυλάκτως είς τάς όμάδας μας.” (σελ: 254)

Τα περισσότερα οικήματα τών κομμουνιστών έξηναγκάζοντο υπ’ αύτών διά πετροβολισμού νά υψώνουν καθ’ έκάστην Κυπριακήν τήν Έλληνικήν σημαίαν. Οσοι έλησμόνουν νά πράξουν τούτο εγκαίρως έζήτουν νά τούς συγχωρέσουν τά άκριτόττουλα. Υπεδείχθη είς έκείνους που έπήγαιναν διά τους αγρούς, νά αφήνουν τήν σημαίαν είς τόν γείτονα, ό όποιος θά τήν άνύψωνεν κατά τήν άπουσίαν των έπί τών οικιών των. Ουτω καθ’ έκάστην Κυρπιακήν ή Ελληνική σημαία έκυμάτιζεν είς όλας τάς οικίας τής κωμοπόλεως.” (σελ: 259)

Μία άλλη μαχητική έκδήλωσις τής ΑΝΕ έγένετο έναντίον τών κομμουνιστών τού χωριού, οι όποιοι έκαμνον διαδήλωσιν, φώναζαν αίσχος στούς μασκοφόρους μετά τάς έκτελέσεις τών κομμουνιστών εις Κώμα – Αίγιαλού καί Λύση. Οί μαθηταί, πού ήσαν στό σχολείον, είδοποιήθησαν περί τής παρελάσεως τών κομμουνιστών. Εγκατέλειψαν άμέσως τό σχολείον, έτρεξαν έναντίον τών κομμουνιστών καί τούς διέλυσαν άφού πρώτα τούς έσπα-σαν στό ξύλο. (σελ: 259)

Ό Γιαννής ήτο άπό τά δραστήρια μέλη τής έθνικόφρονος παρατάΕεως τού χωριού καί ήτο φανατικός άντι-κομμουνιστής. Υπήρξε μέλος τών ομάδων Χιτών πού ίδρύθησαν στό χωριό μας καί έφερε πάντοτε τό πηλήκιόν των. (σελ: 271)

“Μεγαλύτερος έχθρός τής Όργανώσεως είς τό χωρίον άπό τούς “Αγγλους καί τούς Τούρκους ήσαν οι κομμουνισται. Ούτοι έξεδηλώθησαν έξ άρχής έναντίον τού ένοπλου άγώνος, ώς «οπαδοί, δήθεν, τής ειρήνης.»” (σελ: 299)

“Κομμουνισται: Κατά τήν άφαίρεσιν τών κυνηγετικών όπλων τήν 22/1/56, έξυλοκοπήθησαν άριστεροί τίνες διότι παρηκολούθουν τούς άγωνιστάς καί προεκάλουν τούτους.” (σελ: 299)

Τόν Νοέμβριον 1957, ίδρύθη είς τό χωρίον Υπηρεσία Αντιμετωπίσεως Κομμουνιστικής Αντιδράσεως, ήτις έλειτούργησε μέχρι τέλους του άγώνος μετονομασθεισα άκολούθως είς Σώμα Αντιμετωπίσεως Πεμπτοφαλαγγιτών (Σ.Α.Π.).” (σελ: 310)

“Τήν 15/1/1958, κυκλοφορεί διαταγή τού Αρχηγού Διγενή άπαγορεύουσα έκδηλώσεις έπί τή έπετείω τοΰ Δημοψηφίσματος, διά λόγους πολιτικής σκοπιμότητος. Οί κομμουνισται συνηθισμένοι νά άντιδρούν είς πάσαν διαταγήν, ϊνα έπιφέρουν σύγχυσιν καί έμφανισθούν ώς ύπερπατριώται, παρά τήν διαταγήν, άναρτούν πανώ είς τό κέντρον τού χωρίου. Όταν οί κομμουνισται ήρνήθησαν τήν καταβίβασίν τούτου, τρεις προσωπιδοφόροι μέ δύο κροτίδας τούς διαλύουν άμέσως, δίδοντας τήν έντύπωσιν, κατά τήν φυγήν των, συναγωνιζομένων άθλητών είς δρόμον ταχύτητος. Η ήγεσία των όμως δέν τούς άφήνει ήσύχους καί, παρά τά γεγονότα τής 15ης Ιανουαρίου, τούς πιέζει νά καλέσουν τόν λαόν είς άπεργίαν. Μόλις ήκούσθη ή πρόσκλησις, ή Όργάνωσις προτρέπει τό κοινόν νά μήν άκούση τά λαοπλάνα συνθήματα τών έρυθρών δι’ άπεργίαν.” (σελ: 329)

“Όμοίως ύπήρχον και οί κομμουνισται οί όποιοι εις τίνα χωρία άπετέλουν τήν πλειοψηφίαν. Ητο δύσκολον έντός μικρού χρονικού διαστήματος τά πρόσωπα ταύτα νά έντοπισθούν καί έΕουδετερωθούν, ινα έκλειψη τό αίσθημα τής άνασφαλείας καί δυσπιστίας τό όποιον κατέτρυχε τόν πληθυσμόν.” (σελ: 512)

 

Ο μεταφυσικός Λένιν προσεύχεται

Αναγνωρίζει ο ομιλητής ότι είναι σωστή η θέση του “Ενγκελς ότι το «πράγμα καθεαυτό» μετατρέπεται σε «πράγμα για μας»;” (1)

 

πράγμα καθεαυτό ≠ πράγμα για μας

μεταφυσική ≠ υλισμός

σολιψισμός ≠ συλλογικό

ένα γυμνό αφηρημένο εγώ ≠ ένα προσδιορισμένο κοινωνικό ον

αφετηριακός πυρήνας ≠ κίνηση διαλεκτικής διαμεσολάβησης

γνωσιοθεωρητικός ιδεαλισμός = καθαρή εμπειρία

μηχανιστικός μονισμός + θεολογία = υλιστικός ντετερμινισμός

τελεολογία + causa Finalis = Θεός

ΙΔΕΑΛΙΣΜΌΣ = “όλος ο κόσμος δεν είναι παρά η παράστασή μου γι’ αυτόν”. (2)
Λένιν: δεν υπάρχει αντικείμενο χωρίς υποκείμενο, ενώ για τον υλισμό το αντικείμενο υπάρχει ανεξάρτητα από το υποκείμενο και αντανακλάται λίγο – πολύ σωστά στη συνείδηση του υποκειμένου.”(3)

λίγο/πολύ = διαμεσολαβητικός προσδιορισμός + εγελιανή διαλεκτική = διαλεκτικός υλισμός

 

Ο Αντόρνο θυμάται τον Λένιν στην Αρνητική Διαλεκτική κάπως έτσι:

Όταν ο Λένιν, αντί να εξετάσει τη γνωσιολογία, εναντιωνόταν σε αυτή διαβεβαιώνοντας καταναγκαστικά και επανειλημμένα ότι τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά. ήθελε να καταδείξει τη συνωμοτική συμμαχία τού υποκειμενικού θετικισμού με τους κρατούντες”:

τα αντικείμενα της γνώσης υπάρχουν καθ’ εαυτά”: η Λενινιστική προσέγγιση όσον αφορά τα αντικείμενα της γνώσης είναι ξεκάθαρη ότι το “πράγμα καθ’ αυτό” μετατρέπεται σε “πράγμα για μας”. Ο Αντόρνο μάλλον ξέχασε την πράξη στις φροντιστηριακές ακαδημαϊκές αίθουσες. Η θεωρία πολλές φορές καταπίνει την πράξη. Αυτό το “μετατρέπεται” γίνεται ακριβώς εκείνο στο οποίο ο Αντόρνο ως συνεπής θεωρητικός έπρεπε να εντρυφήσει και όχι να διατυπώνει την αναθεωρημένη κριτική στον υλισμό με άρωμα μυστικιστικού καντιανισμού ως εξής:

Ο υλισμός πισωγυρίζει στη βαρβαρότητα που ήθελε να εμποδίσει, η ανάσχεση αυτής της επαναστροφής δεν θα ήταν ο πιο αδιάφορος στόχος, αλλά ένα από τα καθήκοντα μιας κριτικής θεωρίας. Διαφορετικά θα συνεχισθεί η παλαιά αναλήθεια, με μικρότερο συντελεστή τριβής και έτσι ακόμη χειρότερα. Το κατώτερο αυξάνεται αφού η κατάληξη της επανάστασης ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία. Η υλιστική θεωρία δεν βγήκε απλώς αισθητικά ζημιωμένη σε σύγκριση με την κενή περιεχομένου πλέον υπέροχη λεπτότητα της αστικής συνείδησης, αλλά αποδείχθηκε αναληθής. Η αναλήθεια του μπορεί να καθορισθεί θεωρητικά. Η διαλεκτική υπάρχει μέσα στα πράγματα, αλλά θα ήταν ανύπαρκτη χωρίς τη συνείδηση που τη στοχάζεται, όπως άλλωστε δεν μπορεί να εξαφανισθεί μέσα στη συνείδηση. Σε μια απολύτως μια, ολική ύλη χωρίς διαφορές δεν θα υπήρχε διαλεκτική. Η επίσημη υλιστική διαλεκτική υπερπήδησε με διατάγματα τη γνωσιολογία, η οποία την εκδικήθηκε: στη θεωρία της απεικόνισης. Η σκέψη δεν είναι απείκασμα. Ομοίωμα του πράγματος – τέτοια την κάνει μόνο η υλιστική μυθολογία επικούρειου τύπου, η οποία εφευρίσκει τα είδωλα που εκπέμπει η ύλη, – αποβλέπει στο ίδιο το πράγμα. (…) Η υλιστική λαχτάρα για κατανόηση του πράγματος θέλει το αντίθετο: μόνο χωρίς εικόνες θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί το πλήρες αντικείμενο. Μια τέτοια απουσία εικόνων συγκλίνει με τη θεολογική απαγόρευση των εικόνων. Ο υλισμός εκκοσμίκευσε αυτή την απαγόρευση, καθώς δεν επέτρεψε τη θετική απεικόνιση της ουτοπίας, αυτό είναι το νοηματικό περιεχόμενο της αρνητικότητας του. Με τη θεολογία συμφωνεί εκεί όπου είναι πιο υλιστικός από οπουδήποτε αλλού. Η λαχτάρα του θα ήταν η ανάσταση της σάρκας, η οποία είναι εντελώς ξένη προς τον ιδεαλισμό, το βασίλειο του απόλυτου πνεύματος. Σημείο φυγής του ιστορικού υλισμού θα ήταν η άρση του εαυτού του, η απελευθέρωση του πνεύματος από την πρωτοκαθεδρία των υλικών αναγκών στην κατάσταση εκπλήρωσής τους. Μόνο με την ικανοποιημένη σωματική παρόρμηση θα συμφιλιωνόταν το πνεύμα και θα γινόταν αυτό που τόσον καιρό απλώς επαγγέλλεται, καθώς υπό τη μαγική επήρεια των υλικών συνθηκών απαγορεύει την ικανοποίηση των υλικών αναγκών.”

Οι Marx και Engels θεωρούν: “Εμείς είδαμε ξανά υλιστικά τις ιδέες του κεφαλιού μας σαν απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων, αντί να βλέπουμε τα πραγματικά πράγματα σαν απεικονίσεις αυτής ή εκείνης της βαθμίδας της απόλυτης ιδέας.” (5)

Οι Marx και Engels μιλάνε για “απεικονίσεις των πραγματικών πραγμάτων” όχι όμως με βάση ένα a priori αξίωμα ότι τα “πραγματικά πράγματα” υπάρχουν ως τα καντιανά καθ’ αυτά. Αυτό που κάνει τα “πραγματικά πράγματα” να είναι πραγματικά είναι οι “απεικονίσεις”. Ο όρος “απεικονίσεις” ας μην συγχέεται με τις εικόνες όπως ακριβώς την πάτησε ο Αντόρνο. Ο Αντόρνο ισχυρίζεται στην Αρνητική Διαλεκτική ότι ο “Υλισμός δεν έχει εικόνες”. Ο υλισμός όμως και βέβαια έχει εικόνες γιατί ο υλισμός μετατρέπει το “πράγμα καθ’ αυτό” σε “πράγμα για μας”. Η πράξη είναι το διαμεσολαβητικό στοιχείο που κάνει τον υλισμό όχι μόνο να έχει εικόνες αλλά να μπορεί να διαμορφώνει τις δικές του εικόνες.

Συνεχίζει ο Αντόρνο ισχυριζόμενος ότι η επανάσταση “ήταν ανάλογη με εκείνη την αλλοτινή επάνοδο του Μεσσία”. Για να γίνει κατανοητό δηλαδή, ο Αντόρνο βλέπει την προλεταριακή επανάσταση ως την Δευτέρα Παρουσία. Είναι αλήθεια όμως ότι ο Αντόρνο εδώ μπερδεύει την “θεολογία” της δικής του συνειδησιακής κλούβιας επανάστασης με την “ψευδο-δράση” της δεκαετίας του 1960. Η προλεταριακή επανάσταση του 1917 δεν έχει σχέση ούτε με την τόσο δικιά του επανάσταση ούτε με την πανηγυρική δεύτερη.

Η λαχτάρα του υλισμού κατά τον Αντόρνο είναι “η ανάσταση της σάρκας”. Από που όμως αλήθεια πηγάζει αυτή η συμπερασματική του αφοριστική φιλοσοφική συλλογιστική; Ποιους αλήθεια οι Marx, Engels και Λένιν θέλουν και λαχταρούν να αναστήσουν;

Κάθε άλλο παρά το μόνο που λαχταρούν είναι να επαναστατήσουν; 

 

 

 

 

Αναφορές:

(1) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 5).

(2) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 35).

(3) Λένιν, Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός, Άπαντα ΛΈΝΙΝ Τόμος 18, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2011, (σελ: 82).

(4) Theodor W. Adorno, Αρνητική διαλεκτική, Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια, 2006, (σελ: 249-253).

(5) Marx – Engels, Διαλεχτά Έργα, Τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Ιδιωτική, 1980, (σελ: 145).