Ο Maradona, ο Μάρξ και ο Χίτλερ

Η νέα ταινία του Ιταλού σκηνοθέτη Paolo Sorrentino υπό τον τίτλο Youth αξίζει να την δείτε όχι γιατί ταρακουνάει τα θεμέλια του δυτικού αισθητικού συντηρητισμού αλλά ακριβώς γιατί επιβεβαιώνει και συντηρεί το αντίθετο.

Όταν η κριτική ακόμη και η σάτιρα δεν έχει ουσιαστική και σοβαρή μελέτη γι’ αυτό το οποίο θα δεχτεί την κριτική ή ακόμη και την σάτιρα τότε αναγκαστικά πέφτει σε μια ανούσια πολιτική και αισθητική φλυαρία με σπασμωδικές αναθυμιάσεις αυθορμητισμών και ανούσιων κραυγών.

Από την μια δηλαδή συγκροτείται ένα ακατανόητο συνονθύλευμα πανέμορφων εικόνων που εξαφανίζονται με την πρώτη νοητική διαδικασία αλλά διατηρούνται λόγω της λειτουργίας του απατηλού της τέχνης.

Κατά συνέπεια, αυτή η συγκεκριμένη διαδικασία κινηματογραφικής προβολής μένει ασυνεπής ως προς την επιστημονικότητα της κριτικής της στο κατεστημένο μια που ο κινηματογράφος απαιτεί επιστημονική γνώση για να προσλαμβάνεται ως τέχνη.

Ο Paolo Sorrentino λοιπόν στη ταινία του Youth δημιουργεί δυο άξονες με κοφτερές άκρες οι οποίες περιστρέφονται παράλληλα χωρίς να μπορούν να πληγώσουν ούτε ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι.

Τι μήνυμα αλήθεια μας στέλνει ο Sorrentino όταν θέλει τον Maradona στο πολυτελές θέρετρο των Άλπεων, όπου διαδραματίζεται η ταινία, να περνάει την τελευταία φάση της ζωής του μ’ ένα πελώριο tattoo του Μαρξ πίσω στην πλάτη του;

vlcsnap-2016-02-06-20h35m13s173

Τι αλήθεια μας προτείνει να αποδεχτούμε ή να κατανοήσουμε με το να επισκέπτεται το θέρετρο ο Χίτλερ και να τον υποδέχεται ένα οκτάχρονο κοριτσάκι μ’ ένα αθώο και γλυκό χαμόγελο συμπόνοιας και αποδοχής;

vlcsnap-2016-02-07-01h44m36s257

Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι ο Sorrentino θέλει να κάνει εμφανές ένα εννοιολογικό τρίπτυχο που αφορά αποκλειστικά μια συγκεκριμένη τύπου ιστορική προσέγγιση. Από την μια η ταινία προσπαθεί να σκοτεινιάσει το νόημα, τον χρόνο, το χώρο και την λογική όσο και την ιστορική συνέχεια με δύο τρόπους: αυτό επιτελείται στο πρόσωπο του Maradona στο οποίο εγγράφεται κυριολεκτικά, με το tattoo του Μαρξ, η μαρξιστική παράδοση και η πορεία της κομμουνιστικής ιδεολογίας την οποία θέλει ο Sorrentino να οδεύει προς το τέλος της και να στέκεται μετά βίας με την βοήθεια της μποτίλιας οξυγόνου που ακολουθεί τον Maradona καθ’ όλην την διάρκεια του έργου.

Κατά δεύτερον, η Sorrentin-ική ιστορική προσέγγιση προσφέρει την επικύρωση της μεταμοντέρνας ιστορικής ανάλυσης και καταγραφής με την έλευση του υποδυόμενου Χίτλερ στο θέρετρο από κάποιο ηθοποιό ο οποίος δουλεύει τον ρόλο του εκεί ως Χίτλερ. Η υψηλή τέχνη της ανοιχτής στις προκλήσεις νεότητας με την αποδοχή της ιστορικής βαρβαρότητας ως ένα ξεχασμένο παρελθόν συγκροτείται μια τύπου συγχώρεση η οποία γίνεται η ίδια μια νέα μορφή βαρβαρότητας. Η θέση του υποδυόμενου Χίτλερ στην ταινία, η οποία εν τέλει εκφράζει μιας διπλής ποιότητας βαρβαρότητα αρχίζει και τελειώνει κάπως έτσι: “Πρέπει να διαλέξω τι πραγματικά αξίζει τον κόπο να διηγηθώ! Τον τρόμο ή την επιθυμία; Κι επέλεξα την επιθυμία! Εσείς και ο καθένας από εσάς… μου ανοίξατε τα μάτια. Με κάνετε να καταλάβω πως δεν γίνεται να χάνω καιρό με τις ανοησίες του τρόμου. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό εδώ, δεν μπορώ να ερμηνεύσω τον Χίτλερ! Θέλω να διηγηθώ την δική σας επιθυμία, την δική μου επιθυμία, τόσο αγνή, τόσο άφθαρτη, τόσο ανήθικη… όμως δεν με νοιάζει, γιατί αυτό είναι που μας καθιστά ζωντανούς!

Ο Sorrentino αναβιώνει τον Χίτλερ ως μια φιγούρα ερμηνευτικής πρόκλησης και καλλιτεχνικής μελέτης. Από την άλλη στρέφεται με λύπηση στον ήδη τελειωμένο μαρξισμό. “Γιατί αυτό είναι που μας καθιστά ζωντανούς” για τον Sorrentino από την μια η πρόκληση και από την άλλη ο αναπνευστήρας.

Η σκηνή του έργου στην οποία κορυφώνεται η φασιστική μαγικότητα του αυθόρμητου, της επιθυμίας και του κενού περιεχομένου “αισθάνομαι” συμβαίνει όταν ένας από τους συμπρωταγωνιστές της ταινίας λέει: “τα συναισθήματα είναι όλα όσα έχουμε” και βγαίνει με αργό και σταθερό βήμα από το δωμάτιο και αυτοκτονεί. Η σκηνή αυτή διατηρεί ακριβώς την δύναμη του συναισθήματος το οποίο αναδημιουργεί την ιστορία ως μια tabula rasa.

vlcsnap-2016-02-07-02h08m02s785

Τέλος, η ταινία βρίθει από πολύ έξυπνους διαλόγους σχεδόν γραφικούς βγαλμένους από μηχανές καλύτερης φιλοσοφημένης ατάκας. Η συνοδεία ασφαλώς της έντονης ειρωνικής διάθεσης είναι περισσότερη από εμφανή μια που η ειρωνεία στο σεναριογραφικό ύφος του κινηματογράφου γίνεται η μητέρα ασφάλεια ενός άπειρου στην κριτική και ποιητική προσέγγιση σκηνοθέτη.
Ο Sorrentino προσπαθεί απεγνωσμένα και μετά βίας να εισάγει κάτι καινούργιο και φρέσκο στον κινηματογράφο. Η προσπάθεια του γίνεται μια σουρεαλιστική πανδαισία μπερδέματος του χωροχρόνου με χρωματικές αναπνοές όμορφων τοπίων, λαμπερών σωμάτων και υπερβολικού φωτός. Ο κινηματογραφικός συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων εκφράζει χωρίς περιστροφές και δυσκολία την αστική ανία της έβδομης τέχνης και την απογοήτευση της αισθητικής του σήμερα. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η συγκεκριμένη ταινία του Sorrentino όπως και η τελευταία του The Great Beauty όπως και οι υπόλοιπες μας δίνουν την εντύπωση της αποτυχημένης σουρεαλιστικής και ιμπρεσιονιστικής εκδοχής του εκπληκτικού σκηνοθέτη Wes Anderson. Επίσης, αυτό που γίνεται ευδιάκριτο στις ταινίες του Sorrentino είναι ότι μοιράζεται την απόγνωση του καινούργιου με τις κινηματογραφικές αφηγήσεις του Λάνθιμου. Και οι δυο σκηνοθέτες έχουν ως άξονα το κενό συναίσθημα.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s