Monthly Archives: December 2015

Stéphane Mallarmé: Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ

Κάποιοι στίχοι από το ποίημα “Το απόγευμα ενός φαύνου” (L’ apres midi d’ un faune, 1865-1876):

  • Όταν το φως των σταφυλιών ρουφήξω…
    Τ’ άδειο τσαμπί στο θερινό ουρανό με γέλια θα υψώσω…
  • Μήπως αγάπησα ένα όνειρο;
  • Μόνος χαιρόμουν το ιδανικό παράπτωμα των ρόδων…
  • Τρέχω να δω τον ίσκιο που ‘χεις γίνει…
  • Τα χέρια μου αδύναμα από ασαφείς θανάτους
  • Και τούτη η λεία η αχάριστη πάντοτε μου ξεφεύγει…
  • Είναι καιρός να κοιμηθώ…
Manet_faune

Frontispiece for “L’après-midi d’un faune”, drawing by Édouard Manet.

https://i1.wp.com/www3.artflakes.com/artwork/products/291237/poster/f620249fbadac0ae409d6cdca0f4d511.jpg

Οι 4 εικονογραφίες του Édouard Manet στην έκδοση του 1876

Το Prélude à l’après-midi d’un faune του Claude Debussy (1894) εμπνευσμένο από το ποίημα του Stéphane Mallarmé όπως και χορογραφία του Βασλάβ Νιζίνσκι το 1912.

Το 1972 ο Νουρέγιεφ παρουσιάζει στο Λονδίνο τη δικιά του χορογραφία, με παρτεναίρ-νύμφη τη Τζένιφερ Πένυ (δείτε περισσότερα):

 

Ποιήματα του Μαλλαρμέ από την Ανδρονίκη Δημητριάδου:

Ανησυχία

Δεν έρχομαι να κατακτήσω απόψε το σώμα σου, θηρίο
Όπου ενός λαού οι αμαρτίες φτάνουν, ούτε να σκάψω
Καταιγίδα θλιβερή στα βρώμικα μαλλιά σου
Με του φιλιού μου την ανίατη πλήξη:

Ύπνο στο λίκνο σου βαρύ και δίχως όνειρα γυρεύω
Κάτω από πέπλα τριγυρνώ που δεν τα αγγίζουν τύψεις,
Ενώ εσύ από απάτες σκοτεινές μετά απολαμβάνεις,
Εσύ που ανύπαρκτη καλύτερα απ΄ τους νεκρούς γνωρίζεις.

Γιατί η Κακία, την έμφυτη ευγένεια ροκανίζει
Και όπως εσένα με στειρότητα με έχει σημαδέψει,
Μα ενώ στο πέτρινό σου στήθος κατοικεί

Καρδιά που αμαρτία καμιά δεν το πληγώνει,
Φεύγω ηττημένος και χλωμός, σάβανο με στοιχειώνει,
Φοβάμαι μην αφανιστώ, αφού κοιμάμαι μόνος.


Θλίψη του καλοκαιριού

Ήλιος, πάνω στην άμμο, κοιμωμένη ατίθαση,
Στων μαλλιών το χρυσάφι χαύνο λουτρό,
Σε παγωμένο μάγουλο θυμίαμα ανάβει
Κι ανακατεύει δάκρυα με φίλτρο ερωτικό.

Άφθαρτης ανακωχής λάμψη λευκή
Φιλιά μου ντροπαλά, θλιμμένα είπες,
“Ποτέ δεν θα γίνουμε μια μούμια απλά
Απ’ την αρχαία έρημο κάτω και τους ξένοιαστους φοίνικες! ”

Αλλά η κόμη ποτάμι ζεστό,
Την ψυχή που μας στοιχειώνει ατρόμητα πνίγει
Και βρίσκει για σένα Ανυπαρξία ανείδωτη.

Απ’ τα δακρυσμένα σου βλέφαρα τη σκιά θα γευτώ,
Για να μάθω αν θα δώσει στην καρδιά που τραυμάτισες
τη σκληρότητα του ουρανού και των βράχων.


Ο καταραμένος γελωτοποιός

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.


Το κάστρο της ελπίδας

Χλωμή κυματίζει η κώμη σου
Μέσα από του κορμιού τα αρώματα
Παιχνιδιάρικη σημαία λευκή
Που το μετάξι της ξανθαίνει στον ήλιο.

Κουρασμένη από τη μάχη των θρήνων
Η ανάσα ενός τυμπάνου το νερό παγιδεύει,
Το παρελθόν της αρνείται η καρδιά μου
Και την πλεξούδα σου λύνει σε κύματα,

Επιτίθεται, ιππεύει – ή κυλά μεθυσμένη
Μέσα από αιμάτινα έλη, για να
Φυτέψει σημαία ολόχρυση
Στο σκοτεινό αυτό χάλκινο κάστρο

– Όπου, από αδιαφορία δακρύζει,
Την πλάτη η Ελπίδα γυρίζει και χαϊδεύει
Χωρίς κανένα αστέρι χλωμό να προβάλει
Τη σκοτεινή σαν κατάμαυρη γάτα Νυχτιά.

Αναστεναγμός

Στο μέτωπό σου η καρδιά μου όπου ονειρεύεται, γαλήνια αδελφή,
Ένα φθινόπωρο σπαρμένο φακίδες,
Και στα ουράνια όπου το αγγελικό σου βλέμμα πλανιέται
Υψώνεται, όπως σε κήπο περίλυπο,
Πιστή, ένα λευκό σιντριβάνι νερού προς το Γαλάζιο ανασαίνει!
– Προς το τρυφερό Γαλάζιο του χλωμού και καθάριου Οκτώβρη
Που αντανακλά στις μεγάλες δεξαμενές την άπειρη χαύνωση
Και αφήνει, στο πεθαμένο νερό όπου η πυρόξανθη αγωνία
Των φύλλων πλανιέται στον άνεμο και ένα κρύο αυλάκι σκαλίζει,
Να σέρνεται  ο κίτρινος ήλιος από μια ακτίνα ατέλειωτη.

 

Το “Σονέτο του 1885” μεταφράζει ο Στρατής Πασχάλης.

Αγνή, γενναία κι όμορφη η μέρα η τωρινή
μ’ ενός φτερού ολομέθυστου ριπή θα μας ξεσκίσει
λίμνη σκληρή της λησμονίας στην πάχνη που ‘ χει ορίσει
το κρυσταλλένιο πέταγμα στοιχειού χωρίς φυγή!

Κύκνος παλιός πως είναι αυτός στο νου του ανακαλεί
εξαίσιος μα κι άπελπις λυτρώνεται στη φύση,
που άφησε ατραγούδιστη, κι ας έχει εντός της ζήσει,
σαν ήρθε η πλήξη του άγονου χειμώνα η λαμπερή.

Θ’ αποτινάξει ο λαιμός απόγνωση λευκή
που την αρνιέται το πτηνό, του χώρου αυτού ποινή,
μα όχι τη φρίκη απ’ τα φτερά ως άγγιξαν τη γη.

Άσπίλο φάσμα ολόγυρα λαμποκοπάει σαν λύχνος,
φορά το κρύο τ’ όνειρο κι όλο περιφρονεί
ακίνητος κι ανώφελα στην εξορία ο Κύκνος.

 

Δύο ποιήματα από απόδοση Γ. Σ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΑ (δες εδώ για περισσότερα):

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΥΡΑ

Η σάρκα εθλίβη , άλλοι ! και διάβασα όλα τα βιβλία .
Να φύγω ! εκεί να φύγω ! νιώθω με πόση γοητεία
Μεθούν τα πουλιά ανάμεσα σε αφρούς και σε ουρανό !
Τίποτα , ούτε αρχαίοι κήποι σε ματιών κατοπτρισμό ,
Δεν σταματά την καρδιά αυτή που η θάλασσα διαβρέχει ,
Νύκτες ! ούτε το έρημο φως της λάμπας μου που αντέχει
Πάνω στο χαρτί τ’ άδειο , λευκότητα αμυντική
Κι ούτε η νεαρή γυναίκα η θηλάζουσα το παιδί .
Θα φύγω ! πλοίο , έχοντας την εξάρτιση λικνίσει ,
Την άγκυρα σου σήκωσε για ξωτική μια φύση !
Μια ανία , συντριμμένη απ’ των ελπίδων τον δαρμό ,
Στων μαντηλιών πιστεύει τον στερνό χαιρετισμό
Ακόμα ! κ’ ίσως οι ιστοί που καλούν τις τρικυμίες
Είναι απ’ αυτούς που ο άνεμος γέρνει σε ναυάγιων λείες ,
Χωρίς ιστούς , χωρίς ιστούς ούτε εύφορα νησιά …
Μα , το άσμα των ναυτών άκου , ω φευγάτη μου καρδιά !

ΑΤΙΤΛΟ

Γυναίκα
Χωρίς υπερδιέγερση ειδικού φλογμού
Το ρόδο που αμείλικτο ή από τραύμα εξαντλημένο
Όμοια απ’ το ντύμα το λευκό ή το πορφυρό λυμένο
Για να νιώσει μες τη σάρκα του δάκρυο διαμαντιού

Ναι χωρίς την δροσιά την κρίση αυτή η κίνηση αβρού
Τρόπου κι ούτε αύρα αν και, μαζί , διάβα ουρανού οργισμένο
Ζηλότυπο φέρνοντας διάστημα από εμέ αγνοημένο
Σε απλή μέρα τρισαλήθεια μέρα του παλμού ,

Δεν σου ειν’ αισθητό αυτό , ας λέμε , παρά σε κάθε χρόνο
Όταν η αυθόρμητη του χάρη αναγεννιέται δώρο
Στην ειδή σου να φτάνει ως θέλει μια έκφανση κ’ εγώ

Σαν θαλερό ριπίδι μες το δώμα ενώ εκθαμβώνει
Ορθώνοντας με αρμόζοντα εδώ λίγο τρανταγμό
Την όλη μας φιλία που θλίβουν οι έμφυτοι ίδιοι τόνοι .

 

*Το πορτρέτο του Stéphane Mallarmé στην φωτογραφία είναι από τον Pierre-Auguste Renoir 1892.

 

Advertisements

Η καύλα του έρωτα και της επανάστασης

Τώρα που έχουμε πόλεμο δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά βαρύγδουποι ήχοι και η σάρκα που λιώνει από τον πολιτισμό που χτίστηκε με αίμα. Τα λόγια και η θεωρία για να είναι λόγια και θεωρία πρέπει να υποκλίνονται στην πράξη, στην ίδια την σαρκική ύλη που παράγει τη θεωρία.

Ο καπιταλισμός δεν φτιάχνει έργα προς χρήση αλλά καταστάσεις υπό κρίση. Κι εσείς οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι και δημοσιογράφοι ιστορικοί της μεταμεσονύχτιας τσόντας μια καλή μέρα θα σας πλακώσει η κενή απροσεξία. Ζούμε σε μια παρατεταμένη περίοδο καλοσύνης. Πάσχουμε από καλοσύνη και ευγένεια. Ακόμα και ο εκκλησιασμός γίνεται με αγάπη, η αγάπη είναι παντού όταν το ευαγγέλιο διαβάζεται από μη καυλωμένους παπάδες, να ποια είναι η θρησκευτική έκσταση που ψάχνει ο νέος θρησκευόμενος. Η στείρωση είναι αυτή που μαγαρίζει την ιδιότητα της αστικής ιερότητας της διατήρησης των παραγωγικών σχέσεων, μια που παραμένει μόνο η καύλα, ε; και τι να την κάνει έτσι; Ίσως στην δουλική αρχαία Ελλάδα οι σκεπτόμενοι νεανίες να ήταν οι σημερινοί γλύφτες που γύρευαν την καύλα μια που η γυναίκα ήταν η μηχανή παραγωγής φαγητού και ανθρώπου.

…καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν”, η απόλυτη κυριαρχία της χριστιανικής διδασκαλίας που γίνεται ο αστικο-κρατικός θεσμός της ιμπεριαλιστικής ασφάλειας. Πώς δηλαδή ο τρόμος μπόρεσε και έγινε ασφαλιστική κοινωνική δικλείδα; Αν γίνω, με άλλα λόγια, λιοντάρι έχω λιγότερες πιθανότητες να με φάνε. Η λογική του χριστιανού, ενός κοινωνικού δαρβινισμού που χλιμιντρίζει την αιωνιότητα γιατί δεν τον καβαλάει κανείς. Ζήτω λοιπόν ο Νίτσε και ο Ζαρατούστρα του, που ακόμα λίγο και λιγάκι θα τον βλέπαμε να τρώει μπανάνες. Ζήτω λοιπόν το Dasein, αυτού του φιλοσόφου που έγλυφε την γλυκύτητα του φασισμού σε αιχμηρό μαχαίρι. Ζήτω η αρχαία Ελλάδα με τους πλατωνικούς διαλόγους και τον πάτρωνα Πλάτωνα να μας κάνει σώου απολαμβάνοντας με υπευθυνότητα. Ο έρωτας όμως είναι η διαλεκτική σύγκρουση υποκειμένων, ένα συμβάν αλήθειας που επαναστατεί σε όποια μεταφυσική του ενός. Η καύλα της επανάστασης και του έρωτα είναι η απονομή της νίκης του τέλους της καπιταλιστικής παραγωγής από μια καρφίτσα μέχρι μιας ζωής.

Πάσχουμε από υπομονή, νύστα και βλακεία.

Η σοβαροφάνεια της σημερινής περιόδου εκφράζεται με τον φόβο μιας σουρρεαλιστικής εμπειρίας που θα μπορούσε να χαλαρώσει το εγώ βοηθώντας το να ξεμπερδέψει την ιμπεριαλιστική μέθη της κυριαρχίας. Η λατρεία του κακού, αυτό το ουσιαστικό θεμέλιο του ρομαντισμού, θα μπορούσε να γίνει ο μηχανισμός απολύμανσης της πολιτικής από κάθε ηθικολογικό στοιχείο της μεταμοντέρνας σκέψης. Μια ρομαντική σκέψη θα μπορούσε να αποκαθηλώσει την κυριαρχία του κεφαλαίου: ένας ρομαντισμός που τον χαρακτηρίζει ο αγώνας, μια πολεμική της καθημερινότητας, έναν μη ενθουσιασμό προς την καταστροφή, την άρνηση της εξαγοράς και της εκμετάλλευσης, το μίσος που θα νιώσει κάποιος από τα πέντε μόλις λεπτά μιας κουβέντας με έναν αστό. Ο ρομαντισμός εκείνος που δεν είναι άλλος παρά η πράξη του μη συμβιβασμού.

Ζούμε σε μια επικίνδυνη μεταφυσική πανδαισία σκέψεων, συναισθημάτων, πίστεων, πεποιθήσεων, προσεγγίσεων, απόψεων, γνωμών, γούστων δηλαδή ζούμε μόνο με το στόμα. Μια τρύπα και ένα λαρύγγι παράγει την μεταφυσική που μπορεί να πνίξει. Η πράξη έχει καθαιρεθεί από την πραγματικότητα. Η πράξη έχει μείνει με τον σκελετό της να περπατάει ασθενής στον τάφο της. Το τι έχει μείνει από την πράξη είναι η κίνηση του τέλους της.

Διανοητικά έπληττα. Ηθικά και πνευματικά αηδίαζα…

Αποσπάσματα από το “Τι σημαίνει για μένα η ζωή, Πώς έγινα σοσιαλιστής” του Jack London

“Είμαι παιδί της εργατικής τάξης. Πολύ νωρίς ανακάλυψα τον ενθουσιασμό, τη φιλοδοξία, τα ιδανικά – και η ανάγκη μου να τα ικανοποιήσω έγινε η κύρια έγνοια της παιδικής μου ηλικίας. Το περιβάλλον μου ήταν ακατέργαστο, τραχύ και ανεκπαίδευτο. Δεν είχα καμιά προοπτική, προσέβλεπα, ωστόσο, προς τα πάνω. Η θέση μου στην κοινωνία βρισκόταν στον πάτο. Εδώ η ζωή δεν πρόσφερε παρά ποταπότητα και εξαθλίωση, τόσο της σάρκας όσο και του πνεύματος γιατί εδώ και η σάρκα και το πνεύμα λιμοκτονούσαν και βασανίζονταν εξίσου.”

“Αλλά δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση για έναν άνθρωπο της εργατικής τάξης να αναδυθεί στο φως ιδίως αν επιβαρύνεται με το μειονέκτημα να τον διακατέχουν ιδανικά και ψευδαισθήσεις…”

Jack London in the sheets.

Jack London in the sheets

“Διέθετα μύες κι εκείνοι έβγαζαν χρήματα απ’ αυτούς, ενώ εγώ έβγαζα με δυσκολία το ψωμί μου απ’ τη δουλειά μου. Έκανα τον γαμπιέρη, το λιμενεργάτη, τον ανειδίκευτο εργάτη στις πετρελαιοπηγές’ δούλεψα σε κονσερβοποιεία, σε φάμπρικες, σε πλυντήρια· κούρεψα γρασίδι, καθάρισα χαλιά, έπλυνα παράθυρα. Ποτέ δεν κέρδισα το πλήρες αντίτιμο του μόχθου μου. Έβλεπα, μέσα στην άμαξά της, την κόρη του ιδιοκτήτη του κονσερβοποιείου, και ήξερα ότι, σε κάποιο βαθμό, τα μπράτσα μου ήταν που επέτρεπαν σ’ εκείνη την άμαξα να κινείται πάνω στους λαστιχένιους τροχούς της. Έβλεπα τον γιο του εργοστασιάρχη να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο και ήξερα ότι, σε κάποιο βαθμό, ήταν τα μπράτσα μου που του επέτρεπαν να πληρώνει για το κρασί και την καλή συντροφιά που απολάμβανε.”

jack london

London, his wife, Bessie Maddern London (top left), and his first love, Mabel Applegarth, in the College Park neighborhood of San Jose, at the Applegarth home, July 1901. Geoffrey Dunn Collection

“Ήμουν παιδί της εργατικής τάξης και τώρα βρισκόμουν, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, πολύ πιο χαμηλά από το σημείο απ’ όπου είχα ξεκινήσει. Είχα κατρακυλήσει στο κατώγι της κοινωνίας, στα υπόγεια βάθη της μιζέριας για την οποία δεν είναι ούτε ωραίο ούτε σωστό να μιλάει κανείς. Βρισκόμουν στον πάτο, στην άβυσσο, στον ανθρώπινο βόθρο, στα έγκατα, στο οστεοφυλάκιο του πολιτισμού μας. Στο κομμάτι του κοινωνικού οικοδομήματος που η κοινωνία επιλέγει να αγνοεί. Η περιορισμένη έκταση που έχω στη διάθεσή μου με αναγκάζει να το αγνοήσω θα πω μόνο ότι τα πράγματα που είδα εκεί με κατατρόμαξαν.Ο πανικός με έκανε να σκεφτώ. Διέκρινα, εντελώς απογυμνωμένες, τις απλές αλήθειες του πολύπλοκου πολιτισμού στον οποίο ζούσα. Η ζωή ήταν υπόθεση τροφής και καταλύματος. Προκειμένου να αποκτήσουν τροφή και κατάλυμα οι άνθρωποι πουλούσαν πράγματα.”

“Έτσι αποφάσισα να μην πουλάω πια μύες, και να γίνω μικροπωλητής μυαλού…”

“Όλα τα πράγματα ήταν εμπορεύσιμα, όλοι οι άνθρωποι πουλούσαν και αγόραζαν. Το μόνο εμπόρευμα που είχε να πουλήσει η εργασία ήταν οι μύες. Η τιμή της εργασίας δεν είχε τιμή στην αγορά. Η εργασία είχε να πουλήσει μύες και μόνο μύες.”

“Όσο περισσότερο πουλάει τους μυς του, τόσο λιγότεροι του απομένουν. Είναι το μόνο αγαθό του και κάθε μέρα το απόθεμά του ελαττώνεται. Στο τέλος, αν δεν πεθάνει πριν την ώρα του, ξεπουλάει και κατεβάζει τα ρολά. Είναι μυϊκά χρεοκοπημένος και τίποτα πια δεν του απομένει παρά να κατέβει στο κατώγι της κοινωνίας και να ψοφήσει μέσα στην εξαθλίωση.”

“Ανακάλυψα ότι δεν μου άρεσε να ζω στο σαλόνι της κοινωνίας. Διανοητικά έπληττα. Ηθικά και πνευματικά αηδίαζα. Θυμήθηκα τους διανοούμενους και τους ιδεαλιστές μου, τους δίχως ράσο ιεροκήρυκές μου, τους συντετριμμένους καθηγητές μου και τους άντρες της εργατικής τάξης, που είχαν καθαρό μυαλό και ταξική συνείδηση.”

Jack London photographing the hull of the Snark, February 1906.

Jack London photographing the hull of the Snark, February 1906

“Κι έτσι ξαναγύρισα στην εργατική τάξη, στους κόλπους της οποίας είχα γεννηθεί, εκεί όπου ανήκα. Δεν με ενδιέφερε πια να αναρριχηθώ. Το επιβλητικό οικοδόμημα της κοινωνίας πάνω απ’ το κεφάλι μου δεν με συναρπάζει πια. Αυτό που με απασχολεί είναι τα θεμέλια του οικοδομήματος. Αισθάνομαι βαθιά ικανοποίηση όταν μοχθώ εκεί κάτω, με τον λοστό στο χέρι, πλάι σε διανοούμενους, ιδεαλιστές και ταξικά συνειδητοποιημένους εργάτες, ρίχνοντας πότε πότε μια βαριά σφυριά και κάνοντας όλο το οικοδόμημα να κλυδωνίζεται.Κάποια μέρα, όταν θα έχουμε περισσότερα χέρια και πιο πολλούς λοστούς, θα το συντρίψουμε, μαζί με τη σάπια του ζωή και τους άταφους νεκρούς του, μαζί με τον τερατώδη εγωισμό του και τον απέραντο υλισμό του. Τότε, θα καθαρίσουμε το κατώγι και θα χτίσουμε μια νέα κατοικία για το ανθρώπινο γένος, όπου δεν θα υπάρχει σαλόνι, όπου όλα τα δωμάτια θα είναι φωτεινά κι ευάερα, και όπου ο αέρας που θα αναπνέουμε θα είναι καθαρός, ευγενικός και ζωντανός.”

Jack London, Τι σημαίνει για μένα η ζωή, Πώς έγινα σοσιαλιστής, Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ, 2010.

Georg Trakl

Παρουσιάζονται κάποια από τα ποιήματα του ποιητή Georg Trakl από διάφορες ελληνικές μεταφράσεις που βρέθηκαν στο διαδίκτυο:

Georg Trakl, 4 Ποιήματα (μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου):

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

Γυρίζεις πάντοτε, μελαγχολία,
Ώ, γλυκύτητα της μοναχικής ψυχής.
Διάπυρη οδεύει προς το τέλος της η χρυσαφένια μέρα .

Με ταπεινότητα λυγίζει στον πόνο ο υπομονετικός,
Βγάζοντας ήχους αρμονίας και τρυφερής παραφροσύνης
Κοίτα! Σκοτεινιάζει κιόλας

Ξαναγυρίζει η νύχτα και κάτι θνητό παραπονιέται
Και κάποιο άλλο πάσχει μαζί του
Τρέμοντας κάτω από τα φθινοπωρινά αστέρια
Το κεφάλι σκύβει βαθύτερα χρόνο με το χρόνο.

ΑΣΜΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ

Με σκοτεινά βλέμματα κοιτάζονται οι εραστές
Οι ξανθοί, οι αστραφτεροί. Μέσα σε αλύγιστο σκοτάδι,
Αδύναμα από τον πόθο αγκαλιάζονται τα μπράτσα.

Πορφυρό συντρίφτηκε το στόμα των ευλογημένων. Τα
Στρογγυλά μάτια
Αντανακλούν το σκούρο χρυσάφι του ανοιξιάτικου
Δειλινού,
Την εσχατιά και την μαυρίλα του δάσους, φόβους εσπερινούς
Στο πράσινο,
Ίσως ένα ανομολόγητο πέταγμα πουλιών, το μονοπάτι
ενός αγέννητου μέσα από σκοτεινά χωριά προς καλοκαίρια μοναχικά.
Και από ξέθωρη γαλανότητα, ξέπνοο προβάλλει πότε-πότε ένα σώμα.

Το κίτρινο σιτάρι θροίζει ανάλαφρα στο χωράφι.
Σκληρή είναι η ζωή και ατσάλινο δρεπάνι
Κραδαίνει ο γεωργός,
Μεγάλα δοκάρια συνταιριάζει ο μαραγκός.

Το φθινόπωρο βάφονται πορφυρές οι φυλλωσιές· το
Μοναστικό πνεύμα
Περιδιαβαίνει ημέρες ιλαρές· το σταφύλι ωριμάζει
Και γιορτινός άνεμος φυσάει στις αυλές.
Γλυκύτερα ευωδιάζουν οι κιτρινισμένοι καρποί· σιγανό είναι το γέλιο
Του μακάριου, μουσική και χορός
Στα σκιερά καπηλειά·
Βήμα και σιωπή του πεθαμένου αγοριού στου κήπου το θαμπόφωτο.

GRODEK

Το βράδυ αντηχούν στα φθινοπωρινά δάση στις χρυσαφένιες
Πεδιάδες και στις γαλανές θάλασσες
Θανατηφόρα όπλα, και πάνω τους κυλά πιο σκοτεινός
Ο ήλιος. Η νύχτα αγκαλιάζει τους μελλοθάνατους
Πολεμιστές, το άγριο παράπονο
Στα διαμελισμένα τους στόματα.
Όμως, στα βοσκοτόπια συγκεντρώνεται αθόρυβα
Ένα άλικο νέφος, μ’ έναν οργισμένο θεό να κατοικεί στα σπλάχνα του,
Το αίμα που χύθηκε, η παγωνιά της σελήνης·
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε μαύρη σήψη.

Κάτω από τα χρυσά κλωνάρια της νύχτας και των αστεριών
Τρεκλίζει η σκιά της αδελφής καθώς διασχίζει το σιωπηλό άλσος
Να χαιρετίσει τα πνεύματα των ηρώων, τις ματωμένες κεφαλές·
Και γλυκά ηχούν στις καλαμιές οι σκοτεινοί αυλοί του φθινοπώρου.

Ω, πένθος, ω, περήφανο πένθος! Εσείς, σιδερένιοι βωμοί,
Άκρατος πόνος θρέφει σήμερα την θερμή
Φλόγα του πνεύματος,
Τους αγέννητους απογόνους.

ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα
Παιδικά χρόνια σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί
Συλλογιέται ένα παλιό μονοπάτι όπου τώρα μουρμουρίζουν
Καστανόχρωμα τα αγριόχορτα. Το θρόισμα των φυλλωμάτων.

Και όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους, γλυκός
Είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.

Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή. Στην εσχατιά
Του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος αναπαύονται ειρηνικά
Τα παλαιά σήμαντρα και τα σκοτεινά υποστατικά.

Ευλαβικότερος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
Ψύχος και φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες·
Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη
Ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.

Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο·
Στη θέα του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο
Δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.

Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.

Georg Trakl, Το Όνειρο του Κακού (Απόδοση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος):

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το βράδυ σωπαίνει ο θρήνος
του κούκου στο δάσος.
Βαθύτερα γέρνει το στάχυ
κι η κόκκινη παπαρούνα.

Πάνω απ’ το λόφο απειλεί
μαύρη καταιγίδα.
Το παλιό τραγούδι του γρύλου
ξεψυχά στον αγρό.

Το φύλλωμα της καστανιάς
πια δε σαλεύει.
Το φόρεμά σου θροΐζει
στο γύρισμα της σκάλας.

Γαλήνια φέγγει το κερί
στο σκοτεινό δωμάτιο
ένα ασημένιο χέρι
το ‘σβησε-

άπνοια, νύχτα δίχως άστρα.

ΓΕΝΝΗΣΗ

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.

Η γαλήνη της μητέρας όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέ-
ρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.

Ω, η γέννηση του ανθρώπου! σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στο βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος
άγγελος,

στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.

Αλίμονο, η κραυγή της γέννας με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

Σ’ ΕΝΑΝ ΠΡΩΙΜΑ ΝΕΚΡΟ

Ω, ο μαύρος άγγελος που φάνηκε σιγά μέσα απ’ το δέ-
ντρο,
πράοι όταν μαζί, το βράδυ, παίζαμε
στο χείλος του γαλάζιου πηγαδιού.
Ήσυχο ήταν το βήμα μας και τα στρογγυλά μάτια μες
στη σκούρα παγωνιά του φθινοπώρου,
κι αχ η πορφυρή γλυκύτητα των άστρων.

Αυτός όμως κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά του Μένχ-
σμπεργκ:
γαλάζιο χαμόγελο στην όψη, παράξενα κουκουλωμέ-
νος
στα πιο ήσυχα παιδικά του χρόνια’ και πέθανε
κι απέμεινε η ασημένια όψη του φίλου στον κήπο
να κρυφακούει στη φυλλωσιά ή στο παλιό πέτρωμα.

Η ψυχή τραγούδησε το θάνατο, την πράσινη σήψη της
σάρκας,
κι ήταν το θρόισμα του δάσους,
κι ο φλογερός ο θρήνος του αγριμιού.
Διαρκώς ηχούσαν από μισοσκότεινους πύργους οι γα-
λάζιες καμπάνες του βραδινού.

Κι ήρθε η ώρα, όταν εκείνος είδε τους ίσκιους στον
πορφυρό ήλιο,
τους ίσκιους της σαπίλας στο γυμνό κλαδί’
βράδυ, όταν σε μισοσκότεινα τείχη τραγούδησε ο κό-
τσυφας,
γαλήνια στο δωμάτιο φάνηκε το πνεύμα του πρώιμα
νεκρού.

Ω το αίμα, που τρέχει απ’ το λαρύγγι εκείνου που α-
κούστηκε,
γαλάζιο λουλούδι’ ω το πύρινο
δάκρυ μες στη νύχτα.

Σύννεφο χρυσό και χρόνος. Συχνά στο έρημο δωμάτιο
προσκαλείς τον νεκρό,
βαδίζεις κάτω από φτελιές κι εμπιστευτικά συνο-
μιλείς κατεβαίνοντας τον πράσινο ποταμό.

Μεταφράζει ο Γιώργος  Καρτάκης (8 ποιήματα):

Σήψη

Το βράδυ που τα σήμαντρα διαλαλούν ειρήνη
Ξωπίσω είμαι απ’ των πουλιών τα θαυμαστά φτερά,
Που όπως προσκυνητών μακριές πομπές κι ευλαβικές, σε σμήνη,
Σε πλάτη φθινοπωρινά χάνονται λαγαρά.

Συνεπαρμένος απ’ αυτά το λιόγερμα στον κήπο
Τη φωτεινότερη τη μοίρα τη δική τους νοσταλγώ
Κι ούτε που νιώθω καν το ζύγωμα του χρόνου ή δείκτη κτύπο.
Πάνω απ’ τα σύννεφα λοιπόν στις διαδρομές τ’ ακολουθώ.

Χνότο ανέμου σήψης τότε με ταράζει.
Θρηνεί ο κότσυφας μες στ’ άφυλλα κλαδιά.
Σε σκουριασμένο πλέγμα κόκκινο σταφύλι τρεμουλιάζει,

Ενώ μες στον αέρα σαν θανάσιμος  ωχρών παιδιών χορός ανθίζει
Ολόγυρα σε σκούρα στόμια πηγαδιών σαθρά
Γαλάζια μια αστρομαργαρίτα παγωμένη που λυγίζει.

Η φρίκη

Μ’ έβλεπα να περιπλανιέμαι σε δωμάτια έρμα.
Έσερναν σε γαλάζια βάθη χορό μανιακό τα αστέρια,
Φθάναν απ’ τα χωράφια των σκυλιών δυνατά ουρλιαχτά,
Κι άγρια με λύσσα χτύπαγε ο νοτιάς της κορφής τα κλαδιά.

Μα ξαφνικά: απόλυτη γαλήνη! Άναμμα πυρετού υπόκωφο
Αφήνει φαρμακερά λουλούδια από το στόμα μου να βγουν
Και απ’ τα κλαδιά όπως από πληγή σταλάζει
Ωχρή αχνοφεγγιά δροσιάς  που πέφτει  κι όπως αίμα στάζει.

Από το πλανερό  ενός καθρέφτη το κενό
Παίρνει ένα σχήμα κάπως και υψώνεται αργό
Το πρόσωπο του Κάιν: ερεβώδες και φρικτό!

Απ’ το παράθυρο κοιτάζει το φεγγάρι σαν στο Άδειο,
Θροΐζει ελάχιστα το βελουδένιο παραπέτο,
Μόνος με το φονιά μου είμαι εκεί και στέκω.

Κατάνυξη

Ό,τι απ’ τον καιρό της νιότης μου έχει διασωθεί:
Η σιωπηλή κατάνυξη, όταν ηχούν καμπάνες,
Όταν μέσα στις εκκλησιές βραδιάζουν οι βωμοί
Και ατενίζω τις γαλάζιες τους αψίδες τις πλατιές κι ουράνιες.

Τις νότες απ’ το Όργανο εκεί τις βραδινές,
Το σβήσιμο το σκοτεινό των ήχων στις πλατείες,
Τον παφλασμό σιντριβανιών ήρεμο κι απαλό
Που ηχεί όπως παιδιών γλυκές κι άγνωρες ομιλίες.

Γαλήνιο σαν σε όνειρο με βλέπω να σταυρώνω
Τα χέρια μου και να ψελλίζω  προσευχές που έχω καιρό να πω,
Το βλέμμα απ’ την αλλοτινή βαρυθυμία ν’ αμαυρώνω.  

Τότε μέσα απ’ τη σύγχυση εικόνων απαυγάζει
Μια γυναικεία μορφή μέσα σε μαύρα πέπλα πένθους ,
Και ένα ρίγος μιαρό από κύπελλο μέσα μου να αδειάζει.   

Ψυχή της ζωής

Μαλακά τα φύλλα η σήψη ένα γύρω σκουραίνει,
Σε δάσος μέσα  κατοικεί η σιωπή της πλατειά.
Σαν φάντασμα θα μοιάζει ένα χωριό σε λίγο να γέρνει.
Της αδελφής το στόμα ψιθυρίζει από μαύρα κλαδιά.

Ο μόνος σύντομα θα αλλαξοδρομήσει,
Ίσως ένας βοσκός σε σκοτεινά μονοπάτια.
Σιγά  ένα ζώο από δέντρων τόξα να βγει θα τολμήσει,
Διάπλατα αντίκρυ στο Θείο ανοίγουν τα μάτια.

Αργά το ποτάμι γαλάζιο κυλά,
Διαγράφονται σύννεφων όγκοι το δείλι ΄
Η ψυχή όπως άγγελος κι εκείνη σιωπά.
Εφήμερα πλάσματα καταρρέουν σαν ύλη.  

Εκθαμβωτικό φθινόπωρο

Έτσι τελειώνει η χρονιά επιβλητικά
Με ολόχρυσο κρασί και με καρπούς ο κήπος.
Ολόγυρα σιωπούν τα δάση θαυμαστά
Και είναι του μοναχικού ο συνοδός και φίλος.

Είναι τότε που λέει ο αγρότης: αρκετά,
Καμπάνες σεις ηχήσετε  αργόσυρτα το δείλι,
Καλό κουράγιο δώστε μέχρι τέλους σιγανά.
Και χαιρετάνε τα πουλιά που φεύγουν σε ταξίδι.

Είναι η ώρα της αγάπης η γλυκιά.
Μέσα στη βάρκα που το γαλανό ποτάμι κατεβαίνει
Τι όμορφα που στέκουν οι εικόνες  στη σειρά  –
Κι η πλάση είναι σε σιωπή και ησυχία βυθισμένη.

Στις κόκκινες φυλλωσιές με τις κιθάρες…

Με τις κιθάρες μες στην κόκκινη τη φυλλωσιά
Τα κίτρινα μαλλιά των κοριτσιών κυματίζουν
Στο φράχτη, όπου οι ηλίανθοι ανθίζουν
Και μια χρυσή καρότσα μες στα σύννεφα πετά.

Στην ησυχία σωπαίνουν σ’ ένα ίσκιο παχύ
Εκείνοι οι γέροι αγκαλιά σα χαζοί.
Γλυκά την εσπέρα τα ορφανά τραγουδούν.
Σε κίτρινη μπόχα οι μύγες βομβούν.

Πλένουν γυναίκες στο ρυάκι ακόμα.
Τα άσπρα λινά ανεμίζουν κρεμασμένα.
Κι εκείνη η μικρή που αρέσει σε μένα
Στης μέρας έρχεται πάλι το γιόμα.

Από χλιαρό ουρανό σπουργίτια ορμούν
Σε πράσινες τρύπες γεμάτες σαπίλα να μπουν.
Τον πεινασμένο, πως θα φάει, ξεγελά η οσμή
Από μπρούσκο μπαχάρι κι η ευωδιά από ψωμί.  

Το βράδυ της καταιγίδας

Ω, οι ώρες του βραδιού οι πορφυρές!
Φέγγουν αχνές στο παράθυρο το ανοικτό και χορεύουν
Κληματαριάς ανάκατες  στριμμένες φυλλωσιές,
Τρομακτικά φαντάσματα  στο σπίτι εμφωλεύουν.

Σκόνη λικνίζεται στην απόπνοια του βούρκου.
Πέφτοντας τρίζει ο αέρας στα τζάμια.
Και όπως κοπάδι από άγρια άτια
Οι αστραπές διασχίζουν στριγκές συννεφιές.

Με θόρυβο σχίζεται της λίμνης ο πάγος.
Και κράζουνε γλάροι δυνατά  στο πρεβάζι
Πυρός καβαλάρης απ’ το λόφο καλπάζει
Κι αναφλέγεται πέφτοντας στο ελατοδάσος.

Οι άρρωστοι στο νοσοκομείο ουρλιάζουν.
Οι φτερούγες της νύχτας βοούν γαλανές.
Και απότομα στάλες βροχής σπίθες βγάζουν
Χτυπώντας σα θύελλα σπιτιών τις σκεπές.

Tα κοράκια

Πάνω απ’ τη μαύρη τη γωνιά πετώντας βιάζουν
Το μεσημέρι τα κοράκια και κράζουν ξερά.
Ο ίσκιος τους από μίας λαφίνας το πλάι περνάει ξυστά
Και άλλοτε κακόκεφα  τα βλέπει κανείς να ησυχάζουν.

Ω, πως ταράσσουν τη σιγή την  καφετιά,
Στο χωράφι σα θάμπος που απλώνει,
Όπως  γυναίκα που  βαρύ προαίσθημα πλακώνει,
Και κάποτε ακούγεται η κραξιά

Για ένα ψοφίμι που κάπου μυρίζουν,
Και ξαφνικά προς το βορρά αντιγυρίζουν
Και χάνονται ίδια με πομπή νεκρική
Μέσα σε αιθέρες  που αδηφάγα λαγνεία τους ριγεί.

Γκέοργκ Τρακλ: Ποιήματα [Gedichte, 1913]. Επιλεγόμενα:

Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Η ΝΕΑΡΗ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

αφιερωμένο στον Λούντβιχ φον Φίκερ

1

Συχνά στο πηγάδι, όταν χαράζει,
την βλέπεις να στέκεται μαγεμένη
και να τραβάει νερό, όταν χαράζει.
Ανεβαίνει ο κουβάς· και κατεβαίνει.

Στις οξιές οι κάργιες πετούν
κι εκείνη μοιάζει με ίσκιο.
Ξανθά τα μαλλιά της πετούν
κι οι ποντικοί στριγκλίζουν στον κήπο.

Και ξαναμαγεμένη από την παρακμή
τα φλογισμένα βλέφαρα χαμηλώνει.
Χορτάρι ξερό η παρακμή
κάτω, στα πόδια της, κυρτώνει.

2

Ήσυχη δουλεύει στο δωμάτιο
κι ο κήπος, χρόνια, ερημικός.
Στην κουφοξυλιά μπρος στο δωμάτιο
κότσυφας κελαηδεί παραπονετικός.

Ασημένια η μορφή της στον καθρέφτη
ξένη στου λυκόφωτος την λάμψη την κοιτάζει
και σκοτεινιάζει ωχρή μες στον καθρέφτη
κι απ’ την αγνότητά της τρομάζει.

Σαν όνειρο υπηρέτης τραγουδάει στο σκοτάδι
κι εκείνη κοκαλώνει απ’ τον πόνο. Στάζει
κόκκινο μέσα στο σκοτάδι.
Νοτιάς απότομος την πύλη τραντάζει.

3

Κάθε βράδυ στο γυμνό λιβάδι
σε όνειρα τρεκλίζει εκείνη πυρετού.
Δύστροπος ο άνεμος κλαίει στο λιβάδι
κι από τα δέντρα κρυφακούει η μορφή του φεγγαριού.

Σε λίγο ένα γύρο τ’ αστέρια χλομιάζουν.
Από τα βάσανα έχει πια εξαντληθεί˙
τα κέρινά της μάγουλα χλομιάζουν.
Κάτι σάπιο ανεβαίνει απ’ τη γη.

Θλιμμένα καλάμια θροΐζουν στον βάλτο.
Κρυώνει εκείνη· γονατιστή.
Μακριά ένας πετεινός λαλεί. Πάνω απ’ τον βάλτο
γκρίζο, σκληρό το χάραμα ριγεί.

4

Κρότος μεταλλικός στο σιδεράδικο: σφυρί·
κι εκείνη περνάει την πύλη βιαστική.
Κατακόκκινο δουλεύει ο υπηρέτης το σφυρί
κι εκείνη, όπως νεκρή, κοιτάζει κατά κει.

Σαν σε όνειρο συναντάει ένα γέλιο·
ταράζεται στο σιδεράδικο·
έντρομη χαμηλώνει μπρος σ’ εκείνου το γέλιο,
όπως σφυρί σκληρό και άγριο.

Ακτινοβολούν στον χώρο σπινθήρες·
και καθώς με άτσαλες κινήσεις
κυνηγάει τους άγριους σπινθήρες,
ζαλισμένη, πέφτει κάτω η μορφή της.

5

Αδύνατη τεντώνεται στο κρεβάτι,
ξυπνάει μ’ έναν φόβο γλυκό
και κοιτάζει το λερωμένο κρεβάτι
καλυμμένο ολόκληρο από φως χρυσό·

οι ρεζεντά[1] στο παράθυρο
κι ο φωτεινός γαλάζιος ουρανός.
Καμιά φορά άνεμος φτάνει στο παράθυρο
κι ήχος καμπάνας διστακτικός.

Ίσκιοι γλιστρούν πάνω απ’ το μαξιλάρι·
αργά η καμπάνα δώδεκα ηχεί
κι εκείνη ανασαίνει βαριά στο μαξιλάρι
και μοιάζει το στόμα της πληγή.

6

Το βράδυ αιωρούνται ματωμένα λινά·
σύννεφα πάνω από σιωπηλά δάση
τυλιγμένα σε μαύρα λινά.
Σπουργίτια θορυβούν στο χωράφι.

Κι εκείνη: κάτασπρη στο σκοτάδι.
Γουργούρισμα κάτω απ’ τη στέγη ανασαίνει.
Όπως ψοφίμι σε θάμνο και σκοτάδι·
σμήνος πετά γύρω απ’ το στόμα της και δίνες υφαίνει.

Σαν όνειρο ηχεί στο σκούρο χωριό
γλέντι: χοροί και βιολιά·
αιωρείται η όψη της στο χωριό,
φυσούν τα μαλλιά της σε γυμνά κλαδιά.

 

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

(Πρώτο σχεδίασμα)

Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί –
ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει·
το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι

χτυπάει.

Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.

Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στον συνωστισμό.
Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές.
Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται

οι καστανιές.

Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.

Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει.
Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή·
Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.

Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει
ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σύμβολα, σπάνια κεντήματα,
ζωγραφίζει η κυματιστή πρασιά.
Η γαλάζια ανάσα του Θεού φυσά
στου κήπου τη σάλα·
χαρωπή ανάσα.
Σταυρός υψώνεται στ’ αγριοκλήματα.

Άκου στο χωριό: γιορτή·
στον τοίχο ο κηπουρός θερίζει,
σιγά το Όργανο[2] βουίζει,
ήχο αναμιγνύοντας και λάμψη,
ήχο, χρυσή λάμψη.
Η αγάπη Άρτον και Οίνον ευλογεί.

Και κορίτσια μπαίνουν μέσα· και λαλεί
ο πετεινός στο τελευταίο. Αργά
ένα σάπιο κάγκελο περνά·
και σε ρόδινο στεφάνι, σε γραμμές,
και σε ρόδινες γραμμές,
αναπαύεται η Μαρία εξαίσια, λευκή.

Στην πέτρα ο ζητιάνος την παλιά
φαίνεται στην προσευχή νεκρός,
ήρεμος απ’ τον λόφο κατεβαίνει ο βοσκός
κι ένας άγγελος στο άλσος,
άγγελος κοντά στο άλσος,
τραγουδάει να κοιμίσει τα παιδιά.

ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

Το βράδυ ακούγεται η κραυγή των νυχτερίδων,
δυο μαύρα άλογα καλπάζουν στο λιβάδι,
θροΐζει κόκκινο σφεντάμι.
Ο οδοιπόρος· το μικρό καπηλειό στον δρόμο του προβάλλει.
Θαυμάσια η γεύση τους: φρέσκο κρασί και καρύδια.
Θαυμάσια: μεθυσμένος να τρεκλίζεις στο μισοσκότεινο δάσος.
Μέσα απ’ τα μαύρα κλαδιά θλιβερές αντηχούν οι καμπάνες.
Και στο πρόσωπο στάζει δροσιά.

ΣΕ ΠΑΛΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

Διαρκώς, μελαγχολία, επιστρέφεις·
γλυκύτητα εσύ της έρημης ψυχής.
Ως στο τέλος καίει μια μέρα χρυσή.

Ταπεινά ο υπομονετικός καταβάλλεται απ’ τον πόνο
στενάζοντας αρμονία και τρυφερή παραφροσύνη.
Δες: ήδη σκοτεινιάζει.

Νύχτα έρχεται πάλι κι ένας θνητός θρηνεί
και με κάποιον άλλο συμπάσχει.

Τρέμοντας, κάτω από άστρα φθινοπωρινά,
γέρνει βαθύτερα, κάθε χρόνο, το κεφάλι.

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη

βροχή.

Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στον γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ’ τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

ΤΡΟΜΠΕΤΕΣ

Κάτω από ιτιές κλαδεμένες, εκεί που σκούρα παιδάκια παίζουν
και φύλλα σαλεύουν, τρομπέτες ηχούν.
Ρίγος νεκροταφείου. Μέσα απ’ την θλίψη του σφενταμιού άλικες

πέφτουν

σημαίες· ιππείς μέσα απ’ αγρούς με σίκαλη κι άδειους μύλους

περνούν.


Ή, τη νύχτα, βοσκοί τραγουδούν και μες τον κύκλο της φωτιάς

τους

μπαίνουν ελάφια, θλίψη πανάρχαια του άλσους·
χορεύοντας σηκώνονται από έναν τοίχο μαύρο· άλικες σημαίες,
γέλια, παράνοια, τρομπέτες.

ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ

Στο κτήμα λάμπει λευκή η φθινοπωρινή σελήνη.
Από της στέγης την άκρη πέφτουν ίσκιοι φανταστικοί.
Μία σιωπή κατοικεί σε παράθυρα άδεια·
σαν κατά πάνω, ήσυχα, βουτούν οι ποντικοί.

Και γρήγορα, σφυρίζοντας, εδώ κι εκεί γλιστρούν
κι άχνα υπονόμου ζέχνει
γκριζωπή, που τους ακολουθεί·
φάσμα το σεληνόφως τρέμει.

Και σαν τρελοί στριγκλίζουν από λαιμαργία:
άνεμοι παγεροί που κλαίνε στο σκοτάδι·
σπίτια στοιχειώνουν κι αχυρώνες
όλο καρπούς και στάχυ.

ΨΑΛΜΟΣ

(Δεύτερο σχεδίασμα)

αφιερωμένο στον Καρλ Κράους

Είναι ένα φως που το ’σβησε ο άνεμος.
Είναι μία κανάτα που αφήνει τ’ απόγευμα ένας μεθυσμένος.
Είναι ένα αμπέλι καμένο και μαύρο με τρύπες γεμάτες αράχνες.
Είναι ένα χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα.
Ο παράφρονας πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες του Νότου
που υποδέχεται τον Ήλιο. Τύμπανα χτυπούν.
Οι άντρες εκτελούν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες κουνούν τους γοφούς μέσα στις κληματσίδες και

τ’ άνθη της φωτιάς,

όταν η θάλασσα τραγουδά. Ω, ο χαμένος Παράδεισός μας!

Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσά δάση.
Κάποιος θάβει τον ξένο. Αρχίζει τότε μια εκτυφλωτική βροχή.
Προβάλλει ο γιος του Πάνα με τη μορφή σκαφτιά
που, μεσημέρι, σε άσφαλτο πυρωμένη, κοιμάται ακόμη.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή με ρουχαλάκια όλο φτώχεια

σπαρακτική!

Είναι δωμάτια που γεμίζουν ακόρντα και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλωμένο

καθρέφτη.

Στα παράθυρα του νοσοκομείου ζεσταίνονται αυτοί που

αναρρώνουν.

Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι ανεβάζει αιματηρές επιδημίες.


Η άγνωστη αδελφή εμφανίζεται πάλι στ’ άσχημα όνειρα κάποιου.
Ξαπλωμένη στις αγριοφουντουκιές παίζει με τ’ άστρα του.
Ο φοιτητής, ίσως ένας σωσίας, ώρα πολλή απ’ το παράθυρο την

κοιτάζει.

Πίσω του ο νεκρός του αδελφός στέκεται ή κατεβαίνει την παλιά

κυκλική σκάλα.

Στο σκοτάδι της σκούρας καστανιάς η μορφή του νεαρού

δόκιμου μοναχού χλωμιάζει.

Ο κήπος μες στο βράδυ. Οι νυχτερίδες πετούν στο περιστύλιο.
Τα παιδιά του θυρωρού σταματούν το παιχνίδι και ψάχνουν για

το χρυσάφι τ’ ουρανού.

Τελευταία ακόρντα κουαρτέτου. Τρέμοντας η μικρή τυφλή

τρέχει μέσα απ’ τις δεντροστοιχίες,

κι ύστερα η σκιά της, τριγυρισμένη από θρύλους ιερούς και

παραμύθια,

τα παγωμένα τείχη ψηλαφίζει.

Είναι μια άδεια βάρκα, το βράδυ, που κατεβαίνει το μαύρο

κανάλι.

Στη σκοτεινιά του παλαιού ασύλου άνθρωποι-ερείπια

μαραζώνουν.

Τα νεκρά ορφανά κείτονται στον τοίχο του κήπου.
Άγγελοι ξεπροβάλλουν, από γκρίζα δωμάτια, με λασπωμένες τις

φτερούγες.

Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα βλέφαρά τους.
Σκοτεινή και σιωπηλή η πλατεία μπρος στην εκκλησία όπως τις

ημέρες της παιδικής ηλικίας.

Περασμένες ζωές γλιστρούν με πέλματα ασημένια
και των καταραμένων οι σκιές βυθίζονται σε νερά που

στενάζουν.

Στον τάφο του μέσα ο λευκός μάγος παίζει με τα φίδια του.

Σιωπηλά πάνω απ’ τον τόπο του κρανίου ανοίγουν τα χρυσά

μάτια του Θεού.


ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ[3]

Στην αδελφή

Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και βράδυ·
γαλάζιο αγρίμι που κάτω από δέντρα ηχεί,
λιμνούλα έρημη το βράδυ.

Ήσυχο πέταγμα πουλιών,
μελαγχολία πάνω απ’ τα τόξα των ματιών σου.
Το στενό ηχεί χαμόγελό σου.

Λύγισε ο Θεός τα βλέφαρά σου.
Άστρα τη νύχτα ψάχνουν, παιδάκι επιτάφιο,
για του μετώπου σου το τόξο.

Η εγγύτητα του θανάτου

(Δεύτερο σχεδίασμα)

Ω το βράδυ που φτάνει ως στα σκοτεινά χωριά των παιδικών

μας χρόνων.

Η λιμνούλα κάτω απ’ τις βελανιδιές
γεμάτη μολυσμένους στεναγμούς μελαγχολίας.

Ω το δάσος, που γέρνει αργά τα σκούρα μάτια του,
όταν των εκστατικών ημερών του η πορφύρα
πέφτει απ’ τα σκελετωμένα χέρια του έρημου άντρα.

Ω, η εγγύτητα του θανάτου! Ας προσευχηθούμε.
Τη νύχτα αυτή λύνονται σε ζεστά, κιτρινισμένα απ’ το λιβάνι,
μαξιλάρια, των ερωτευμένων τ’ αδύναμα άκρα.

Αμήν

Σαπισμένο γλιστρά μες στο σάπιο δωμάτιο·
ίσκιοι σε κίτρινες ταπετσαρίες· σε σκοτεινούς καθρέφτες

κυρτώνει

η φιλντισένια θλίψη των χεριών μας.

Χάντρες σκουρόχρωμες κυλούν μέσα από δάχτυλα νεκρά.
Μες στη σιωπή ανοίγουν
οι γαλάζιες παπαρούνες των ματιών ενός αγγέλου.

Το βράδυ: γαλάζιο επίσης.
Η ώρα του θανάτου μας· ο ίσκιος του Αζραήλ,[4]
που έναν σκούρο κήπο σκοτεινιάζει.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ανάσα του ακίνητου. Πρόσωπο ζώου
κοκαλωμένο μπρος στην ιερότητα του γαλάζιου.
Μεγάλη η σιωπή στην πέτρα·

η μάσκα ενός νυχτερινού πουλιού. Τρεις ήχοι απαλοί
σβήνουν σ’ έναν. Ηλί![5] Αμίλητη γέρνει η όψη σου
πάνω από γαλάζια νερά.

Ω ήσυχοι εσείς καθρέφτες της αλήθειας.
Στους φιλντισένιους κροτάφους του έρημου άντρα
προβάλλει έκπτωτων αγγέλων η ανταύγεια.

ΕΛΙΑΝ[6]

Στις έρημες ώρες του πνεύματος
είναι ωραία να πηγαίνεις μες στον ήλιο
πλάι στα κίτρινα τείχη του καλοκαιριού.
Σιγά ηχούν τα βήματα στο γρασίδι· ωστόσο πάντα
ο γιος του Πάνα στο γκρίζο μάρμαρο κοιμάται.

Με μαύρο κρασί μεθύσαμε το βράδυ στην ταράτσα.
Κοκκινωπό καίει το ροδάκινο στη φυλλωσιά·
Σονάτα απαλή, χαρούμενο γέλιο.

Όμορφη η γαλήνη της νύχτας.
Σε σκοτεινή πεδιάδα
συναντιόμαστε με βοσκούς και λευκά άστρα.

Όταν είναι φθινόπωρο
νηφάλια διαύγεια απλώνεται στο άλσος.
Ήσυχοι βαδίζουμε πλάι σε κόκκινα τείχη
και τα στρογγυλά μάτια ακολουθούν το πέταγμα των πουλιών.
Το βράδυ, πέφτει το λευκό νερό στις υδρίες του τάφου.

Σε γυμνά κλαδιά γιορτάζει ο ουρανός.
Με καθαρά χέρια φέρνει ο γεωργός ψωμί και κρασί
κι ειρηνικά ωριμάζουν οι καρποί στο ηλιόλουστο δωμάτιο.

Ω, τι αυστηρή η όψη των αγαπημένων νεκρών!
Όμως το δίκαιο βλέμμα ευφραίνει την ψυχή.

Μεγάλη η σιωπή του ρημαγμένου κήπου,
όταν ο νεαρός δόκιμος μοναχός με φύλλα σκούρα το μέτωπο στεφανώνει,
η ανάσα του πίνει παγερό χρυσάφι.

Τα χέρια αγγίζουν τα γεράματα γαλαζωπών νερών
ή τα λευκά μάγουλα των αδελφών στην κρύα νύχτα.

Ήρεμος κι αρμονικός βηματισμός σε φιλικά δωμάτια,
εκεί που είναι μοναξιά και θρόισμα του σφενταμιού,
εκεί που ίσως ακόμα η τσίχλα τραγουδάει.

Όμορφος ο άνθρωπος και φαίνεται μες στο σκοτάδι,
όταν τα πόδια και τα χέρια του κινεί με απορία
και ήσυχα σε πορφυρές σπηλιές τα μάτια του κυλούν.

Χάνεται ο ξένος, τον Εσπερινό, στον μαύρο χαλασμό του

Νοεμβρίου,

κάτω από σάπιο πνεύμα, πλάι σε τείχη όλο λέπρα,
εκεί που πήγαινε άλλοτε ο άγιος αδελφός,
βυθισμένος στην απαλή συγχορδία της παραφροσύνης του·

τι έρημος τελειώνει ο άνεμος ο βραδινός!
Ξεψυχώντας το κεφάλι γέρνει στο σκοτάδι της ελιάς.

Ολέθριος ο χαμός του Γένους.
Την ώρα αυτή γεμίζουνε τα μάτια εκείνου που κοιτάζει
με τον χρυσό των άστρων του.

Το βράδυ βυθίζεται ένα χτύπημα καμπάνας, που πλέον δεν ηχεί,
πέφτουν τα μαύρα τείχη στην πλατεία,
ο νεκρός στρατιώτης καλεί σε προσευχή.

Άγγελος χλωμός
μπαίνει ο γιος στο άδειο πατρικό του.

Οι αδελφές έφυγαν μακριά σε γέροντες λευκούς.
Νύχτα, στον διάδρομο, κάτω από τις κολώνες, τις βρήκε

ο αποκοιμισμένος

να επιστρέφουν από προσκυνήματα θλιβερά.

Κοκαλωμένα τα μαλλιά τους από σκουλήκια και λάσπη,
όταν εκείνος στέκεται με ασημένια πόδια
κι από γυμνά δωμάτια νεκρές εκείνες ξεπροβάλλουν.

Ω οι ψαλμοί τους, τα μεσάνυχτα, σε πύρινες βροχές,
όταν υπηρέτες με τσουκνίδες τ’ απαλά μάτια χτυπούσαν,
οι παιδικοί καρποί της κουφοξυλιάς
πάνω από τάφο αδειανό γέρνουν με απορία.

Κιτρινισμένα φεγγάρια ήσυχα κυλούν
πάνω απ’ τα λινά, που καίει πυρετός, του νεαρού,
προτού ακολουθήσει η σιωπή του χειμώνα.

Μοίρα υψηλή στοχάζεται, κατεβαίνοντας, τον Κίδρονα[7]
εκεί που πλάσμα τρυφερό, υψώνεται ο κέδρος
κάτω απ’ τα γαλάζια φρύδια του πατέρα·
νύχτα ο βοσκός το κοπάδι του οδηγεί στο λιβάδι.
Ή είναι στον ύπνο κραυγές,
όταν στο άλσος χάλκινος άγγελος τον άνθρωπο πλησιάζει,
σε πυρωμένο παραγώνι λιώνει του Άγιου η σάρκα.

Γύρω σε καλύβες από λάσπη πλέκεται αμπέλι πορφυρό,
δεμάτια στάχυ κίτρινο που ηχούν,
ο βόμβος των μελισσών, το πέταγμα του γερανού.
Το βράδυ, συναντιούνται αυτοί που αναστήθηκαν σε βραχώδη

μονοπάτια.


Σε μαύρα νερά καθρεφτίζονται οι λεπροί·
ή ανοίγουν τα λασπωμένα ρούχα τους
κλαίγοντας στον πραϋντικό άνεμο, που φυσά από τον ρόδινο

λόφο.


Λιγνές υπηρέτριες ψηλαφούν στα δρομάκια της νύχτας
μήπως βρουν τους ερωτευμένους βοσκούς.
Τραγούδι απαλό ηχεί, Σάββατο βράδυ, στις καλύβες.

Θυμηθείτε και το αγόρι στο τραγούδι σας·
την παραφροσύνη του, τα λευκά φρύδια και τον χαμό του,
το σαπισμένο αγόρι, που ανοίγει τα γαλάζια μάτια του.
Τι θλιβερό αντάμωμα!

Τα σκαλοπάτια της παραφροσύνης σε μαύρα δωμάτια,
οι ίσκιοι των γέρων κάτω απ’ την ανοιχτή πόρτα,
όταν η ψυχή του Ελιάν κοιτάζεται στον ρόδινο καθρέφτη
και χιόνι, λέπρα πέφτει από το μέτωπό του.

Στους τοίχους έσβησαν τ’ άστρα
κι οι λευκές μορφές του φωτός.

Κόκαλα τάφων βγαίνουν απ’ το χαλί,
η σιωπή ρημαγμένων σταυρών στον λόφο,
του λιβανιού η γλύκα στον πορφυρό άνεμο της νύχτας.

Ω μάτια εσείς κομματιασμένα σε στόματα μαύρα,
όταν στην ήσυχη τρέλα του ο εγγονός
έρημος συλλογίζεται το σκοτεινότερο τέλος,
πάνω του ο σιωπηλός Θεός τα γαλάζια του βλέφαρα χαμηλώνει.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Ποώδες φυτό με υπόλευκα ή υποκίτρινα άνθη.
2. Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιεί η Δυτική Εκκλησία.
3. Αναφορά στην προσευχή των Καθολικών που γίνεται με τη χρήση του ροζαρίου: κάθε χάντρα του ροζαρίου αντιστοιχεί και σε μία παράκληση.
4. Άγγελος του θανάτου στην Παλαιά Διαθήκη.
5. «Θεέ μου!» Προσφώνηση του Ιησού πάνω στον σταυρό.
6. Συμβολική μορφή στην ποίηση του Τρακλ.
7. Ονομασία κοιλάδας και ρυακιού ανάμεσα στην Ιερουσαλήμ και το Όρος των Ελαιών.

 

Good Morning, Cyprus!!!

Μια ώρα δεν πέρασε μετά από την ψηφοφορία στην βουλή στο Λονδίνο και η RAF ήταν έτοιμη από προχθές για τις επιδρομές από την βάση του Ακρωτηρίου στην καρδία τώρα και της Συρίας.

Ο κύπριος σήμερα ξυπνάει κάνοντας κι άλλες πλάτες στους ιμπεριαλιστές. Πάντα όμως οι ιμπεριαλιστές ενημερώνουν τους πολίτες τους για όποια τυχόν επίσκεψη στο ειρηνικό νησί:

Terrorism in Cyprus

There is a general threat from terrorism. Attacks could be indiscriminate, including in places frequented by foreigners.

There is considered to be a heightened threat of terrorist attack globally against UK interests and British nationals, from groups or individuals motivated by the conflict in Iraq and Syria. You should be vigilant at this time.

Καλές διακοπές στα παιδιά της RAF.

Οι ένθερμοι οικοδεσπότες ιμπεριαλιστικών μηχανών.