Η πραγματικότητα μας ανήκει, να πά να γαμηθείτε

Τελείωσε ακόμα μια αστική εκλογική αναμέτρηση. Από την κατάληψη της κοινής επιθυμίας των αστικών κομμάτων να αναμετρηθούν με την νίκη δημιουργείται ένα αναλυτικό φαντασιακό που η όποια αστική αναλυτική χάνεται με απλότητα στην γλώσσα. Το ανακάτεμα του κεφαλαίου τώρα έχει και πάλι ησυχάσει στην αριστερή ασφάλεια όπως ακριβώς και πριν.

Η ζωή συνεχίζεται, η πολιτική συνεχίζεται, ο αγώνας όχι. Αυτό που μετράει είναι η ασφάλεια του “συνεχίζεται”, ενός “συνεχίζεται” που θέλει να παραμένει αιώνιο και εκλεκτό σαν τα συρτάρια που βρίσκονται κάτω ακριβώς από τον νεροχύτη που δεν ανοίγουν ποτέ μια που δεν υπάρχουν.

Η παρουσία της απειλής γίνεται το πιο στενό κεφάλαιο της αστικής τάξης. Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι η απόδειξη της κυριαρχίας του κεφαλαίου ότι ακόμα και του να έχεις λόγο ο λόγος σου είναι δεσμευτικός στην ανυπαρξία.

Η Ευρώπη βουλιάζει στο αίμα που αιώνες τώρα την έφερνε στην επιφάνεια. Ο πολιτισμός έγινε ο βραχνάς της ίδιας της σκέψης.

Ο Καρτέσιος γίνεται ο βασιλέας της ιστορίας όταν μας λέει “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Όχι κύριε Καρτέσιε δεν “σκέφτομαι άρα υπάρχω” αλλά “χειραφετούμαι άρα υπάρχω”. Εδώ η Ρόδος εδώ και το πήδημα λοιπόν.

Ο Hegel υπόσχεται να αποδεσμεύσει το ασταμάτητο της παράνοιας και της αδιαφορίας μαζί, επειδή το δίδυμο αυτό εμποτίζει την εκλεκτή ύπαρξη στην απροσδιόριστή της αιώνια παρουσία σαν μια μεταμοντέρνα ατομικότητα λαμπερή που μόλις αυτοτυφλώνεται: “Η ύπαρξη, αποτραβηγμένη μέσα στην υπόσταση, είναι κατ’ αρχήν, μέσω εκείνης της πρώτης άρνησης, μόνο άμεσα μετατεθειμένη στο στοιχείο του εαυτού, τούτη συνεπώς η ιδιοκτησία, της οποίας έγινε κύριος ο εαυτός, έχει ακόμα τον ίδιο χαρακτήρα της ασύλληπτης αμεσότητας, της ακίνητης αδιαφορίας, που παρουσιάζει και η ίδια η ύπαρξη, έτσι αυτή έχει απλώς μεταστεί στην παράσταση. Συνάμα είναι με την τελευταία τούτη κάτι το οικείο, ένα τέτοιο, με το οποίο το υπάρχον πνεύμα διακόπτει κάθε σχέση, έτσι που να μη βρίσκει πλέον την ενεργητικότητά του και το ενδιαφέρον του εκεί μέσα” (1).

Ο Hegel μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η ιδιοκτησία ως η κυριότητα του εαυτού, η άρνηση δηλαδή της πραγματικότητας ως κοινωνική υπόθεση, γίνεται το μέρος της παραγωγής της αποξένωσης. Η ακίνητη αδιαφορία είναι η αποξενωτική ύπαρξη που βρίσκει “κάτι το οικείο” στην εκμετάλλευση αλλά διακόπτεται ταυτόχρονα κάθε σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα σ’ αυτήν την περίπτωση γίνεται μια μεταφυσική παρουσία. Η σχέση πραγματικότητας και ύπαρξης γεννιέται. Από δώ και πέρα δεν διαμορφώνουμε την πραγματικότητα αλλά διαμορφώνεται.

Να ποιά είναι η σημερινή αυταπάτη της πολιτικής παιδείας που παράγει ένα αστικό κατεστημένο: “Ο πιο συνήθης τρόπος να καλλιεργούμε αυταπάτες και στους άλλους ψευδαισθήσεις έγκειται στο να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο και να το ανεχόμαστε ως τέτοιο· μια τέτοια γνώση, χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, δεν κινείται από τη θέση της με όλο αυτό το άσκοπο κουβεντολόι” (2).

να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο“: Να προϋποθέτουμε με άλλα λόγια τα μέσα εκείνα που μας διαμορφώνουν την πραγματικότητα πέρα από την αλήθεια των δικών μας δραστηριότητων. Αν το παράγωγο, το προϊόν δηλαδή, που είναι από την δική μας δραστηριότητα και εργασία, δεν αποκαλύπτεται σε μας ως δικό μας τότε η προϋπόθεση της κατοχής του εξαρτάται αποκλειστικά σ’ αυτούς που το καρπώνονται και επιβάλλουν επίσης και τις προϋποθέσεις του ότι δεν είναι δικό μας. Αν “η ίστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ή δραστηριότητα του άνθρωπου πού επιδιώκει δικούς της σκοπούς” (3) τότε η αυταπάτη και η ψευδαίσθηση είναι αποκλειστικά μηχανισμοί των εκμεταλλευτών που καρπώνονται το ανοίκειο ως οικείο και την ιστορία ως μια παραμυθία.

“να το ανεχόμαστε ως τέτοιο”: Να και η πραγματικότητα που σφραγίζει την αντοχή μας όχι πλέον ως πλεονέκτημα αλλά ως μια αστική συνήθεια που επιβραβεύεται. Ο Μπρέχτ το λέει καθαρά και ξάστερα: “Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ“.

Όσο λίγο είναι περατωμένο ένα οικοδόμημα, όταν έχουν τεθεί τα θεμέλιά του, άλλο τόσο λίγο η επιτευχθείσα έννοια του όλου είναι το ίδιο το όλο. Εκεί που επιθυμούμε να δούμε μια δρυ στην ευρωστία του κορμού της, στο άπλωμα των κλάδων της και στο πύκνωμα της φυλλωσιάς της, δεν είμαστε ευχαριστημένοι, αν στη θέση αυτών μας παρουσιά­ζεται ένα βελανίδι” (4).

Αυτό είναι ο καπιταλιστικός κόσμος σήμερα. Είναι ένα οικοδόμημα που εμμένει σε μια αιώνια βλάστηση που δεν καταφέρνει πότε να ξεμυτήσει από την λάσπη της ιστορίας. Το εγελιανό βελανίδι λοιπόν είναι το προϊόν εκείνο που ο καπιταλιστής θα το οικειοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο για να στο πουλήσει πίσω ως το οικοδόμημα που αποκαλύπτει την αμεσότητα της μερικότητάς του ως την απόλυτη ολότητά.

 

(1) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §30 (σελ. 152).

(2) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §31 (σελ. 153).

(3) Lenin, Φιλοσοφικά Τετράδια, Τόμος 29, Εκδόσεις Συγχρονη Εποχή, (σελ. 23).

(4) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §12 (σελ. 133).

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s