Monthly Archives: September 2015

Aram Khachaturian

Dmitriy Shostakovich wrote: “The Second Symphony is perhaps Khachaturian’s first composition, in which the tragic start reaches these new heights; but, despite its tragic essence, this composition is full of profound optimism and belief in victory. A combination of the tragedy and life-assertion here is acquiring great power.”

Ο δωδεκάλογος του υπαρξισμού στο καπιταλιστικό Λονδίνο

Τα υπαρξιακά ερωτήματα της μικροαστικής τάξης του Λονδίνου:

1. Απαγορεύεται ο χώρος στάθμευσης ή όχι; Πως ζω χωρίς κίτρινες γραμμές;
2. Τα πεντάλεπτα στοιχίζουν, τα δίλεπτα τι; Τα δευτερόλεπτα μάλλον σε μια άλλη συζήτηση;
3. Οι αποφάσεις είναι δείγμα εγωισμού;
4. Η ειλικρίνεια γίνονται θερμίδες μετά την δουλειά;
5. Το χρήμα είναι ευτυχία ή δυστυχία;
6. Ο χρόνος είναι χρήμα, να προσθέσουμε ώρες στο εικοσιτετράωρο;

Τα λυμένα υπαρξιακά της μικροαστικής τάξης του Λονδίνου:

7. Κάνε ασφάλεια ζωής στο “είμαι αντικειμενικός” και τότε μπορείς να απολαύσεις την υποκειμενικότητά σου.
8. Η “τρέλα” είναι διαθέσιμη τα σαββατοκυρίακα και τις αργίες.
9. Να είσαι υγειής για να είσαι νόμιμος.
10. Δεν κοιτάω δίπλα μου για να μην παραπέσω αλλά δεν κοιτάω ποτέ μπροστά μου για να μην με αρπάξουν από πίσω.
11. Ο έλεγχος είναι το ασφαλές κλειδί της αιωνιότητας.
12. Η στενότητα του χώρου, δεν υπάρχει άλλη παρά μόνο στο σύμπαν, κατέκτησε το σύμπαν.

Χαμογελάμε

Η ανυπαρξία είναι στο αίμα μου. Είμαι και αιμοδότης.

Χαμογελάμε.

Καμιά φορά πεινάω και δεν βρίσκω το μάγειρα της σκέψης.

Κλαίει κάτω στο δρόμο μια νυφίτσα γιατί η διαγωγή της σφραγίστηκε ως λάθος. Βγήκε στον πολιτισμό από τα μπουντρούμια της παραγωγής να δει πως πήγανε οι κόποι της.

Η ανυπαρξία είναι το αίμα μου. Χρειάζομαι αίμα.

Η πραγματικότητα μας ανήκει, να πά να γαμηθείτε

Τελείωσε ακόμα μια αστική εκλογική αναμέτρηση. Από την κατάληψη της κοινής επιθυμίας των αστικών κομμάτων να αναμετρηθούν με την νίκη δημιουργείται ένα αναλυτικό φαντασιακό που η όποια αστική αναλυτική χάνεται με απλότητα στην γλώσσα. Το ανακάτεμα του κεφαλαίου τώρα έχει και πάλι ησυχάσει στην αριστερή ασφάλεια όπως ακριβώς και πριν.

Η ζωή συνεχίζεται, η πολιτική συνεχίζεται, ο αγώνας όχι. Αυτό που μετράει είναι η ασφάλεια του “συνεχίζεται”, ενός “συνεχίζεται” που θέλει να παραμένει αιώνιο και εκλεκτό σαν τα συρτάρια που βρίσκονται κάτω ακριβώς από τον νεροχύτη που δεν ανοίγουν ποτέ μια που δεν υπάρχουν.

Η παρουσία της απειλής γίνεται το πιο στενό κεφάλαιο της αστικής τάξης. Οι εκλογικές αναμετρήσεις είναι η απόδειξη της κυριαρχίας του κεφαλαίου ότι ακόμα και του να έχεις λόγο ο λόγος σου είναι δεσμευτικός στην ανυπαρξία.

Η Ευρώπη βουλιάζει στο αίμα που αιώνες τώρα την έφερνε στην επιφάνεια. Ο πολιτισμός έγινε ο βραχνάς της ίδιας της σκέψης.

Ο Καρτέσιος γίνεται ο βασιλέας της ιστορίας όταν μας λέει “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Όχι κύριε Καρτέσιε δεν “σκέφτομαι άρα υπάρχω” αλλά “χειραφετούμαι άρα υπάρχω”. Εδώ η Ρόδος εδώ και το πήδημα λοιπόν.

Ο Hegel υπόσχεται να αποδεσμεύσει το ασταμάτητο της παράνοιας και της αδιαφορίας μαζί, επειδή το δίδυμο αυτό εμποτίζει την εκλεκτή ύπαρξη στην απροσδιόριστή της αιώνια παρουσία σαν μια μεταμοντέρνα ατομικότητα λαμπερή που μόλις αυτοτυφλώνεται: “Η ύπαρξη, αποτραβηγμένη μέσα στην υπόσταση, είναι κατ’ αρχήν, μέσω εκείνης της πρώτης άρνησης, μόνο άμεσα μετατεθειμένη στο στοιχείο του εαυτού, τούτη συνεπώς η ιδιοκτησία, της οποίας έγινε κύριος ο εαυτός, έχει ακόμα τον ίδιο χαρακτήρα της ασύλληπτης αμεσότητας, της ακίνητης αδιαφορίας, που παρουσιάζει και η ίδια η ύπαρξη, έτσι αυτή έχει απλώς μεταστεί στην παράσταση. Συνάμα είναι με την τελευταία τούτη κάτι το οικείο, ένα τέτοιο, με το οποίο το υπάρχον πνεύμα διακόπτει κάθε σχέση, έτσι που να μη βρίσκει πλέον την ενεργητικότητά του και το ενδιαφέρον του εκεί μέσα” (1).

Ο Hegel μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η ιδιοκτησία ως η κυριότητα του εαυτού, η άρνηση δηλαδή της πραγματικότητας ως κοινωνική υπόθεση, γίνεται το μέρος της παραγωγής της αποξένωσης. Η ακίνητη αδιαφορία είναι η αποξενωτική ύπαρξη που βρίσκει “κάτι το οικείο” στην εκμετάλλευση αλλά διακόπτεται ταυτόχρονα κάθε σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα σ’ αυτήν την περίπτωση γίνεται μια μεταφυσική παρουσία. Η σχέση πραγματικότητας και ύπαρξης γεννιέται. Από δώ και πέρα δεν διαμορφώνουμε την πραγματικότητα αλλά διαμορφώνεται.

Να ποιά είναι η σημερινή αυταπάτη της πολιτικής παιδείας που παράγει ένα αστικό κατεστημένο: “Ο πιο συνήθης τρόπος να καλλιεργούμε αυταπάτες και στους άλλους ψευδαισθήσεις έγκειται στο να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο και να το ανεχόμαστε ως τέτοιο· μια τέτοια γνώση, χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, δεν κινείται από τη θέση της με όλο αυτό το άσκοπο κουβεντολόι” (2).

να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο“: Να προϋποθέτουμε με άλλα λόγια τα μέσα εκείνα που μας διαμορφώνουν την πραγματικότητα πέρα από την αλήθεια των δικών μας δραστηριότητων. Αν το παράγωγο, το προϊόν δηλαδή, που είναι από την δική μας δραστηριότητα και εργασία, δεν αποκαλύπτεται σε μας ως δικό μας τότε η προϋπόθεση της κατοχής του εξαρτάται αποκλειστικά σ’ αυτούς που το καρπώνονται και επιβάλλουν επίσης και τις προϋποθέσεις του ότι δεν είναι δικό μας. Αν “η ίστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ή δραστηριότητα του άνθρωπου πού επιδιώκει δικούς της σκοπούς” (3) τότε η αυταπάτη και η ψευδαίσθηση είναι αποκλειστικά μηχανισμοί των εκμεταλλευτών που καρπώνονται το ανοίκειο ως οικείο και την ιστορία ως μια παραμυθία.

“να το ανεχόμαστε ως τέτοιο”: Να και η πραγματικότητα που σφραγίζει την αντοχή μας όχι πλέον ως πλεονέκτημα αλλά ως μια αστική συνήθεια που επιβραβεύεται. Ο Μπρέχτ το λέει καθαρά και ξάστερα: “Οι άνθρωποι παραείναι ανθεκτικοί, αυτό είναι το πρόβλημα. Είναι σε θέση να κάνουν υπερβολικά πολλά σε βάρος του εαυτού τους. Αντέχουν υπερβολικά πολύ“.

Όσο λίγο είναι περατωμένο ένα οικοδόμημα, όταν έχουν τεθεί τα θεμέλιά του, άλλο τόσο λίγο η επιτευχθείσα έννοια του όλου είναι το ίδιο το όλο. Εκεί που επιθυμούμε να δούμε μια δρυ στην ευρωστία του κορμού της, στο άπλωμα των κλάδων της και στο πύκνωμα της φυλλωσιάς της, δεν είμαστε ευχαριστημένοι, αν στη θέση αυτών μας παρουσιά­ζεται ένα βελανίδι” (4).

Αυτό είναι ο καπιταλιστικός κόσμος σήμερα. Είναι ένα οικοδόμημα που εμμένει σε μια αιώνια βλάστηση που δεν καταφέρνει πότε να ξεμυτήσει από την λάσπη της ιστορίας. Το εγελιανό βελανίδι λοιπόν είναι το προϊόν εκείνο που ο καπιταλιστής θα το οικειοποιηθεί με οποιοδήποτε τρόπο για να στο πουλήσει πίσω ως το οικοδόμημα που αποκαλύπτει την αμεσότητα της μερικότητάς του ως την απόλυτη ολότητά.

 

(1) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §30 (σελ. 152).

(2) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §31 (σελ. 153).

(3) Lenin, Φιλοσοφικά Τετράδια, Τόμος 29, Εκδόσεις Συγχρονη Εποχή, (σελ. 23).

(4) Hegel, Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1993, Εκδόσεις Δωδώνη, §12 (σελ. 133).

 

Το ΚΚΕ και το σοσιαλιστικό αύριο

Για βρες για δες ο Νέος Ελληνοκύπριος που μας διαφωτίζει κιόλα μετά από την στενή παρακολούθηση των πολιτικών γεγονότων στην Ελλάδα:

“Δυστυχώς, το Κομμουνιστικό Κόμμα στην Ελλάδα, εκτός από το ότι συντάσσεται με τον αστικό κορμό στη πρόβλεψη πως η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα ήταν μια άσχημη εξέλιξη για τα λαϊκά συμφέροντα – αλλά και τις ίσες αποστάσεις στο δημοψήφισμα τις 5 ης Ιουλίου, δεν δείχνει καμία διάθεση για συνεννόηση με σχηματισμούς που θέτουν ώριμα ζητήματα όπως την εθνικοποίηση των τραπεζών, τις επανακρατικοποιήσεις και την έξοδο από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς. Μάλλον το αντίθετο διαπράττει, αφού έχει αναγάγει τη ΛΑΕ σε κύριο αντίπαλό του σ’ αυτές τις εκλογές, διαστρεβλώνοντας μάλιστα κατά κόρων τις θέσεις της.”

Το ΚΚΕ με τα ίδιά του τα λόγια συντάσσεται από την μια με τον αστικό κορμό και από την άλλη διαστρεβλώνει τις θέσεις της επαναστατικής ΛΑ.ΕΝ. Μα ποιο είναι τελικά αυτό το ΚΚΕ, για τον αναλυτή Νέο, δεν νομίζω να κατάλαβε ποτέ κανείς. Για ακόμη μια φορά η θέληση για μια κοινή αριστερά ή κοινό μέτωπο, όπως το λέει, είναι πάγια αλλά πάντα πιο ρεαλιστική από το σοσιαλιστικό αύριο.

Όσο για το: “Ούτε και μπορούμε, όπως κάνει το ίδιο ΚΚΕ για παράδειγμα, να μεταθέτουμε τις λύσεις των προβλημάτων ή έστω τις προσπάθειες για τη λύση τους, στο σοσιαλιστικό αύριο” είναι άξιο απορίας πώς ακόμα βαφτίζεται ο αρθρογράφος ως σοσιαλιστής.

Αυτό το σοσιαλιστικό αύριο που ειρωνεύεται ο αρθρογράφος είναι αυτό που με πολύ μικροαστικό τρόπο αδιαφορεί για αυτό και το αποβάλλει από κάθε πολιτική του ανάλυση.

Τι φοβάστε κύριε αρθρογράφε αλήθεια το σοσιαλιστικό αύριο μήπως;

Ο φιλελές και η τύφλα του

Όταν ζητάς κάποιου την γνώμη είναι γιατί έχεις ανάγκη να βλέπεις τον κόσμο από τα δικά του μάτια για να ανοίγουν και τα δικά σου. Χρειάζεσαι επίσης ένα άλλο χρόνο, την ιστορία του, για να δεις αν πράγματι βαδίζεις εδώ και όχι κάπου παράμερα όπου μπορεί και να χαθείς. Όταν λοιπόν αρνείται κάποιος την γνώμη των άλλων είναι γιατί είτε αυτή η ιστορία είναι ψεύτικη είτε γιατί δεν σε αφήνει η τύφλα σου. Αυτό ακριβώς γίνεται με ένα κομμουνιστή και ένα φιλελεύθερο. Ο φιλελεύθερος λόγω της πολιτικής του τύφλας αρνείται ένα άλλο κόσμο με πείσμα να παραμένει στην άρνηση χωρίς αντίκρισμα. Ο κομμουνιστής από την άλλη αρνείται την γνώμη των άλλων ξέροντας ότι η τελευταία αποκλείει την ίδια την επιλογή γνώμης άρα και ύπαρξης.

Μεταμοντέρνο, κοσμοπολίτικη αισθητική και ιμπεριαλισμός (Αγκάρρα)

Όταν η πολιτική σκέψη διανοίγει τις δυνατότητες του αισθητικού φαινομένου αφανίζει την όποια αποξενωμένη φαινομενικότητά του αλλά και την αυτόνομη μεταφυσική ενέργεια που συντηρείται από το ίδιο το κάλλος του. Σε μια αταξική κοινωνία ένα τέτοιο κάλλος είναι απλά ένα στειρωμένο αισθητικό φαινόμενο που εξαφανίζεται μόλις τα φώτα σβήσουν. Με άλλα λόγια, είναι το φαινόμενο εκείνο που επιμένει σε ένα αισθητικοποιημένο αυτοσκοπό ιδεαλιστικού τύπου μια δηλαδή απονεκρωμένη διαλεκτική ακινησία που εμμένει στην τύφλωση. Ένα τέτοιο ιδεαλιστικό φαινόμενο υφίσταται και σίγουρα δεν είναι άυλο απλά διαχωρίζει την υλικότητά του από την υλιστική διαλεκτική της ιστορίας. Αρνείται, δηλαδή, την ύπαρξή του στον κόσμο. Η άρνηση του να υπάρχει στον κόσμο σημάνει και την ταυτόχρονη ακύρωση του ιστορικού χρόνου. Η άρνηση που χαρακτηρίζει το αισθητικό φαινόμενο δεν είναι μια διαλεκτική άρνηση αλλά ένα φόβος επεξεργασίας της ίδιας της κίνησης της ιστορίας σε σχέση με το ωραίο και τις ιδεολογικές και προπαγανδιστικές προκείμενες που το προσδιορίζει.

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κάποια από τα φαινόμενα αισθητικής άρνησης του κόσμου και ακύρωσης του ιστορικού χρόνου μέσα από τις μεταμοντέρνες πινελιές απόκρυψης της πολιτικής και αισθητικής αλήθειας. Η μεταμοντέρνα προοπτική αποτελεί την αισθητική συνθήκη που πασχίζει να εγκαθιδρυθεί από το καπιταλιστικό σύστημα με ιδεολογικό όπλο ενός είδους παγκοσμιοποιημένης και εμπορευματικοποιημένης αισθητικής.  Όπως ακριβώς η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στο ανώτατο στάδιό της γίνεται ιμπεριαλισμός σκεπάζοντας με σκοτάδι τα πάντα έτσι και η αισθητική παραγωγή γίνεται μια στεγανή αυτόνομη  λειτουργία που σκεπάζεται και πλήττεται το ωραίο. Με βάση την ιμπεριαλιστική μηχανή που αφαιμάσσει οικονομία, πολιτική και κοινωνία το μεταμοντέρνο αίτημά του δεν θα μπορούσε να μην εμφανιστεί και στην Κύπρο. Συγκεντρωμένη η παραγωγή του κεφαλαίου δημιουργεί αναγκαστικά μονοπώλια που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή. Η εξαγωγή των κεφαλαίων και οι διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις καθορίζουν όλες τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές δομές με αναπότρεπτο συνεπακόλουθο να επηρεάζουν αναμφισβήτητα και το πεδίο της τέχνης.  Ακριβώς σε αυτό το σημείο διακρίνεται η αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου αντίληψης της πραγματικότητας: από την μια να μην υπάρχει τίποτα που να μην καθορίζεται από το κεφάλαιο και από την άλλη να εκπηγάζει από αυτό ότι ο κάθε τομέας θα μπορούσε να κινείται σε ένα αυτόνομο και ανεξάρτητο οικονομικό κοινωνικοπολιτικό και αισθητικό πλαίσιο. Από εδώ πηγάζει και ο αυτοσκοπός της αισθητικής ως μιας αποστολής αποπολιτικοποίησης της φύσης της.

Πηγή: Αγκάρρα – Απόσπασμα από το Η καλλιτεχνική μεταμοντέρνα παραγωγή ως άρνηση της προλεταριοποιημένης πολιτικής πράξης (Μέρος 1ο)