Hegel, Λόγος στην Ιστορία Μέρος ΙΙ

Τα πάθη

Αντικρίζοντας την ιστορία βλέπουμε το θέαμα των παθών «τα δεινά, το κακό, τη συντριβή των πιο ευγενών δημιουργημάτων λαών και κρατών, την παρακμή των πιο ανθηρών αυτοκρατοριών που δημιούργησε το ανθρώπινο πνεύμα…» βλέπουμε τις συνέπειες της βιαιότητας και της ανοησίας όχι μόνο μέσω των βίαιων παθών αλλά και μέσω των αγαθών προθέσεων και δίκαιων επιδιώξεων. Αντικρίζοντας όλη την οδύνη στο μεγαλείο της, δεν μπορούμε παρά να νιώσουμε θλίψη, μια μοραλιστική θλίψη και μια εξέγερση του «αγαθού πνεύματος» προς την υπερνίκηση του κακού και την επίτευξη αγαθών σκοπών. Αν όμως δεν συμβαίνει αυτό τότε μια αμήχανη θλίψη θα μας προκαλέσει σκέψεις όπως: «έτσι ήταν να γίνει ή ήταν γραφτό ή δεν αλλάζει πια» και ύστερα επιστρέφουμε στην εγωιστική ηρεμία μας και με ασφάλεια κοιτάζουμε από μακριά «το θέαμα της συγκεχυμένης μάζας των ερειπίων» (9). Αυτές οι προσεγγίσεις της ιστορίας δεν είναι τίποτα άλλο από μείγματα συναισθηματικού αισθητισμού, ηθικολογίας και μηδενισμού. Τα πάθη λοιπόν, συνεχίζει ο Hegel είναι αυτά που και μέσω αυτών, ότι ονομάστηκε είτε καθ’ εαυτό είτε αρχή είτε γενικό, αφηρημένο, πραγματώνεται, γίνεται πραγματικότητα. Με άλλα λόγια μια δυνατότητα που υφίσταται ως δυνατότητα μπορεί να πραγματώνεται μόνο επειδή έχει την δυνατότητα εντός της να καθίσταται πραγματικότητα ή να γίνεται εν ενεργεία (10). Είναι απαραίτητο να γίνει σαφές ότι δεν ερμηνεύεται το καθ’ εαυτό ως μια υπερβατική οντότητα που πραγματώνει το κρυφό σχέδιό της, αλλά αντιθέτως η δυνατότητα του αφηρημένου να αυτοκαταργηθεί ως πραγματικότητα με την ιστορία. Η ιστορία με άλλα λόγια είναι η μόνη πραγματικότητα που μέσω αυτής δύναται να θεωρηθεί κάτι ως καθ’ εαυτό ή δυνατότητα. «Οι νόμοι, οι αρχές, δεν ζουν και δεν ισχύουν άμεσα, αφ’ εαυτώ. Η δραστηριότητα που τους ενεργοποιεί και τους δίνει ύπαρξη είναι η ανάγκη και το ένστικτο του ανθρώπου, κι ακόμα η ροπή και το πάθος του» (10). Η ανάγκη και το ένστικτο, η ροπή και το πάθος του ανθρώπου καθιστούν κάτι υπαρκτό που έχει σημασία γι’ αυτόν, είναι προς το «συμφέρον» του Interesse (11), βρίσκεται δηλαδή εκεί παρών (darin) Όχι μόνο η παρουσία των παθών είναι απαραίτητη για να μπορούν να υπάρχουν αυτές οι αρχές που διέπουν την ιστορική κίνηση αλλά πλέον σημαντικό είναι οι άνθρωποι ως κάτοχοι αυτών των παθών να είναι οι ίδιοι παρόντες εκεί ως να επιτελούν με πάθος τους δικούς τους και μόνο σκοπούς. Με άλλα λόγια το υπόστρωμα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι αυτό που καθιστά το Λόγο, Λόγο της ιστορίας και μέσω αυτής την ιστορικότητα εν γένει. Το κύριο ερώτημα όμως που αναδεικνύεται και τίθεται είναι: ποιο είναι αυτό το οντολογικό υπόστρωμα της ύπαρξης; Ότι συμβαίνει επομένως στην ιστορία είναι αποτέλεσμα των ανθρωπίνων πράξεων που συμμετέχοντας στην ιστορική κίνηση αντλούν ταυτόχρονα ικανοποίηση για τον εαυτό τους. «Δίχως πάθος τίποτε μεγάλο δεν επιτεύχθηκε στον κόσμο» (12), αυτή η φράση του Hegel μας αποκαλύπτει εμφανώς αυτό που κινεί την ιστορία, που μέσω αυτού μπορεί να διαφανεί το καθολικό ή «ο Λόγος που εξουσιάζει τον κόσμο». Αν και με το λόγο θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε το πώς ο Λόγος εξουσιάζει τον κόσμο και πραγματώνει τον εαυτό του ως ελευθερία μέσα στον ίδιο τον εαυτό του ως κόσμο, δεν θα μπορούσε να γίνει εμφανές με το λόγο αυτό το πρωταρχικό Ένα ως αναγκαιότητα της ελευθερίας. Όταν λοιπόν αναφερόμαστε στο «πάθος» το εννοούμε ως μια εξατομικευμένη οντότητα, ως ο άνθρωπος να είναι αυτό που είναι μέσω του πάθους. Με άλλα λόγια το «πάθος» είναι «ο ιδιαίτερος προσδιορισμός του χαρακτήρα, στο βαθμό που οι προσδιορισμοί της βούλησης δεν έχουν μόνο ιδιωτικό περιεχόμενο, αλλά ωθούν και επιδρούν σε πράξεις καθολικής σημασίας». Αν δηλαδή αυτό που κινεί την ίδια την ιστορία είναι το «πάθος» θα μπορούσαμε να πούμε ότι το «πάθος» είναι το στίγμα καθαρότητας του πρωταρχικού υποστρώματος μέσα στον κόσμο. Σ ́αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε ότι εμφανίζεται και στο Λόγο αυτό το στίγμα της καθαρότητας του πρωταρχικού Ενός ως «η πονηρία του Λόγου» (List der Vernunft). Το πνεύμα λοιπόν ως σκοπό του έχει να βρει τον εαυτό του, να έλθει στον εαυτό του και να τον εποπτεύσει ως πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να υφίσταται αφού «ο Λόγος είναι εγγενής στο ιστορικό γίγνεσθαι και πραγματώνεται εντός αυτού και μέσω αυτού» (13).

Το τέλος του Λόγου

Εδώ ακριβώς εμφανίζεται το τέλος του Λόγου. Ο Λόγος πραγματώνεται- συνειδητοποιείται στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η πραγμάτωση όμως του Λόγου είναι ένα αιώνιο γίγνεσθαι στην καθολικότητα του παρόντος. Με άλλα λόγια η αιώνια κίνηση της ιστορίας ή του Λόγου έγκειται στην ακίνητη πρώτη αρχή. Ο Λόγος ή «ο Θεός είναι εν ενεργεία με την πληρέστερη σημασία του όρου, γιατί είναι πάντοτε αυτό που είναι σε κάθε χρονική στιγμή και δεν έχει κανένα στοιχείο απραγματοποίητης δυνατότητας» (14). Ο Λόγος λοιπόν πραγματώνεται αναγκαία ως ελευθερία εν κινήσει (ιστορία). Αυτό το αναγκαίο είναι το «ακίνητο κινούν». Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η τελικότητα του Λόγου (συνειδητοποίηση) είναι χωρίς τέλος λόγω ακριβώς του πιο θεμελιώδους υποστρώματος του (Λόγου), που αναγκαία αυτό το υπόστρωμα εμφανίζεται σπερματικά μεν μέσα στο Λόγο αλλά καθοριστικά χαρακτηρίζει το ίδιο του Λόγου. Το πνεύμα αναστέλλει κάθε τελικότητα όντας πνεύμα. Το πνεύμα βρίσκει το ίδιό του με την ταυτόχρονη αυτοκατάργησή του. Αν και το πνεύμα πραγματώνει τον εαυτό του μέσω της ιστορίας και με την ιστορία, το επιμέρους ή η υποκειμενική πλευρά δεν έχει γνώση του σκοπού του πνεύματος. Εδώ λοιπόν έγκειται και το πλέον κρίσιμο ερώτημα που λαμβάνει την μορφή της ενότητας της ελευθερίας και της αναγκαιότητας.

Καθολικό – Επιμέρους

Ο Hegel λοιπόν στη συνέχεια προσπαθεί να διασαφηνίσει και να καταστήσει κατανοητή τη σχέση του καθολικού με το επιμέρους. Πως λοιπόν, με άλλα λόγια, μπορεί το καθολικό να βρίσκεται μέσα στο επιμέρους και πως το επιμέρους να μην νοείται χωρίς το καθολικό; Ο Hegel το δείχνει αρχικά μέσα από ένα παράδειγμα ενός σπιτιού το οποίο κτίζεται και τα επιμέρους υλικά με το οποίο κτίζεται: νερό, φωτιά, ξύλο, πέτρες, σίδερο κ.τ.λ εντάσσονται σε μια ολότητα όπου αυτή η ολότητα δεν είναι πλέον το άθροισμα των επιμέρους στοιχείων αλλά ούτε και η απλή συνύπαρξη αυτών των ιδίων. Τα επιμέρους αυτά στοιχεία αναιρούν την ίδια τους την φύση, χάρη της καθολικότητας που τα περιορίζει. Όπως π.χ. «οι πέτρες και τα δοκάρια υπακούουν στη βαρύτητα, ρέπουν προς τα κάτω, προς το βάθος, κι όμως χάρη σ’ αυτά ορθώνονται ψηλοί τοίχοι» (15). Αυτή λοιπόν η σχέση του επιμέρους με το καθολικό, σαν να είναι το επιμέρους τα πάθη των ανθρώπων μέσα στη καθολικότητα, δεν είναι τα απλά μεμονωμένα πάθη που συγκροτούν την παγκόσμια ιστορία. Αυτά ως τέτοια θα ήταν και είναι αντικείμενο της ψυχολογίας, άνευ δηλαδή σημασίας όσον αφορά την φιλοσοφία ή την παγκόσμια ιστορία εν γένει. Όχι μόνο δεν είναι μεμονωμένα τα πάθη αλλά ως υλικό της καθολικότητας «προκύπτει και κάτι άλλο, διαφορετικό από εκείνο που αυτοί επιδιώκουν και επιτυγχάνουν, από εκείνο που άμεσα γνωρίζουν και θέλουν» (16). «Το πνεύμα δεν αποκαλύπτει κάτι, αλλά ο τρόπος ύπαρξής του και το περιεχόμενό του είναι το ίδιο ετούτο το αποκαλύπτειν» (17). Αν οι άνθρωποι ικανοποιούν με τις πράξεις τους όλα όσα επιθυμούν είτε για το συμφέρον τους είτε για το συμφέρον κάποιων άλλων, θα παραχθεί ταυτόχρονα κάτι «απώτερο, κάτι που μολονότι υπήρχε [στη πράξη τους], δεν ανήκε στη συνείδηση και επιδίωξή τους» (18). Για αυτόν το λόγο στο πεδίο της παγκόσμιας ιστορίας οι μεμονωμένες πράξεις ως ικανοποίηση των μεμονωμένων ατόμων, ώστε να θεωρούνται επίσης αυτές οι πράξεις συστατικό της ή και η ίδια η ευτυχία, δεν είναι τίποτα άλλο παρά «κενές σελίδες εντός της: είναι περίοδοι αρμονίας, έλλειψης αντιθέσεων». Ευτυχία με άλλα λόγια «είναι όποιος έχει προσαρμόσει την ύπαρξή του στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, στη βούλησή του και αυτοβουλία του, απολαμβάνοντας έτσι την ύπαρξη του εαυτού του» (19). Είδαμε ως εδώ λοιπόν την διαλεκτική σχέση μεταξύ της καθολικότητας του πνεύματος και της μερικότητας των παθών μέσα στην ιστορία ως μιας ταυτότητας που το ίδιό της είναι η αντίφαση και η διαφορά.

 

Αναφορές:

(8) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.128, Μεταίχμιο 2006.

(9) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.129, Μεταίχμιο 2006.

(10) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.130, Μεταίχμιο 2006.

(11) Η λέξη Interesse ετυμολογικά έχει ως εξής: Inter που σημαίνει «μεταξύ, εν μέσω, ανάμεσα» και το esse που σημαίνει «είμαι». Το Intresse αφ’ ενός σημαίνει «συμφέρον» και αφ’ ετέρου «ενδιαφέρον».

(12) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.131, Μεταίχμιο 2006.

(13) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.133, Μεταίχμιο 2006.

(14) W.D.Ross, Αριστοτέλης. μτφ. Μ. Μήτσου σελ. 252, ΜΙΕΤ.

(15), (16), (18) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.135, Μεταίχμιο 2006.

(17) Γκέοργκ Χέγκελ, Η φιλοσοφία του πνεύματος τόμος πρώτος, πργ. 383 (σελ.59), μτφ. Γ. Τζαβάρα, ΔΩΔΩΝΗ.

(19) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.134-5, Μεταίχμιο 2006.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s