Monthly Archives: May 2015

Adiemus – COLORES (full album)

Advertisements

Hegel, Λόγος στην Ιστορία Μέρος Ι

Λόγος

Ο Εγελιανός Λόγος είναι η “υπόσταση – αυτό μέσω του οποίου και εντός του οποίου κάθε πραγματικότητα έχει το Είναι και την ύπαρξή της” (1): Ο Λόγος όντας υπόσταση δεν είναι κάτι υπερβατικό ή μεταφυσικό με την έννοια ότι είναι κάτι έξω από τον κόσμο σε ένα δηλαδή άλλο κόσμο (ο πλατωνικός κόσμος των ιδεών). Ο Λόγος είναι αυτό για το οποίο μπορούμε να μιλάμε άρα ο ίδιος ο κόσμος ή η ίδια η υπόσταση, είναι εντός της οποίας και μέσω αυτής που υπάρχουμε και εμείς και η ιστορία. Δεν υπάρχει δηλαδή κάτι εξωκοσμικό ή εξωλογικό που εξουσιάζει αλλά ο ίδιος ο Λόγος αυτοεξουσιάζεται υποστασιοποιούμενος στο χρόνο. Ο Λόγος ως υπόσταση είναι ταυτόχρονα και η εμφάνισή του. Δεν μένει τίποτα κρυμμένο γιατί η αλήθεια εμφαίνεται – πραγματώνεται.

“… Τρέφεται από τον εαυτό του και αποτελεί για τον εαυτό του το υλικό που ο ίδιος επεξεργάζεται” (2): Ο Λόγος εν τέλει είναι ο απόλυτος τελικός σκοπός και η ενεργοποίηση αυτού του σκοπού, η εμφάνιση δηλαδή του Λόγου είναι ως η υποστασιοποιημένη αυτοσυνείδηση της ελευθερίας. Το άπειρο του Λόγου στην ισχύ, στο υλικό, στη μορφή και στο περιεχόμενό του, είναι το ουσιώδες οντολογικό υπόστρωμα της υπόστασής του, που εμφανίζεται με αυτό τον τρόπο ως τελικός σκοπός ως ενεργοποίηση αυτού του σκοπού ως μια αιώνια παροντική καθολικότητα. Ο Λόγος μόνο μέσα από την απειρία του θέτει και ενεργοποιεί το σκοπό του. Ο σκοπός του δηλαδή δεν έχει να κάνει με την κοινή έννοια, χρονικό τέλος ως μια ευθεία, αλλά ως κύκλος που δεν νοείται ούτε ως αρχή ούτε ως τέλος αλλά ένα αιώνιο παρόν μέσα στο παρόν του. “Αυτό το Τώρα, όμως, που προκύπτει από την όλη διαδικασία (διαλεκτική κίνηση της διατήρησης, του στοιχείου της άρνησης και τέλος της άρνηση της αρνήσεως), δεν είναι το Τώρα που εννοούσε αρχικά ο κοινός νους. Είναι το Τώρα που είναι παρελθόν, το παρελθόν που είναι το παρόν κ.ο.κ και είναι ένα και το αυτό Τώρα. Με άλλα λόγια είναι κάτι καθολικό” (3).

Η αρχή λοιπόν του Hegel ότι «ο Λόγος εξουσιάζει τον κόσμο» δεν είναι μια Αναξαγόρεια αρχή που δεν αναδεικνύει την διαμεσολάβησή της με την πραγματικότητα. Η Αναξαγόρεια αρχή δεν καθίσταται εν τέλει υποστασιακή αρχή αλλά νοείται μόνο ως αφηρημένη υπόσταση χωρίς «άπειρη ισχύ», «άπειρο υλικό», «άπειρη μορφή και περιεχόμενο» ούτε βέβαια ως «τελικός σκοπός». Μια δεύτερη διάκριση της αρχής που ο Hegel εισάγει είναι η αρχή ότι η Θεία Πρόνοια κυβερνά. Mόνο όμως επικαλούμενος την πίστη στην Θεία Πρόνοια υφίσταται η ύπαρξή της (Θείας Πρόνοιας) ως Αρχή. Δεν επικαλείται ο Hegel μια τέτοια αρχή, γιατί, αν το έκανε ήταν σα να επικαλείται μια θρησκευτική μορφή της αρχής και αυτό δεν το θέλει, αλλά αντιθέτως επικαλείται την βάσανο της φιλοσοφικής πραγμάτευσης της αρχής. Το σχέδιο επίσης της Πρόνοιας “που θεωρείται κρυφό για εμάς, και ύβρις η επιθυμία να το γνωρίσουμε” (4) καταλύεται μέσα στη μερικότητα και στο συγκεκριμένο και αναδεικνύει έτσι τον περιορισμένο χαρακτήρα του.

Θεοδικία

Με μια τέτοια λοιπόν φιλοσοφική πραγμάτευση της παγκόσμιας ιστορίας ο Hegel προσπαθεί να κατανοήσει “τα δεινά στον κόσμο, περιλαμβανομένου και του κακού” (5). Σε μια τέτοια πραγμάτευση η κατανόηση του αρνητικού είναι και η αναγκαία συμφιλίωσή του με το νοών πνεύμα. Δεν επιδιώκει ο Hegel μια Θεοδικία, «μια δικαίωση του Θεού, όπως επεχείρησε ο Λάιμπνιτς με το δικό του μεταφυσικό τρόπο με κατηγορίες που ήταν ακόμη αφηρημένες, απροσδιόριστες” (6). Δεν ήθελε δηλαδή ο Hegel να ωραιοποιήσει το αρνητικό όπως ο Λάιμπνιτς ως δηλαδή έλλειψη τελειότητας ούτως ώστε αυτό εν τέλει να μην είναι κακό. Η μόνη συμφωνία Λάιμπνιτς και Hegel που μπορεί να διαφανεί σχετικά με το αρνητικό, είναι ότι το αρνητικό και στους δύο δεν έχει δυνατότητα, δεν έχει ενεργό υπόσταση. Στον Hegel επίσης το αρνητικό υφίσταται αλλά συγκριτικά με τον «τελικό σκοπό» του Λόγου τίθεται ως «υποτελές και ξεπερασμένο», δεν τίθεται ισότιμα δίπλα του. Το ότι δεν τίθεται ισότιμα δίπλα του δεν σημαίνει ότι δεν έχει σημασία ή ότι δεν παίζει και τον σημαντικότερο ρόλο. Απλά το ότι δεν τίθεται ισότιμα διπλά του είναι ότι δεν μπορούν να νοούνται, αρνητικός και τελικός σκοπός ως διακριτά μέρη ή ως δύο αρχές. Ο Hegel αφήνει χώρο στο αρνητικό και στο άλογο και μάλιστα αυτό μπορεί και να αντιστρατεύεται τον τελικό σκοπό του Λόγου αλλά οριοθετείται μέσα στο όλο της παγκόσμιας ιστορίας. Αν δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το Λόγο και το περιεχόμενό του έτσι ώστε να κρίνουμε αν κάτι είναι άλογο ή έλλογο και να βρούμε στη συνέχεια το νόημα της ίδιας της παγκόσμιας ιστορίας, ότι κι αν λέμε είναι μόνο έπεα πτερόεντα. “Το θέμα είναι η σύλληψη του προσδιορισμού του Λόγου, τα υπόλοιπα, όταν δηλαδή μένει κανείς στο Λόγο εν γένει, είναι μόνο λόγια” (7).

Ελευθερία

Το πνεύμα δεν παράγει ελευθερία σαν να είναι η ελευθερία αποτέλεσμα του πνεύματος και το πνεύμα, κάτι άλλο από ελευθερία. Το πνεύμα είναι «καθ’ εαυτό» ελεύθερο άρα το μόνο που κάνει είναι να παράγει τον ίδιο του τον εαυτό. Το πνεύμα παράγει πνεύμα εξ ου και είναι ελεύθερο. Δεν εξαρτάται από τίποτα αλλότριο αλλά μόνο από τον ίδιο τον εαυτό του. Η ελευθερία με άλλα λόγια είναι η αυτοσυνειδητοποίηση του εαυτού της μέσα στην αναγκαιότητά της. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι η ταυτόχρονη αυτοπραγμάτωση. Το πνεύμα ως ελεύθερο δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά παρά να είναι ελεύθερο. «Αναιρεί» τον εαυτό του εν τω ιστορικό γίγνεσθαι και μόνο έτσι, αναγκαία, καθίσταται ελεύθερο.. Η ελευθερία λοιπόν πραγματώνεται αναγκαία λόγω ακριβώς της ελευθερίας της. Ποια μέσα όμως χρησιμοποιεί ώστε να εκπληρώσει αυτό τον σκοπό που αναγκαία είναι ήδη παρόν; Με άλλα λόγια ποια μέσα χρησιμοποιεί ώστε να «αναιρέσει» τον εαυτό της ως καθ’ εαυτό ώστε να καταστεί πραγματικότητα ή ποια μέσα της είναι αναγκαία ώστε εν τέλει να υπάρχει ως τέτοια; Τα αναγκαία λοιπόν μέσα της πραγμάτωσης της ελευθερίας είναι τα πάθη. Το ερώτημα αυτό των μέσων πραγμάτωσης είναι η ίδια η εμφάνιση της ιστορίας. Η εμφάνιση της ιστορίας ως τέτοιας θα επιτελεστεί με βάση την ανάλυση των παθών με φιλοσοφικό τω τρόπω και όχι μια παρουσίαση των παθών ως να είναι κάτι εξωτερικό από την αρχή της κίνησης της ιστορίας ή κάτι που να καθιστά τα γεγονότα καθ’ εαυτά τέτοια.

Αναφορές:

(1), (2) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.116, Μεταίχμιο 2006.

(3) Χέρμπερτ Μαρκούζε, ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, μτφ. Γ. Λυκιαρδόπουλος, σελ.114, Ύψιλον 1999.

(4), (5), (6), (7) ΧΕΓΚΕΛ Ο λόγος στην ιστορία, μτφ. Παναγιώτης Θανασάς, σελ.120, Μεταίχμιο 2006.

Ernst Cassirer – Ο Μύθος του Κράτους

“Η επιστημονική γνώση και η τεχνική κυριαρχίαπάνω στη φύση κερδίζει καθημερινά νέες και πρωτοφανείς νίκες. Αλλά στην πρακτική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου η ήττα της έλλογης σκέψης φαίνεται να είναι ολοκληρωτική και ανέκκλητη. Σ’ αυτή τη σφαίτα ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρείται ότι έχει λησμονήσει όλα, όσα έμαθε κατά την εξέλιξη του πνευματικού του βίου.”

“Δεν βρίσκουμε στην ιστορία κανένα μεγάλο πολιτισμό που να μην κυριαρχείται και να μη διέπεται από μυθικά στοιχεία.”

“Για τους αληθινούς ρομαντικούς δεν μπορούσε να υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα. Όπως ακριβώς δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στην ποίηση και την αλήθεια. Ποίηση και αλήθεια, μύθος και πραγματικότητα αλληλοδιεισδύσουν και συμπίπτουν. “Η ποίηση” είπε ο Novalis, “είναι το απόλυτα και αυθεντικά πραγματικό. Αυτό είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας μου. Το πλέον ποιητικό ειναι και το πλέον αληθινό.”

“Η γλώσσα δεν είναι μόνο σχολέιο σοφίας. αλλά και σχολείο μωρίας. Ο μύθος μας αποκαλύπτει τη δεύτερη όψη, δεν είναι παρά η σκοτεινή σκιά που ρίχνει η γλώσσα στον κόσμο της ανθρώπινης σκέψης.”

“Έτσι η μυθολογία παρουσιάζεται ως παθολογική τόσο στη γένεσή της όσοκαι στην ουσία της. Είναι ασθένεια που αρχίζει στο πεδίο της γλώσσας και διαμέσου μιας επικίνδυνης μόλυνσης επεκτείνεται σ’ ολόκληρο το σώμα του ανθρώπου πολιτισμού”

“Δεν έχει πιο άγονη προσπάθεια απ’ αυτή, στην οποία βρίσκονται παγιδευμένοι οι καθαυτό μεταφυσικοί: να συναγάγουν την απόλυτη βεβαιότητα από την άρνηση… Ο μεταφυσικός στοχασμός, όπως αρχίζει από την Άρνηση και το Μηδέν, έτσι και καταλήγει στο Μηδέν, περιστρέφεται και θα περιστρέφεται σε ατέρμονες στροβιλισμούς γεννώντας και καταβροχθίζοντας – τον εαυτό του”.

Η πραγματικότητα δεν συμμορφώνεται με τις προσωπικές μας επιθυμίες ή τους προσωπικούς μας πόθους. Είναι φτιαγμένη από σκληρότερο υλικό, ακολουθεί δικούς της άτεγκτους νόμους. Αν επιζηττήσουμε την εκπλήρωση των δικών μας σκοπών στον πραγματικό κόσμο, το μόνο δυνατό αποτέλεσμα θα είναι η βαθειά απογοήτευση. Οδηγούμαστε τότε σε απόλυτη αποξένωση μεταξύ υποκειμενικής και της αντικειμενικής σφαίρας. Αλλά η ίδια η αποξένωση εμφανίζεται, με πολύ πιο επικίνδυνη μορφή, σε μιαν άλλη τάση σκέψης. Όλες οι ιδεαλιστικές σχολές, από τν Πλάτωνα ως τον Κάντ και το Φίχτε, μας συμβούλευαν να δραπετεύσουμε από τον πραγματικό κόσμο προς μιαν ανώτερη και ευγενέστερη τάξη. Κατασκεύασαν μια ηθική τάξη, η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση προε τον εμπειρικό κόσμο.”

“Η αντίληψη του κράτους συνάγεται από την αντίληψη της ιστορίας. Κατά τον Χέγκελ το κράτος δεν είναι μόνο ένα μέρος, μια ιδιαίτερη περιοχή, αλλά η ουσία, ο ίδιος ο πυρήνας της ιστορικής ζωής. Είναι το άλφα και το ώμεγα. Ο Χέγκελ αρνείται ότι μπορούμε να μιλάμε για ιστορική ζωή έξω και πριν από το κράτος”.

“Αυτή η περιγραφή του ρόλου της μαγείας και της μυθολογίας στην πρωτόγονη κοινωνία ισχύει εξ’ ίσου και για τα πολύ προηγμένα στάδια της πολιτικής ζωής του ανθρώπου. Σε καταστάσεις απόγνωσης ο άνθρωπος θα καταφύγει πάντα σε απεγνωσμένα μέσα – και τέτοια απεγνωσμένα μέσα υπήρξαν οι πολιτικοί μύθοι του καιρού μας.”

“Διότι ο μύθος δεν έχει πράγματι κατανικηθεί και δαμαστεί. Υπάρχει πάντα παραμονεύοντας στα σκοτάδια και περιμένοντας την ώρα του και την κατάλληλη ευκαιρία. Η ώρα αυτή φτάνει όταν, για οποιοδήποτε λόγο, οι υπόλοιπες συνεκτικές δυνάμεις της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων χάνουν την ισχύ τους και δεν μπορούν πια να πολεμήσουν τις δαιμονικές δυνάμεις του μύθου.”

(Αποσπάσματα από το “Ο Μύθος του Κράτους”, Ernst Cassirer, Εκδόσεις: Γνώση, 1991)

Το φάντασμα που αληθεύει

Ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη… Και αυτό είναι το φάντασμα του κομμουνισμού. Το φάντασμα αυτό δεν είναι μια μεταφυσική καρικατούρα ιδεαλίστικης σύλληψης ενός φιλοσόφου που ερμηνεύει τον κόσμο γιατί του το επιβάλλει η μυθική υπόσταση του συστήματος της φιλοσοφίας του αλλά το αληθινό αίτημα μιας πραγματικότητας που αναγκάζεται να εκπληρωθεί. Το φάντασμα του κομμουνισμού είναι αυτό που θα συνεχίζει να πλανιέται όσο ο άνθρωπος δεν το κατεβάζει ως αλήθεια στην πραγματικότητα. Πλανιέται ως φάντασμα και οχι ως φαντασία γιατί είναι το φάντασμα που θέλει να πραγματωθεί ενώ το φανταστικό έγκειται ακριβώς στο αντίθετο. Το αίτημα της ίδιας της ιστορίας που εγκυμονεί την δυνατότητα της αλήθειας που πλανιέται. Θα μπορούσαμε να το θέσουμε και κάπως έτσι: Μια αλήθεια πλανιέται πάνω από την πραγματικότητα και είναι η αλήθεια του κομμουνισμού.

Πιστεύω εις ένα διάβολο, αδελφό και απρόσκλητο

(…) «Αλλά, αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί μέρος του κόσμου;»

«Είναι γιατί το όνειρο, καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα, και γι’ αυτό το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ΰλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μέσα στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι;»

«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνάει κανείς…»

«Ο καλός ονειροπόλος δεν ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε…»

Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε δοκιμάσει.

«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος;»

«Θα απαντήσω με μια μόνο απάντηση και στις δυο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».

«Πώς;»

«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μην τρομάζετε».

(…) «Η ανθρωπότητα είναι παγανιστική. Ποτέ καμιά θρησκεία δεν την άγγιξε βαθιά. Ούτε και μπορεί η ψυχή του κοινού ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία αυτής της ίδιας της ψυχής. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που ξυπνά χωρίς να ξέρει ούτε πού ούτε γιατί».

(…) «Είμαι ο σεληνιακός κύριος όλων των ονείρων, ο αρχιμουσικός όλων των σιωπών. Θυμάστε τι σκέπτεστε όταν, ολομόναχη, βρίσκεστε μπροστά σ’ ένα απέραντο τοπίο με δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δεν θυμάστε, γιατί σκεπτόσαστε εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω: στην πραγματικότητα δεν υπάρχω. Αν υπάρχει κάτι, δεν το γνωρίζω».

(…) «Είμαι ο αιώνιος Διαφορετικός, ο αιώνιος Αναβληθείς, ο αιώνιος Πλεονάζων της Αβύσσου. Βρέθηκα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξαν πριν από τον Κόσμο των βασιλιάδων του Εδώμ που βασίλευσαν ανάξια πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου στον κόσμο αυτόν είναι η παρουσία εκείνου που ήρθε απρόσκλητος. Κουβαλάω μνήμες πραγμάτων που δεν κατόρθωσαν να υπάρξουν αλλά που προορίζονταν για να υπάρξουν».

(…) Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχω — ούτε εγώ, ούτε τίποτε άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν, και όλα τα άλλα σύμπαντα, με τους διαφορετικούς Δημιουργούς τους και τους διαφορετικούς Σατανάδες τους λιγότερο ή περισσότερο τέλειους και εκπαιδευμένους — είναι κενά μέσα στο κενό, ανυπαρξίες που περιφέρονται, δορυφόροι στην ανώφελη τροχιά του τίποτα».

(Αποσπάσματα από την “Η ώρα του Διαβόλου” του Φ. Πεσσόα, Εξάντας 2000)

“…το κεφάλι γίνεται πισινός και ο πισινός γίνεται κεφάλι!”

 

“Γράφουμε μια λέξη. Γράφουμε δυο λέξεις. Τα χάνουμε με αυτό που γράψαμε, αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που γράψαμε. Αναρωτιόμαστε τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο. Η εξήγηση που δίνουμε εμείς στον εαυτό μας δεν μας ευχαριστεί, και να που έρχονται οι άλλοι που αναλύουν τι είναι το γράψιμο και τι είναι αυτό πού γράψαμε! Σας το εξηγούν και συγχρόνως, όπως το εξηγούν σε σας, το εξηγούν στον ευατό τους, εξηγούνται οι ίδιοι και προσπαθούν να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγήσουν τι σημαίνει το να εξηγείς και να εξηγήσαι!”

“Γυρίζουμε σε κύκλο. Αλλά συνειδητά, γιατί γυρίζουμε σε κύκλο πιστεύοντας ότι γυρίζουμε σε κύκλο και ακριβώς γι’ αυτό γυρίζουμε σε κύκλο! Η συνείδηση φωτίζει το υποσυνείδητο, αλλά το γνωρίζει, αφού πριν ποτιστεί από αυτό, έτσι που το συνειδητό γίνεται υποσυνείδητο, το υποσυνείδητο γίνεται συνείδητο, το κεφάλι γίνεται πισινός και ο πισινός γίνεται κεφάλι!

Ευγένιος Ιονέσκο, Από τα τετράδια Ρενό-Μπαρό, Φεβρουάριος 1966, (Πρόλογος στον Ρινόκερο “Γράφω ή το Γράφειν”).

 

ΝΤΈΖΗ: Αυτοί είναι οι άνθρωποι…τους βλέπεις; Κοίτα πόσο είναι χαρούμενοι!Νιώθουνε ευδαιμονία μεσ’ στο καινούριο τους πετσί!!Και δεν μοιάζουνε καθόλου τρελοί, δείχνουνε φυσιολογικότατοι. Θα πρέπει ν’ αποφάσισαν να μεταμορφωθούν,ύστερα από πολύ μεγάλη σκέψη.
ΜΠΕΡΑΝΖΕ, σταυρώνοντας τα χέρια του και κοιτάζοντας την Ντέζη με απόγνωση: Ντέζη, σε βεβαιώνω… Μόνο εμείς σκεφτόμαστε λογικά, μόνο εμείς έχουμε δίκιο!
ΝΤΕΖΗ: Τι εγωισμός και υπεροψία!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Το ξέρεις πολύ καλά ότι έχω απόλυτο δίκιο!
ΝΤΕΖΗ: Το απόλυτο δεν υπάρχει πουθενά… Το δίκιο το έχουνε οι πολλοί. Ούτε εσύ… ούτε εγώ…
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Κι όμως, Ντέζη, έχω και το ξέρεις. Απόδειξη, όταν μιλάω, εσύ με καταλαβαίνεις!
……………………………………………….
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Πάει καλά. Εγώ πάντως, ό,τι και να μου λες, στ’ ορκίζομαι, εγώ, θα τους πολεμήσω… Μάρτυς μου ο Θεός. Θ’ αντισταθώ, δεν θα συνθηκολογήσω!
ΝΤΕΖΗ, σηκώνεται, πλησιάζει τον Μπερανζέ και τυλίγει τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του: Φτωχή μου αγάπη, θ’ αντισταθώ κι εγώ μαζί σου, μέχρι το τέλος!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Θα μπορέσεις;
ΝΤΕΖΗ: Δείξε μου εμπιστοσύνη… θα κρατήσω τον λόγο μου.(Ακούγονται οι ρινόκεροι να τραγουδάνε απαλά και μελωδικά).
Τους ακούς; Τραγουδάνε!
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Δεν τραγουδάνε, μουγγανίζουν.
ΝΤΕΖΗ: Όχι, τραγουδάνε…
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: Μουγγανίζουν, σου λέω… Τραγούδι το λες αυτό;
ΝΤΕΖΗ: Εσύ δεν ξέρεις από μουσική… τραγουδάνε και μάλιστα πολύ μελωδικά!
……………………………………………….
ΜΠΕΡΑΝΖΕ: […] Εγώ δεν θα γίνω σαν κι εσάς, όχι…(Κλείνει προσεκτικά και τα παράθυρα). Δεν θα με παρασύρετε, τ’ακούσατε; Ποτέ! (Απευθύνεται σ’ όλα τα κεφάλια των ρινόκερων). Δεν θα σας ακολουθήσω, ούτε θα γίνω σαν κι εσάς, γιατί δεν σας καταλαβαίνω. Θα παραμείνω αυτό που είμαι. Εγώ είμαι ανθρώπινο πλάσμα… ένας άνθρωπος! [….] Θα υπερασπίσω τον εαυτό μου ενάντια σ’ όλο τον κόσμο… δεν θα καθίσω με σταυρωμένα τα χέρια, θα πολεμήσω… Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος…και μέχρι να’ ρθει το τέλος θα παραμείνω άνθρωπος! Όχι, δεν θα συνθηκολογήσω!… ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΚΑΙ ΕΣΑΣ!

(απόσπασμα από τον Ρινόκερο)